Κυριακή, 6 Μαΐου 2018

Ποιον αφορά ένα κείμενο για τον Αδόλφο Χίτλερ (20 Απριλίου 1889 - 30 Απριλίου 1945) σήμερα, κοντεύοντας τα τρία τέταρτα ενός αιώνα από τον θάνατό του; Κρίνοντας από τις αναφορές στο πρόσωπό του μέσω βιβλίων, μελετών, αρθρογραφίας, ταινιών και ντοκιμαντέρ, οι οποίες μάλλον αυξάνονται αντί να μειώνονται, θα απαντούσαμε πολλούς. Όπως και να το δει κανείς, ο Χίτλερ είναι μία εμβληματική προσωπικότητα της σύγχρονης παγκόσμιας ιστορίας, η οποία καθόρισε – και συνεχίζει να καθορίζει εμμέσως – το πολιτικό, γεωστρατηγικό και στρατιωτικό γίγνεσθαι. 

Παρά τη σημασία του, όμως, ως ιστορικού προσώπου, η επιστημονική αξιολόγηση της πορείας του αποτελεί ένα εξαιρετικά δύσκολο αντικείμενο. Πολλοί ιστορικοί αφιέρωσαν ολόκληρη τη ζωή τους σε μία, έως και εμμονική, προσπάθεια να ξεχωρίσουν τα γεγονότα από τη μυθοπλασία, την προπαγάνδα και τα κατασκευασμένα στοιχεία. Αρκετοί από αυτούς απέτυχαν να καταλήξουν σε ξεκάθαρα συμπεράσματα και άλλοι κατέληξαν στη φυλακή ή στην οικονομική καταστροφή και την απομόνωση

Είναι, ίσως, η χρονική εγγύτητα του Β' ΠΠ, σε συνδυασμό με τη σφοδρότητα της σύγκρουσης σε επίπεδο κοσμοθεωριών, ιδεολογιών και πολιτικής προπαγάνδας, πέρα από τα πεδία των μαχών, η οποία αποτελεί παράγοντα που ακόμα δεν ευνοεί μία ψύχραιμη ακαδημαϊκή αποτίμηση του ιστορικού και πολιτικού ρόλου τού Χίτλερ. Αντιθέτως, το αμείωτο, μέχρι και σήμερα, χάσμα της πόλωσης καθιστά τη φυσιογνωμία του Γερμανού Φύρερ ως αντικείμενο κριτικής με όρους πολιτικής θεολογίας περισσότερο. 

Για το επικρατές πολιτικά ορθό αφήγημα, που βασίζεται με τη σειρά του στην ανακήρυξη του Σοά (Shoah - Ολοκαύτωμα) ως “πολιτικής θρησκείας της Ευρώπης” - κατά τον Εβραίο ιστορικό Élie Barnavi – ο Χίτλερ κατέχει το ρόλο του Σατανά, του απόλυτου κακού. Είναι ο αιμοσταγής, παράφρονας δικτάτορας (sic), όργανο του κεφαλαίου, εκφραστής του γερμανικού ιμπεριαλισμού και ο κύριος υπεύθυνος για την καταστροφή του Μεγάλου Πολέμου. Η αναφορά και μόνο του ονόματός του προκαλεί παβλοφικές αντιδράσεις τρόμου, αποστροφής και ενοχών σε έναν μεγάλο αριθμό Ευρωπαίων και, ιδιαιτέρως, συμπατριωτών του. 

Από την άλλη πλευρά, ο ηγέτης με τη θλίψη ζωγραφισμένη στο βλέμμα και το ανεξάντλητο πάθος για την πατρίδα και τον λαό του – κατά τον συγγραφέα και ανταποκριτή Lothrop Stoddard – θεωρήθηκε ως μετενσαρκωμένος άβαταρ, που πολεμά τη σκοτεινή εποχή Kali Yuga, από τον παραδοσιοκράτη μύστη Μιγκέλ Σερράνο. Χαρακτηρίστηκε ως άνδρας “ενάντια στον χρόνο”, από τη φιλόσοφο Σαβίτρι Ντέβι, συνδεδεμένος με τις αιώνιες Αλήθειες και πρόθυμος να χρησιμοποιήσει τη Δύναμη προκειμένου να τις υλοποιήσει: 'Ηταν μαζί “αστραπή και ήλιος”

Όσο για τον Ρουμάνο φιλόσοφο Εμίλ Σιοράν: “Ο Χίτλερ πυροδότησε με πάθος τους πολιτικούς αγώνες και ενδυνάμωσε με μία μεσσιανική πνοή ένα ολόκληρο πεδίο αξιών, που ο δημοκρατικός ορθολογισμός είχε καταστήσει επίπεδο και ασήμαντο. Όλοι χρειαζόμαστε μία μυστηριακή αύρα, γιατί είμαστε όλοι κουρασμένοι από τις τόσες αλήθειες που δεν εκτοξεύονται από τις φλόγες”

Λαμβάνοντας υπόψη την ένταση και το μεταφυσικό περιεχόμενο αυτού του πεδίου της αντιπαράθεσης αντιλαμβανόμαστε εύκολα ότι αναφερόμαστε σε δύο τελείως διαφορετικούς κόσμους, με μηδενικές δυνατότητες σύγκλισης. Μπορούμε, λοιπόν, να ισχυριστούμε με ασφάλεια ότι όσο ο σύγχρονος δυτικός κόσμος - ο οποίος διαμορφώθηκε από τη στρατιωτική επικράτηση, επί των δυνάμεων του Άξονα, της συμμαχίας των δύο φαινομενικά αντίπαλων ιδεολογιών, του καπιταλισμού και του κομμουνισμού – θα βυθίζεται στη δίνη της κρίσης, τόσο θα μεγαλώνει το κύμα της αμφισβήτησης, τόσο θα διευρύνεται το χάσμα της πόλωσης, τόσο θα εντείνεται η καταστολή της αντικαθεστωτικής σκέψης και δράσης και τόσο θα δικαιώνονται και θα διαδίδονται οι ιδέες των ηττημένων του Μεγάλου Πολέμου. 

Η άρση του φορτίου 

Επιχειρώντας μία σύντομη και, προφανώς, ατελή ιστορική αναφορά, καταλήγουμε ότι ο Χίτλερ ήταν ο εκφραστής του γερμανικού εθνικισμού του μεσοπολέμου, προσδίδοντάς του ένα ιδιότυπο παραδοσιοκρατικό και φυλετικό υπόβαθρο. Ο εθνικοσοσιαλισμός ήταν μία ιδιαίτερη, αλλά κατανοητή, απάντηση για τις εξίσου ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούσαν στη Γερμανία της συνθήκης των Βερσαλλιών. Εκπροσωπούσε μία ολόκληρη χαμένη γενιά, η οποία διαμορφώθηκε μέσα στην ανασφάλεια, την πείνα, τη βία, την υποδούλωση, την άνοδο του Μπολσεβικισμού και την παγκόσμια οικονομική ύφεση. Μέσα σε λίγα χρόνια κατόρθωσε “να σφυρηλατήσει έναν φυσικά πειθαρχημένο λαό σε μια εκπληκτικά ανταποκρινόμενη ψυχική ένωση” (Lothrop Stoddard - Into the Darkness)

Θα πρέπει να αναφέρουμε, όμως, ότι εμφάνισε τα συμπτώματα μίας διαχρονικής “εγγενώς γερμανικής υπερβολής” - κατά τον Colin Liddell – σε κοινωνικό και στρατιωτικό επίπεδο, τα οποία, εν πολλοίς, καθόρισαν και το μέλλον του. Επιπροσθέτως, δεν γίνεται να αγνοήσουμε ότι κατατάσσεται χαμηλά στο συλλογικό υποσυνείδητο αρκετών λαών της Ευρώπης, από Σλάβους μέχρι Έλληνες, είτε λόγω μίας συναισθηματικής ανάγνωσης της ιστορίας, είτε από πραγματικούς λανθασμένους χειρισμούς και εγκλήματα πολέμου. Προφανώς, η εκτενής ανάλυση των παραπάνω αποτελεί υλικό για τόμους βιβλίων. Αυτό, όμως, είναι πρόκληση για εκείνους που έχουν την επιστημονική επάρκεια για κάτι τέτοιο. Το νόημα της μικρής αυτής αναφοράς είναι η κατανόηση ότι “το πρόβλημα με την ιστορική αξιολόγηση του Χίτλερ έγκειται στο ότι, για πολλούς ανθρώπους, είναι το μοναδικό πρόσωπο που γνωρίζουν από τη γερμανική ιστορία και, έτσι, υφίσταται σε ένα αποσυνδεδεμένο, απομονωμένο και υπερδραματοποιημένο περιβάλλον, περισσότερο μυθικό παρά ιστορικό. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που αντιμετωπίζεται ως απόλυτα καλός ή, κυρίως, ως απόλυτα κακός” (Colin Liddell – Hitler as an expression of German “bad form”)

Επιστρέφοντας στο σήμερα, μέσα στο κλίμα της πόλωσης, που περιγράφηκε προηγουμένως, είναι απόλυτα φυσιολογικό οι Ευρωπαίοι εθνικιστές να εξοστρακίζονται και να διώκονται μέσω της ιδεολογικής σύνδεσης με τον γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό, είτε αυτή είναι υπαρκτή είτε όχι. Όταν, συστηματικά, η πολιτική προπαγάνδα παρουσιάζει αυθαίρετα διάφορα πρόσωπα της πολιτικής ζωής – από τον Τραμπ έως την Μέρκελ και από τον Άσαντ έως τον Αχμεντινετζάντ - ως “νέους Χίτλερ”, υπάρχει περίπτωση να την γλιτώσουν οι εθνικιστές; Το ερώτημα αυτό είναι, βεβαίως, ρητορικό. Το πραγματικό ερώτημα είναι: Πώς θα πρέπει οι εθνικιστές του σήμερα και συγκεκριμένα οι Έλληνες, να διαχειριστούν πολιτικά το φορτίο της σύνδεσης με τον Χίτλερ; 

Προτού επιχειρήσουμε να δώσουμε μία απάντηση, είναι απαραίτητο να γίνουν δύο τοποθετήσεις: 

Πρώτον: Δεν νοείται πολιτικό υποκείμενο, ατομικό ή συλλογικό, το οποίο υπερασπίζεται έννοιες και αξίες όπως το έθνος, η οικογένεια και η παράδοση και ταυτόχρονα υιοθετεί ή συμμερίζεται την επικρατούσα υστερική “αντιναζιστική” προπαγάνδα, είτε επειδή την πιστεύει είτε επειδή θεωρεί πως κάτι τέτοιο είναι ωφέλιμο πολιτικά. Εάν τη συμμερίζεται, τότε κάτι αντιλαμβάνεται λάθος - ή τις ιδέες που, θεωρητικά, πρεσβεύει ή την ιστορία. Εάν την υιοθετεί ωφελιμιστικά, τότε το σφάλμα είναι βαρύτερο, διότι έτσι δικαιώνει a priori τους πολιτικούς του αντιπάλους και βασίζεται στην αυταπάτη ότι μπορεί να τους αντιμετωπίσει αποτελεσματικά στο προνομιακό περιβάλλον που οι ίδιοι έχουν διαμορφώσει για τους εαυτούς τους. 

Δεύτερον: Είναι πραγματικά αξιοπρόσεκτο από όλους, το γεγονός ότι μετά από τόσες δεκαετίες από τη στρατιωτική ήττα του Άξονα - η οποία συνοδεύτηκε από απηνείς διώξεις και εξευτελισμό τόσο των πρωταγωνιστών όσο και των απλών υποστηρικτών του – υπάρχουν μέχρι σήμερα άτομα και οργανώσεις, πανευρωπαϊκά αλλά και παγκοσμίως, που δηλώνουν ευθαρσώς εθνικοσοσιαλιστές, επίσημοι ή ανεπίσημοι συνεχιστές της κληρονομιάς του Χίτλερ. Προφανώς, η ποιότητά τους, σε επίπεδο ιδεών και δραστηριοτήτων, διαφέρει: Υπάρχουν ορισμένοι αξιοπρεπείς και καταρτισμένοι ιδεολόγοι, οι οποίοι χάνονται σε μία θάλασσα γραφικών, φετιχιστών, ματαιόδοξων, εμπόρων, περιθωριακών και χούλιγκανς. Σε πολιτικό επίπεδο, είναι πρακτικά αδύνατο να ευδοκιμήσουν μέσα σε ένα τόσο αρνητικό περιβάλλον, όπου δεν έχουν να κάνουν μόνο με την αντιμετώπιση των εμποδίων που προβάλλουν οι ιδεολογικοί αντίπαλοι, αλλά πρέπει, επίσης, να αντιμετωπίσουν βασικά ζητήματα ύπαρξης, αυτοπροσδιορισμού και στοχοθέτησης. 

Δεν γίνεται να αρνηθούμε, βέβαια, πως σε ό,τι αφορά στα θέματα της φυλής, της οικονομίας, της πολιτικής φιλοσοφίας, της κουλτούρας, της θρησκείας, καθώς και στην πολιτική οργάνωση και προπαγάνδα, υπάρχει μεγάλη ιστορική αξία στη μελέτη των γραπτών και των πεπραγμένων του εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος των Γερμανών εργατών του μεσοπολέμου, καθώς και περιορισμένα περιθώρια πρακτικών εφαρμογών. Από εκεί και πέρα, όμως, οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι αναφερόμαστε σε ένα κίνημα που αποτέλεσε προϊόν μίας συγκεκριμένης χρονικής συγκυρίας και μίας συγκεκριμένης λαϊκής κοινότητας σε έναν συγκεκριμένο τόπο. Εάν οι ιδέες είναι διαχρονικές, οι πολιτικές πλατφόρμες, οι συμβολισμοί και τα εξωτερικά χαρακτηριστικά ενός κινήματος δεν είναι. Αντιθέτως, απευθύνονται σε πολύ συγκεκριμένο ακροατήριο. Τόσο συγκεκριμένο, που η άκριτη μεταφορά τους στην Ελλάδα του σήμερα προδίδει την επιφανειακή αντιμετώπιση από μεριάς των αναβιωτών και οδηγεί, αρκετές φορές, σε γελοία αποτελέσματα. 

Το συμπέρασμα από τα παραπάνω είναι απλό: Ο σκοπός των εθνοκεντρικών δυνάμεων στην Ευρώπη του 21ου αιώνα δεν είναι η αναβίωση του Τρίτου Ράιχ, χωρίς αυτό να σημαίνει διεκδίκηση του ρόλου του αρνητή ή του απολογητή. Ο σκοπός παραμένει η εθνοφυλετική επιβίωση και αναγέννηση. Η ιστορική αποκατάσταση του Χίτλερ αποτελεί πεδίο για ιστορικούς μελετητές και περισπασμό για πολιτικούς ακτιβιστές. Η επαναστατική αντιμετώπιση είναι να αγνοήσει κανείς όλους όσους τον μισούν ή τον λατρεύουν τυφλά και να προσπαθήσει να τον διαπραγματευτεί λογικά και αντικειμενικά, όπως κάθε άλλη ιστορική προσωπικότητα. 

Το πολιτικό φορτίο του Χίτλερ ή, καλύτερα, της ήττας του Μεγάλου Πολέμου, είναι υπαρκτό και βαραίνει, δικαίως ή αδίκως, κάθε εθνικιστικό κίνημα στην Ευρώπη. Οι νικητές του Πολέμου, που έχουν κόψει και ράψει την Ιστορία στα μέτρα τους, φροντίζουν να το ανασύρουν σε κάθε ευκαιρία, καθώς αποτελεί το θεμέλιο της ύπαρξής τους σε ηθικό επίπεδο. Ως εκ τούτου, δεν είναι κάτι που μπορεί κανείς να το αγνοήσει, να το παραβλέψει ή να το αποφύγει. Δεν υπάρχει, όμως, και κανένας λόγος να επιμένει να το μεταφέρει μαζί του σε κάθε δεδομένη στιγμή. Αντιθέτως, θα ήταν πιο δημιουργικό και λυτρωτικό να βλέπαμε αυτό το φορτίο σαν ένα μεγάλο κιβώτιο φορτωμένο με εμπειρίες, διδάγματα και παραδείγματα, τοποθετημένο στο κέντρο του δωματίου που προορίζεται να στεγάσει το νεογέννητο παιδί της οικογένειας. Αναπόφευκτα, θα πρέπει να γίνει ένα ξεκαθάρισμα: Ό,τι είναι αξιοποιήσιμο να αξιοποιηθεί, ό,τι πρέπει να κρατηθεί να αποθηκευτεί και ό,τι δεν χρειάζεται να πεταχτεί. Γιατί αυτό που έχει σημασία είναι να δημιουργηθεί χώρος για το νέο που έρχεται. 

του Χρήστου Καρανικόπουλου

Ιδέα τίτλου, αλλά όχι απαραίτητα περιεχομένου: Greg Johnson - The Burden of Hitler

Ταυτότητα

Αρχείο

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -