Κυριακή, 11 Μαρτίου 2018

Οι περισσότεροι 'Ελληνες γνωρίζουν την ευγονική ως μία παράμετρο της ιστορίας - άμεσα συνδεδεμένη και πλήρως ταυτισμένη με τον γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό και ό,τι αυτό συνεπάγεται - και όχι ως έναν επιστημονικό κλάδο της βιολογίας, ο οποίος έχει σκοπό τη βελτίωση της βιολογικής, σωματικής, ηθικής και πνευματικής υπόστασης του ανθρώπινου είδους. Όμως, η ευγονική, με την έννοια της βελτίωσης, της φυσικής και διανοητικής αναβάθμισης της φυλής, υπήρξε και πριν και μετά από το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς. Στην αρχαία Ελλάδα, ο Πλάτων στην Πολιτεία του υποστήριζε χαρακτηριστικά οτι, “οι καλύτεροι άνδρες πρέπει να έρχονται σε όσο το δυνατόν συχνότερη επαφή με τις καλύτερες γυναίκες, ενώ για τους χειρότερους και τις χειρότερες πρέπει να ισχύει το αντίθετο, κι όσα παιδιά γεννιούνται απο τους πρώτους να τα μεγαλώσουν, όσα όμως απο τους δεύτερους όχι, αν είναι να κρατηθεί το κοπάδι σε όσο το δυνατόν καλύτερη κατάσταση, κι όλα αυτά να γίνονται χωρίς κανείς να τα παίρνει είδηση, εκτός απο τους ίδιους τους άρχοντες, προκειμένου η αγέλη των φυλάκων να μην αναστατώνεται κατά το δυνατόν καθόλου” (1).

Από το 1757, στη Σουηδία υπήρχαν νόμοι για την απαγόρευση των γάμων ανάμεσα σε επιληπτικούς, ενώ στη Μεγάλη Βρετανία, ο ξάδελφος του Κάρολου Δαρβίνου, Φράνσις Γκάλτον, (1822-1911), ο οποίος ήταν ανθρωπολόγος, στατιστικολόγος και πρωτοπόρος στην επιστήμη της βιομετρίας και της μετεωρολογίας, ήταν εκείνος που χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τον όρο ευγονική ως “την επιστήμη η οποία μελετά τους κοινωνικά ελέγξιμους παράγοντες που μπορούν να βελτιώσουν ή να μειώσουν τα φυλετικά προσόντα των μελλοντικών γενεών τόσο σωματικά όσο και νοητικά”. Όταν ο Κάρολος Δαρβίνος δημοσίευσε την μελέτη του “Περί της καταγωγής των ειδών” το 1859, ο Γκάλτον επηρεάστηκε και αποφάσισε να μελετήσει με όρους εξελίξεως την ανάπτυξη των πνευματικών ιδιοτήτων των ανθρώπων. Υποστήριζε ότι, “αυτό που κάνει η φύση τυφλά, αργά και ανελέητα, ο άνθρωπος μπορεί να το κάνει με πρόνοια, ταχύτητα και καλοσύνη. Η βελτίωση του γένους μας, μου φαίνεται ότι είναι ένας από τους υψηλότερους σκοπούς που είναι λογικό να επιδιώξουμε” καθώς και οτι “θα βελτιωθεί η μέση ποιότητα του έθνους μας στις μέρες μας καθώς και η κοινωνική, πολιτική και οικογενειακή ζωή” (2)

Οι πρώτες οργανώσεις ευγονιστών δημιουργήθηκαν το 1907 στη Μεγάλη Βρετανία και στις Η.Π.Α. Συγκεκριμένα, απο το 1907 ως το 1940, 33 Πολιτείες των Η.Π.Α είχαν ψηφίσει νόμους για την εφαρμογή της ευγονικής. Ο Ντάβενπορτ (1866-1944), Aμερικανός ευγονιστής και βιολόγος, ανέλαβε με την χρηματοδότηση του Ρούζβελτ να καταγράψει όσους θεωρούνταν γενετικώς ανώμαλοι και τους αποθάρρυνε εμμέσως από το να αναπαραχθούν. Παρόμοιες πολιτικές εφαρμόστηκαν στη Γαλλία, στον Καναδά, στην Ελβετία, στην Ιαπωνία και στην Κίνα. 

Σήμερα, στην Ελλάδα και σε όλο τον ανεπτυγμένο κόσμο, η ευγονική έχει εφαρμογή σε αρκετούς τομείς της καθημερινής μας ζωής. Για να αναφέρουμε δυο απλά παραδείγματα, χρησιμοποιείται κατά κόρον, εδώ και πολλές δεκαετίες, για τη βελτίωση των φυτών και των οπωροκηπευτικών καθώς και των ζώων (μέσω των διασταυρώσεων) με σκοπό τη μέγιστη απόδοσή τους και την βελτιστοποίηση των ικανοτήτων τους. Επίσης, όλοι γνωρίζουμε την ευρέως διαδεδομένη μέθοδο του προεμφυτευματικού ελέγχου, στην περίπτωση που μια γυναίκα πρόκειται να υποβληθεί σε εξωσωματική γοννιμοποίηση, καθώς και του προγεννητικού ελέγχου, στον οποίο υπόκεινται εθελουσίως ζευγάρια τα οποία ενδιαφέρονται να τεκνοποιήσουν. Ουσιαστικά, πρόκειται για ευγονικούς έλεγχους προκειμένου να αποφευχθεί η γέννηση ενός παιδιού το οποίο θα πάσχει απο ανίατες - μεταδοτικές ασθένειες και γενετικές ανωμαλίες. Μέσω της αμνιοπαρακέντησης και της βιοψίας της εγκύου γίνεται ακριβής πρόγνωση και διάγνωση ασθενειών όπως το σύνδρομο Down, η μεσογειακή αναιμία, το σύνδρομο Huntington και η ινοκυστική νόσος. Παρότι, όμως, οι εφαρμογές αυτές έχουν βελτιώσει την ποιότητα της ζωής των ανθρώπων, οι περισσότεροι αντιδρούν με μεγάλη προκατάληψη και επιφυλακτικότητα στο άκουσμα της ευγονικής θεωρίας. Και ενώ αυτά συμβαίνουν σήμερα, κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου στην Ελλάδα, η ευγονική ήταν θεωρία αποδεκτή στον χώρο της υγείας, της ανθρωπολογίας, της νομικής και γενικότερα στους πανεπιστημιακούς κύκλους της εποχής και δεν θα αργούσε η πρακτική εφαρμογή της. Ο κατάλογος των Ελλήνων πρωτεργατών της ευγονικής θεωρίας είναι μακρύς, αλλά θα αρκεστούμε εδώ να αναφέρουμε συνοπτικά τους σημαντικότερους εκπροσώπους και τις απόψεις τους. 

Ο Κωνσταντίνος Μουτούσης, διδάκτορας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Βιέννης, προϊστάμενος του μικροβιολογικού εργαστηρίου του νοσοκομείου Ευαγγελισμός και καθηγητής της νεοσύστατης έδρας υγιεινής του Πανεπιστημίου Αθηνών, κατείχε έδρα με γνωστικό αντικείμενο που αποτελείτο απο τρεις κλάδους: 1) Την ευγονική υγιεινή, “ήτις αφορά εις την επιμέλειαν της φυλής επι τη βάσει των βιολογικών πορισμάτων της κληρονομικότητος”, 2) την “υγιεινήν του περιβάλλοντος” και 3) την “υγιεινήν της φυσικής και ψυχικής αγωγής”. Ο Μουτούσης, στις παραδόσεις του, έδινε μεγάλη βαρύτητα στη σημασία της υγιεινής και της ευγονικής στις σύγχρονες κοινωνίες. Είναι χαρακτηριστικό, μάλιστα, οτι στο εναρκτήριο μάθημά του συνηγόρησε υπέρ της υποχρεωτικής στείρωσης των ανθρώπων που είναι “κληρονομικώς επιβαρυμένοι δια παθολογικών προδιαθέσεων, αίτινες χαρακτηρίζονται ως ψυχώσεις ή ψυχοπάθειαι” (3)

Ο Σταύρος Τσουρουκτσόγλου, ιατρός και συνδιαμορφωτής των ευγονικών ιδεών και της φυλετικής υγιεινής στον γερμανόφωνο χώρο, αναφέρει χαρακτηριστικά στο έργο του “Περί Ευγονίας“ ότι, “η ευγονίαν, η οποία έχουσα υπ'όψη την ολότητα, είτε περι έθνους πρόκειται είτε περι όλης της ανθρωπότητος, επιδιώκει, όπως διατηρώνται και πολλαπλασιάζονται, αν όχι μόνον, τουλάχιστον περισσότερον, εκείνοι οι οποίοι έχουν πραγματικήν βιολογικήν και εκπολιτιστικήν αξίαν” (4)

Ο Ιωάννης Κούμαρης (1879-1970), υπήρξε ο πρώτος καθηγητής της Φυσικής Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1925) και ο ιδρυτής της Ελληνικής Ανθρωπολογικής Εταιρείας (1924). Στο επίκεντρο του ανθρωπολογικού του προγράμματος βρισκόταν η φυλή μαζί με την ευγονική και την φυλετική υγιεινή. Ο Κούμαρης συνέδεσε την έννοια της φυλής με τα προβλήματα της σύγχρονης κοινωνίας, αναγνωρίζοντας τη σημασία της ευγονικής, ενώ αποστρεφόταν την υιοθεσία διότι, όπως υποστήριζε, “ο Έλλην δεν δικαιούται να υστερήσει εις την καλλιέργειαν της Ελληνικής φυλής” (5)

Ο Δημοσθένης Ελευθεριάδης (1885-1964), βακτηριολόγος και υγεινολόγος, καθηγητής Κοινωνικής Βιολογίας στην Πάντειο Σχολή και συγγραφέας των βιβλίων “Στοιχεία Κοινωνικής Βιολογίας” και “Μαθήματα Κοινωνικής Βιολογίας”, ενστερνίζεται την ευγονική ως “μέσον ανάσχεσης των απροσάρμοστων και αντικοινωνικών στοιχείων” (6)

Ο Νικόλαος Δρακουλίδης (1900-1985), γιατρός με σπουδές σε Αθήνα, Βιέννη και Παρίσι, ειδικός αφροδισιολόγος και ψυχαναλυτής, εισηγητής του αντικειμένου της σεξολογίας στην Ελλάδα, λογοτέχνης (με το ψευδώνυμο Άγγελος Δόξας) και κριτικός λογοτεχνίας, αρθρογράφησε μαχητικά τη δεκαετία του 1930 υπερ της καθιέρωσης του προγαμιαίου πιστοποιητικού υγείας, με σκοπό να αποτρέψει την “αποσύνθεσιν της φυλής και τον εκφυλισμόν του ανθρωπίνου γένους”, αποκλείοντας απο τη διαιώνισή τους όσους υπέφεραν απο φυματίωση, σύφιλη, φρενοπάθεια, αλκοολισμό, τοξικομανία, επιληψία και λέπρα (7)

Ο Νικόλαος Λούρος (1898-1986), τακτικός καθηγητής Μαιευτικής και Γυναικολογίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ιδρυτής της Ελληνικής Εταιρίας Ευγονικής και Γενετικής του Ανθρώπου, γνώστης του αποκρυφισμού και μελετητής των παγανιστικών μύθων της ινδικής και γερμανικής μυθολογίας, θα προσανατολίσει τις ευγονικές του ιδέες για τη δημογραφική ανάκαμψη του μαστιζόμενου απο τον υποσιτισμό και τις λοιμώδεις ασθένειες και κακουχίες ελληνικό πληθυσμό και στην αναζήτηση τρόπων βελτίωσης του βιοτικού του επιπέδου. Εναντιώθηκε στο πρόβλημα των εκτρώσεων ενώ, παράλληλα, εστίασε στη δημογραφική ανάκαμψη του πληθυσμού. Αξίζει να τονιστεί το γεγονός οτι ο Λούρος ανέσυρε την πρόταση για θέσπιση υποχρεωτικής προγαμιαίας εξέτασης των μελλονύμφων (8)

Ο Κωνσταντίνος Γαρδίκας (1896–1984), διδάκτωρ Νομικής και υφηγητής στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης, ανέλαβε τη θέση του διευθυντή των σωφρονιστικών υπηρεσιών της Ύπατης Αρμοστείας Σμύρνης και ήταν μέλος του Αστυνομικού Σωφρονιστικού Συμβουλίου και της Προπαρασκευαστικής Επιτροπής για τον Ποινικό Κώδικα. Επίσης, διετέλεσε Διευθυντής στη νεοσύστατη Διεύθυνση Αστυνομίας Υπουργείου Εσωτερικών, ενώ συμμετείχε στην ίδρυση της Ιντερπόλ και κατέλαβε τη νέα έδρα Εγκληματολογίας, το 1930 στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Δικαίως αναγνωρίζεται ως αυθεντία στον τομέα του μέχρι και τις μέρες μας. Χαρακτηριστικά, αναφέρει στο βιβλίο του “Προδιάθεσις είς το έγκλημα”: “Η εκληματικότις συνήθως βλαστάνει εκ της σωματικής και ψυχικής εκφυλίσεως, ην γενικώς απεργάζεται η προδιάθεσις και η κακή αγωγή, ο πότος και η οικονομική αθλιότης, οι γάμοι μεταξύ ατόμων πνευματικώς νοσούντων ή νοσηρών. [...] Πολλοί εγκληματίαι, γενικώς ειπείν, είναι σωματικοί και ψυχικοί οργανισμοί κατωτέρας αξίας. Η κατωτερότης αυτή της ψυχής και του σώματος, είναι το αποτέλεσμα της καταγωγής και της εξελίξεως”

Όπως αντιλαμβανόμαστε εύκολα, ο κατάλογος των Ελλήνων ευγονιστών είναι μακρύς και η απλή αναφορά των απόψεων και του έργου τους μας κάνει να αναρωτιόμαστε το προφανές: Εφόσον η ευγονική ως θεωρία υποστηρίχθηκε απο πολλούς καταξιωμένους και μορφωμένους Έλληνες, τότε για ποιόν ακριβώς λόγο δεν ευδοκίμησε η εφαρμογή της σε κοινωνικό και υγιειονομικό πλαίσιο;

Η αποτυχία της αποδοχής τής ευγονικής μεταπολεμικά - παρότι, πλέον, έχει αποδαιμονοποιηθεί εμμέσως στη συνείδηση του κόσμου με τον προγεννητικό έλεγχο και τις εφαρμογές της στη γεωργία και την κτηνοτροφία - οφείλεται σε έναν συνδυασμό παραγόντων. Ο πρώτος και κυριότερος έχει να κάνει φυσικά με τη στοχοποίησή της και τη διασύνδεσή της με την εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία. Η εφαρμογή της ευγονικής με την λεγόμενη αρνητική της μορφή (αποφυγή ανεπιθύμητων γονιδίων, εξάλειψη ανεπιθύμητων χαρακτηριστικών) αντί της θετικής της μορφής (αντικατάσταση αρνητικών γονιδίων με υγιή, ενίσχυση επιθυμητών χαρακτηριστικών) οδήγησε στην προκατάληψη και την αρνητική προδιάθεση απέναντί της, με την αιτιολογία οτι ασκεί επεμβατικές πρακτικές που ενδεχομένως να οδηγούσαν σε παραβίαση ανθρώπινων ελευθεριών και κοινωνικό αποκλεισμό.

Ένας επιπλέον ανασταλτικός παράγοντας, με καταλυτικό ρόλο στην εφαρμογή της ευγονικής πρακτικής, ήταν και η χριστιανική θρησκεία με τις διδαχές της. Η ασθένεια, με βάση τα ιερά κείμενα, θεωρείται λίγο-πολύ ως θεόσταλτη. Συμβάλει στην ύπαρξη του κάθε ανθρώπου εν συνόλω και καθορίζει τη στάση του απέναντι στην ζωή. Η ασθένεια και ο πόνος εκλαμβάνoνται ως “άσκηση δικαίων”, παιδαγωγικό μέσο και ευκαιρία αυτογνωσίας και επαναξιολόγησης του νοήματος της ζωής. Υπ' αυτές τις προϋποθέσεις, οποιαδήποτε γονιδιακή παρέμβαση έχει ως στόχο την θεραπεία του ανθρώπου, γίνεται αντιληπτή απο την εκκλησία ως πράξη μιμούμενη το έργο του ίδιου του Χριστού και ως εκ τούτου, απορρίπτεται. Ας μην ξεχνάμε οτι η ορθόδοξη θεολογία δίνει σημασία στην πνευματική και όχι στην σωματική - αισθητική βελτιστοποίηση.

Τέλος, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε οτι μεταπολεμικά, οι επιστήμονες οι οποίοι στήριζαν τις θεωρίες τους στην ευγονική πρακτική απαξιώθηκαν και παραγκωνίστηκαν απο τους πολέμιους της θεωρίας και το πολιτικό κατεστημένο και, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν κατάφεραν να αφήσουν ικανούς διαδόχους και συνεχιστές του μεγάλου τους έργου.

Παραπομπές: 
1) “Πολιτεία Πλάτωνος¨, Εκδόσεις Πόλις, σελ. 364
2) “Έρευνες πάνω στην ανθρώπινη ικανότητα”, 1883
3) “ Η υγεινή και η ευγονία εις τας συγχρόνους κοινωνίας”, περιοδικό “Κλινική”, 1933
4) “Περί ευγονίας” , διάλεξη στην Ελληνική Ανθρωπολογική Εταιρία, 1925
5) “Η Ελληνική Φυλή εκτός Ελλάδος”, Πρακτικά Συνεδρίων Ελληνικής Ανθρωπολογικής Εταιρίας, 1940
6) “Μαθήματα Κοινωνικής Βιολογίας”, 1948
7) “Η προ του γάμου ιατρική εξέτασις”, Εφ. Ελεύθερος Άνθρωπος, 14.2.1932
8) “Η προστασία της μητρότητος”, Πρακτικά Συνεδρίου Προστασίας Παιδιού, 1946

της Ε. Μ.

Ταυτότητα

Αρχείο

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -