Πέμπτη, 1 Φεβρουαρίου 2018

Ανατρέχοντας στην πρόσφατη ελληνική ιστορία, γίνεται άμεσα κατανοητό πως οι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις που διέτρεχαν όλες τις τάξεις και όλα τα στρώματα της κοινωνίας, δεν σχετίζονταν με κάτι άλλο παρά με θέματα αξιών. Από τα μαζικά συλλαλητήρια για τη Μακεδονία, το μακρινό πια 1992, έως τη βαθιά αντίδραση και τα εκατομμύρια όσων είχαν ταχθεί στο πλευρό της Εκκλησίας στο ζήτημα των ταυτοτήτων, φτάσαμε στο σήμερα, μετά από χρόνια κρίσης και εξωτερικής επιτροπείας, να συμβεί ένα “θαύμα”. 

Εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου βρέθηκαν στη Θεσσαλονίκη για να δηλώσουν την άρνησή τους σε οποιαδήποτε παραχώρηση του ονόματος Μακεδονία. Σε ένα συλλαλητήριο διοργανωμένο από άγνωστους ανθρώπους, χωρίς κάποιον κομματικό μηχανισμό να το στηρίζει και σε πείσμα τόσο των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, όσο και του κοινοβουλευτικού κατεστημένου. 

Σκοπός του παρόντος άρθρου δεν είναι μία ακόμα ιστορική ή γεωπολιτική ανάλυση περί Μακεδονικού. Από τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και την ανεξαρτητοποίηση του κρατιδίου στα βόρεια σύνορά μας τόνοι μελανιού έχουν χυθεί, αναλύοντας κάθε πιθανή άποψη. Και πολύ πιθανόν άλλοι τόσοι τόμοι να γραφτούν από εδώ και μπρος, αναλόγως της πορείας που θ’ ακολουθήσουν οι διαπραγματεύσεις. Εδώ, τώρα, το κέντρο βάρους είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. 

Είναι η επιστροφή του ανορθολογισμού. 

Για την πλειοψηφία της κοινωνίας, η έλευση της ελληνικής κρίσης είναι ταυτόσημη με την εποχή των Μνημονίων. Για τους περισσότερους συμπολίτες μας, εκείνη η αποφράδα μέρα που ο Γιώργος Παπανδρέου απευθυνόταν στον Ελληνικό λαό από το Καστελόριζο ήταν η απαρχή της ριζικής αλλαγής της καθημερινότητάς τους. Τρία μνημόνια μετά, τίποτα πια δεν θυμίζει την “ισχυρή Ελλάδα” που ατένιζε την είσοδό της στην Ευρωζώνη με αισιοδοξία. Ό,τι σαθρό κρυβόταν τις εποχές των δανεικών και του αλόγιστου καταναλωτισμού βρέθηκε στην επιφάνεια, ενώ η εκλογική επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ, μετά την αρχική ευφορία, τείνει να αποξενώσει και να περιθωριοποιήσει τους αριστερούς ψηφοφόρους. 

Ως χώρα ζήσαμε “αγανακτισμένους”, χορούς στο Σύνταγμα, δεκαεφτά ώρες διαπραγμάτευσης και επιβολή των ντιρεκτίβων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, που άλλαξαν ριζικά ό,τι σχετιζόταν με την οικονομική ζωή μας. Μια γενιά να συνθλίβεται κάτω από την επέλαση ελαστικών μορφών εργασίας και μια αβεβαιότητα που περιορίζει την ίδια την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον. 

Κι όμως, η ελληνική κοινωνία έχει κατορθώσει να επιβιώσει μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες. Συχνά υποτονική, με έναν ρυθμό που μοιάζει σαν να έχει παραδοθεί οριστικά στην αναπόφευκτη αλλαγή, φαίνεται στον εξωτερικό παρατηρητή σαν να έχει κληρονομήσει το πολιτισμικό υπόβαθρο του ραγιά, που παρά τις μεγαλοστομίες, εν τέλει θα καταλήξει να σκύψει το κεφάλι και να υπακούσει τις άνωθεν εντολές. 

Η διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού, άλλωστε, στην μεταπολιτευτική Ελλάδα, ειδικότερα κατά τις τελευταίες δεκαετίες, μπορούμε με ευκολία να πούμε πως είχε ως άξονα τη διακριτή οικονομική πρόταση, ενώ στους υπόλοιπους τομείς οι θέσεις των κομμάτων ανήκαν σε μία κοινή αντίληψη, εκπορευόμενη από τα νάματα του πολιτισμικού μαρξισμού, που τόσο ευρέως έχει κυριαρχήσει στην κάστα των ελίτ. Απεργίες και διαδηλώσεις περιορίζονταν σε μερικές εκατοντάδες άτομα (πέραν του ΠΑΜΕ), περνώντας την αίσθηση πως ο Ρωμιός σκύβει παθητικά το κεφάλι σε κάθε τι που επιβάλλεται από την εκάστοτε κυβέρνηση ή τους “φίλους μας εταίρους”, υπομένοντας παθητικά τη μεγάλη αναντιστοιχία μεταξύ λαϊκής θέλησης και κοινοβουλευτικού κατεστημένου. 

Μέχρι την αμφισβήτηση ενός πυλώνα της σύγχρονης ύπαρξής μας. 

Η σύγχρονη θεώρηση του έθνους έχει απομακρυνθεί από την παραδοσιακή οριοθέτησή του με βάση το βιολογικό κριτήριο της κοινής καταγωγής. Για όσους έλκουν την οπτική τους από διαφωτιστικές ιδεολογίες, το έθνος αποτελεί απλά το σώμα των ανθρώπων που κατοικούν σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή. Οι μεν μαρξιστογενείς ιδεολογίες αναγνωρίζουν το έθνος υποβαθμίζοντας τον ρόλο του ως το σημείο της εξαφάνισης, ενώ οι μεταμοντέρνες θεωρήσεις το τοποθετούν εντελώς εκτός κάδρου ως ένα απολίθωμα του παρελθόντος, που μικρή αξία έχει στη σημερινή παγκοσμιοποιημένη οικονομία. Και οι δύο αυτές θεωρήσεις είναι κυρίαρχες στην πολιτική ζωή της χώρας μας, καθώς αποτελούν τις μήτρες εντός των οποίων γαλουχήθηκαν οι κυβερνώσες ελίτ. 

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, θεωρήθηκε πως έφτασε η κατάλληλη στιγμή να βρεθεί λύση και για το χρονίζον πρόβλημα της ονομασίας των Σκοπίων. Μια λύση, που σε αντίθεση με την άποψη πολλών εκ του κυβερνώντος κόμματος, θα συμπεριελάμβανε έναν γεωγραφικό ή χρονικό προσδιορισμό με παράγωγο ή τον όρο Μακεδονία. Στελέχη και συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ είχαν εκφραστεί πολλάκις στο παρελθόν υπέρ του δικαιώματος των Σκοπιανών να ονομάζονται Μακεδόνες, ενώ υπήρχαν μέχρι και φωνές που μιλούσαν για την καταπίεση της Μακεδονικής μειονότητας από το επίσημο Ελληνικό κράτος. 

Στην αντίπερα όχθη, η Νέα Δημοκρατία, από τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης τώρα πια, έθετε ως βάση για οποιαδήποτε διαπραγμάτευση τη “γραμμή Βουκουρεστίου”, την πολιτική θέση δηλαδή του Κώστα Καραμανλή, όταν στο Βουκουρέστι έθεσε βέτο για την ένταξη των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ χωρίς την εύρεση πρώτα μιας κοινά αποδεκτής λύσης στο θέμα του ονόματος. Η “γραμμή Βουκουρεστίου”, όμως, ήταν ουσιαστικά ο άξονας πάνω στον οποίο κινήθηκαν οι διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης, καθώς αποδέχεται κι αυτή χρήση του όρου Μακεδονία ή παραγώγου του. Φωνασκούσε λοιπόν και η αξιωματική αντιπολίτευση απλά για να δημιουργήσει ντόρο, χωρίς όμως στην πραγματικότητα να διαφέρει κατ’ ελάχιστον από τις κυβερνητικές θέσεις. Ανάλογη η θέση και του κυβερνητικού εταίρου, των Ανεξαρτήτων Ελλήνων, που δημοσίως καλούσαν σε συμμετοχή στο συλλαλητήριο και ταυτόχρονα δηλώνουν πως εμπιστεύονται τον Υπουργό Εξωτερικών και πως δεν θα αποσταθεροποιήσουν την κυβέρνηση, σε όποια λύση και αν αυτή καταλήξει. 

Αυτά όμως, πριν το συλλαλητήριο. 

Η εβδομάδα πριν τη συγκέντρωση έδειχνε πως κάτι ενδιαφέρον ετοιμάζεται. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, πληθώρα πολιτών, από διάφορους πολιτικούς χώρους, έδειχνε να μοιράζεται κοινές ανησυχίες σχετικά με την τύχη της διαπραγμάτευσης. Λεωφορεία μισθώνονταν από διάφορες πόλεις της Ελλάδος, καλέσματα αναδημοσιεύονταν από διάφορους φορείς και η κατάσταση έμοιαζε ακόμα περίπλοκη. Θα υπήρχαν απλά μερικές δεκάδες χιλιάδες, από όλη την Ελλάδα, κινητοποιημένοι από συλλόγους και από μερικούς Μητροπολίτες; Θα ήταν ακόμα μια ανέξοδη και κενή συγκέντρωση εκείνων των λίγων που επιμένουν ακόμα και σήμερα να συγκινούνται από την κληρονομιά και τις θυσίες όσων προηγήθηκαν; 

Ομολογουμένως, πολλά έδιναν αυτή την εντύπωση: Η προαναφερθείσα φαινομενική απάθεια της μάζας, η απουσία κάποιου επίσημου κομματικού μηχανισμού να λειτουργήσει υποστηρικτικά προς τη συγκέντρωση, η διχασμένη στάση της εκκλησίας και των ποιμένων της, η επαμφοτερίζουσα στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Σε μία έξυπνη κίνηση προς επίτευξη ισορροπιών, μάλιστα, ο πρωθυπουργός ενημέρωσε τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο σχετικά με τις διαπραγματεύσεις, προσπερνώντας ουσιαστικά τον πολιτικό βραχίονα της Νέας Δημοκρατίας και απευθυνόμενος σε φορέα με ευρύτερη αποδοχή, κερδίζοντας την επίσημη δήλωση του Ιερώνυμου πως η Εκκλησία δεν στηρίζει τα συλλαλητήρια. Με αυτόν τον τρόπο και όπως φάνηκε από την στάση φιλοκυβερνητικών φερέφωνων στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, υπήρξε η αίσθηση πως περιορίστηκε η δυναμική του καλέσματος, καθώς ο σημαντικότερος επίσημος φορέας που θα μπορούσε να το στηρίξει δήλωνε την απροθυμία του να εμπλακεί ενεργά. Ταυτόχρονα, η αίσθηση που πήγαζε από τα κομματικά επιτελεία, ήταν αυτή της γενικότερης απαξίωσης, κινούμενη μεταξύ της περιφρόνησης και της ενεργούς αντίθεσης. 

Αλλά ξημέρωσε η Κυριακή. 

Η δυναμική, το μέγεθος της συγκέντρωσης, η απουσία τηλεοπτικής κάλυψης, η αδυναμία ακόμα και των ίδιων των διοργανωτών να περιμένουν όλους αυτούς που κατέκλυσαν τους δρόμους της Θεσσαλονίκης, η αρχική εκτίμηση της αστυνομίας για 90 χιλιάδες άτομα, έχουν συζητηθεί δεόντως και υπεραρκετά, σε πάνελ και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατά την εβδομάδα που πέρασε. Αυτό που αποκαλύπτει όμως τις επιπτώσεις αυτής της συγκέντρωσης είναι ο τρόπος που αντιμετωπίστηκε από εκείνους που αντιτάχθηκαν σ’ αυτήν. 

Ο αντιεξουσιαστικός χώρος κινητοποιήθηκε ενεργά για την αντιμετώπιση αυτού που αποκαλούν ως “έξαρση του ελληνικού φασισμού”. Αντισυγκέντρωση στην Θεσσαλονίκη, ανακοίνωση αντισυγκέντρωσης στο επερχόμενο συλλαλητήριο της Αθήνας, δράσεις ενάντια σε ό,τι εκλαμβάνουν ως “εθνικιστική τάση”, συνεπείς άλλωστε στις ιδεολογικές τους εμμονές. 

Η κυβερνώσα αριστερά επέλεξε να στρουθοκαμηλίσει γι’ ακόμα μία φορά, σε μια υπαρκτή κατάσταση που δεν συνάδει με την φαντασιακή τους πραγματικότητα. Το συλλαλητήριο ήταν μια φωνή εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, που διακήρυξαν πως δεν δέχονται κάποιον συμβιβασμό. Αριστεροί, δεξιοί, κεντρώοι, άνθρωποι που νιώθουν ακόμα την ταύτιση με το συλλογικό ασυνείδητο, όπως αυτό βρίσκει πάτημα στην ιστορική συνείδηση. Ήταν η απόδειξη πως η φαινομενική απάθεια του μέσου πολίτη μπορεί να ομοιάζει με παράδοση, αλλά στην πραγματικότητα εκφράζει μια ανοχή στις δυσκολίες, με την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Οι σημερινές δυσκολίες, όμως, δεν ταυτίζονται με την παράδοση και εκείνων των ζητημάτων που εντάσσονται στον σκληρό πυρήνα της οντότητας του Έθνους. 

Για τον ΣΥΡΙΖΑ και τα κόμματα του κέντρου - με εξαίρεση την Ένωση Κέντρου, η οποία εξαρχής είναι αρνητική σε κάθε χρήση του όρου Μακεδονία - το συλλαλητήριο ήταν ένα ράπισμα επαναφοράς στην πραγματικότητα. Δεκαετίες προπαγάνδας, άμεσης και έμμεσης, με στόχο την απεθνικιστοποίηση και τον “εκσυγχρονισμό της εθνικής ταυτότητας”, δεκάδες εκατομμυρίων που ξοδεύτηκαν για την καταπολέμηση των “εθνικιστικών εξάρσεων”, μοιάζουν να πήγαν χαμένα μέσα σε λίγες ώρες. Και η μόνη ανταπάντηση απέναντι στην λαοθάλασσα της Θεσσαλονίκης ήταν η αγνόηση της ουσίας του συλλαλητηρίου. Καθαρά με πολιτικαντισμό, η κυβέρνηση επέλεξε να προωθήσει την εμφάνιση ενός ρεύματος δεξιόθεν της Νέας Δημοκρατίας, που θα μπορούσε να της στερήσει εκλογική δυναμική. 

Για τη Νέα Δημοκρατία, η αρχική περιφρόνηση αντικαταστάθηκε με μια ένθερμη εκ των υστέρων υποστήριξη. Η υπαρκτή προοπτική ανάδειξης ενός καθαρόαιμου δεξιού φορέα που θα μπορούσε να αντιπαρατεθεί στην κεντρώα αξιωματική αντιπολίτευση αποτελεί έναν διαρκή κίνδυνο, ειδικότερα από τη στιγμή που η διοικούσα ομάδα ασπάζεται την φιλελεύθερη και όχι την υποτιθέμενη δεξιά οπτική. Αυτοί οι λαθρεπιβάτες της εξουσίας έχουν κατορθώσει να αποτελέσουν την κυρίαρχη ομάδα εξουσίας του δεξιού φάσματος της κοινοβουλευτικής ζωής, ενώ στην πραγματικότητα η στάση τους λειτουργεί αντιθετικά ως προς την θέληση των απλών ψηφοφόρων της. 

Τις ώρες που γράφονται αυτές οι γραμμές, η κινητοποίηση του κόσμου για την προσέλευση στο προγραμματισθέν συλλαλητήριο της Αθήνας φαίνεται να ξεπερνά τις προσδοκίες. Σ’ αυτό το γαϊτανάκι, η κάθε πλευρά παίρνει την θέση της και προσπαθεί να ιππεύσει το ρεύμα. Η επίσημη εκκλησία διά στόματος Αρχιεπισκόπου αποφάσισε να στηρίξει τη συγκέντρωση, η αξιωματική αντιπολίτευση υπερτονίζει και την όποια αντικυβερνητική πτυχή του συλλαλητηρίου, οι διοργανωτές προσπαθούν να δώσουν μία υπερκομματική φύση επιστρατεύοντας ως ομιλητή τον κομμουνιστή Μίκη Θεοδωράκη. 

Κι εμείς; 

Εμείς δεν μπορούμε παρά να είμαστε πιστοί στο ραντεβού μας. Οι Εθνικιστές δεν θα μπορούσαν να απέχουν από μια τέτοια εκδήλωση. Οι Εθνικιστές ήταν πάντα παρόντες, είτε στις λαοθάλασσες του σήμερα, είτε στο παρελθόν - όταν μόνοι μας, ως άλλες Κασσάνδρες, τονίζαμε και φωνάζαμε για τα εθνικά δίκαια σε μια κοινωνία που φαινόταν να κοιμάται. Δεν πιστεύουμε πως τα συλλαλητήρια, τόσο της Θεσσαλονίκης, όσο και το επερχόμενο της Αθήνας, θα αποτελέσουν μια συγκέντρωση ομοϊδεατών. Είναι όμως μια μεγαλειώδης επίδειξη πως το εθνικό αίσθημα παραμένει ζωντανό στην πλειοψηφία αυτής της χώρας και πως τελικά, δεν παλεύουμε μόνοι μας ενάντια στα τέρατα. 

Ο σπινθήρας υπάρχει κρυμμένος στην καρδιά των περισσοτέρων Ελλήνων και είναι πλέον στο δικό μας χέρι να τον κρατήσουμε ζωντανό και να θεριέψει. 

του Παναγιώτη Λουκά

Ταυτότητα

Αρχείο

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -