Τρίτη, 29 Μαΐου 2018

Για το συλλογικό αρχέτυπο του σύγχρονου Ελληνισμού, η ληξιαρχική πράξη γέννησης έχει σφραγιστεί με μια ημερομηνία: Την 29η Μαΐου του 1453. Εκεί, στα τείχη της Κωνσταντινούπολης, τη στιγμή που έπεφτε το άψυχο κορμί του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου πάνω στη μάχη, γεννιόταν ένας Μύθος και μια σπίθα, που θέριεψε αιώνες μετά. Τι κι αν πέρασαν οι εχθροί; Τι κι αν λεηλατήθηκαν περιουσίες και το αίμα των ανθρώπων μας πότισε το χώμα; Τι κι αν έσβησε εκεί η ύπαρξη μιας Αυτοκρατορίας; Από την ξεψυχούσα μήτρα της Βασιλεύουσας, κάτω από την καταπίεση και την κυριαρχία των Οθωμανών, μετά από δεκάδες ηρωικές και αποτυχημένες προσπάθειες, τέσσερις αιώνες αργότερα, η σύγχρονη μορφή του πανάρχαιου έθνους μας βρήκε την αυτόνομη θέση της στον κόσμο. 

Ήταν ένα απ’ αυτά τα κομβικά σημεία στην ανθρώπινη ιστορία, που αποτελούν ορόσημα. Η ιστορική καταγραφή του έχει επιχειρηθεί πολλάκις και πάντα κατορθώνει, ακόμα και όταν περιορίζεται σε απλή παράθεση των γεγονότων, να συγκινεί και να ξυπνά συναισθήματα στις καρδιές εκείνων που αναγνωρίζουν τα σημεία καμπής της πορείας ενός έθνους. Σκοπός του παρόντος άρθρου, όμως, δεν είναι να αποτελέσει ένα ακόμα διαδικτυακό μνημόσυνο. Ούτε καν να σταθεί σε ιστορικές λεπτομέρειες. 

Πίστη στο καθήκον και πίστη στον αγώνα. Αξίες, που για όσους μοιράζονται την εθνικιστική αντίληψη της ζωής (σε όλες τις εκφάνσεις της), είναι απαράβατες και στυλοβάτες του ζην. Και η επιμονή στη μάχη, η αψήφιστη περιφρόνηση του θανάτου, δεν είναι πάντα θέμα επιλογής - ως πεισιθανάτια ευχή εκείνου που ορμά στον πόλεμο για να βρει την δόξα. Είναι η υπέρβαση του Φόβου και του φυσικού ενστίκτου της επιβίωσης, πατώντας σε κάτι μεγαλύτερο από μια ανθρώπινη ζωή, στην αίσθηση της συμβολής, στην προσπάθεια διατήρησης ενός συνόλου, του οποίου αποτελούμε ένα περαστικό μόνο τμήμα. 

Κι αυτή η αίσθηση, είτε την ένιωθαν συνειδητά, είτε όχι, ήταν η κυρίαρχη στα τείχη της Κωνσταντινούπολης, όταν εκατοντάδες χιλιάδες Οθωμανοί και σύμμαχοί τους - ανάμεσά τους και υπόδουλοι Έλληνες - περιτριγύριζαν την Πόλη, σαν τα όρνια πάνω από ένα ετοιμοθάνατο και πληγωμένο ζώο. Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, που είχε ζήσει για αιώνες και αποτελούσε τη μεγαλύτερη δύναμη του δυτικού κόσμου, ήταν πια μια σκιά του κάποτε ένδοξου εαυτού της. Οι τελευταίοι υπερασπιστές της, ένα ετερόκλητο αμάλγαμα μισθοφόρων, πιστών στον Αυτοκράτορα και κατοίκων, δεν είχαν γλυτώσει από την μέγγενη του φόβου. Ποιος άλλωστε δεν θα φοβόταν; Ποιος άλλωστε δεν θα ήλπιζε μέχρι τελευταία στιγμή πως θα σωθεί, χάρη σ’ ανθρώπινη ή θεϊκή παρέμβαση, μπροστά στο τέλος του κόσμου όπως τον ήξεραν; Γι’ αυτό και οι εκκλησιές γέμιζαν, γι’ αυτό και η μάζα έβρισκε αντιστοιχίες μεταξύ των προφητειών για την Αποκάλυψη κι εκείνων που βίωναν οι ίδιοι, όσο η Πόλη άδειαζε και ο κλοιός στένευε. Κι όμως, αυτό που σήμερα κάνει την θυσία τους και τις πράξεις τους ακόμα πιο ηρωικές κι αξιομνημόνευτες είναι η υπέρβαση αυτής της ίδιας της ανθρώπινης φύσης: Η απόφασή τους να παλέψουν μέχρι την τελευταία στιγμή. 

“Όστις πολεμιστής ακολουθείτω μοι”, είχε φωνάξει ως πολεμική κραυγή ο Βασίλειος ο Β’ ο Βουλγαροκτόνος, ορμώντας στη μάχη. Πέντε αιώνες μετά, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, μπροστά σε ένα στράτευμα που δεν θύμιζε σε πολλά τις μαζικές και νικηφόρες στρατιές της Αυτοκρατορίας, ακολούθησε το ίδιο ακριβώς παράδειγμα, επιτυγχάνοντας μια ισάξια νίκη με τον θάνατό του. Στη χαώδη ατμόσφαιρα μιας μεσαιωνικής πολιορκίας, με τα τείχη της Πόλης γκρεμισμένα και με τα στίφη των Γενιτσάρων να ορμούν για να κερδίσουν το πολυπόθητο τρόπαιο, ο τελευταίος Αυτοκράτορας και οι ακόλουθοί του, οι λίγοι μισθοφόροι που είχαν μείνει να πολεμούν και όσοι ακόμα αποτελούσαν εκείνη την ψυχωμένη δράκα πολεμιστών και υπερασπιστών, πέρασαν στην Ιστορία. Και κέρδισαν επάξια την ανέλιξή τους στο επόμενο στάδιο της αθανασίας, υπερνικώντας με τις πράξεις τους τον φόβο, τη δειλία, τις παρορμήσεις που κυριεύουν τους ανθρώπους σε τέτοιες στιγμές. 

Κι είτε κλείνουμε ευλαβικά το γόνυ, είτε στεκόμαστε σε στάση προσοχής, είτε τέλος απλά κοιτάμε δακρυσμένοι το άγαλμα του Παλαιολόγου έξω από την Μητρόπολη των Αθηνών, είναι γιατί εμείς, σήμερα, χρωστάμε την ύπαρξή μας και την συνειδητοποίηση της ταυτότητάς μας σ’ εκείνους τους λίγους, τους τρελούς. Σ’ εκείνους που κοιμούνται κάτω από την σκλαβωμένη Ισταμπούλ, τοποθετημένοι από Άγγελο Κυρίου, για να την κάνουν ξανά Κωνσταντινούπολη. Σ’ εκείνους που επέλεξαν η τελευταία λάμψη του φωτός της ζωής τους να απλωθεί αιώνια και να αποτελεί για μας έναν φάρο παραδείγματος. 

Δεν μας χρειάζονται άλλα μνημόσυνα. 
Δεν μας χρειάζονται κι άλλες στιγμές περισυλλογής. 
Δεν μας χρειάζονται δάκρυα. 

Γιατί η καλύτερη απόδοση Τιμής είναι η ενεργή συμμετοχή σ’ αυτήν την λαμπαδηδρομία που κρατά αιώνες. 

Γιατί αυτή η φλόγα, δεν είναι δικιά μας να την παραδώσουμε σ’ αυτούς που την απαιτούν, ούτε μπορούμε να την αφήσουμε να σβήσει. 

Ιερό καθήκον, αποστολή, ηθελημένη επιλογή, συνειδητή απόφαση. Γιατί γνωρίζουμε καλά πως η υπέρβαση του φθαρτού, η πραγματική αθανασία, κρύβεται στην ένωση με το αιώνιο ποτάμι της Φυλής. Ούτε λεπτά σιγής, ούτε στεφάνια, ούτε ψεύτικες συγκινήσεις. Τους Μάρτυρες που έπεσαν για να υπάρξουμε εμείς, τους τιμούμε αποκλειστικά και μόνον με Αγώνα. 

του Παναγιώτη Λουκά

Ταυτότητα

Αρχείο

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -