Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

Ένας άνδρας που ισχυρίζεται ότι “αγαπάει” όλες τις γυναίκες εξίσου είναι ένας άνδρας ανίκανος να αγαπήσει μία συγκεκριμένη γυναίκα – αλλά και κάποιος του οποίου την “αγάπη” δεν θέλει καμία γυναίκα. Το ίδιο ισχύει και για κάθε γυναίκα που ισχυρίζεται ότι "αγαπά" όλους τους άνδρες. Το να αγαπάς κάποιον σημαίνει ότι τον αγαπάς γι' αυτό που τον ξεχωρίζει από τους άλλους. Θέλουμε να μας αγαπούν και να μας εκτιμούν γι' αυτά που μας κάνουν μοναδικούς. 

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, αυτό σημαίνει ότι εγγενώς επιθυμούμε, σε κάποιον βαθμό, οι υπόλοιποι να θεωρηθούν κατώτεροι, επειδή δεν διαθέτουν ορισμένες από τις ιδιότητες που κατέχουμε και μας καθιστούν “αγαπήσιμους” - έστω κι αν αυτό δεν είναι το συνειδητό επίκεντρο της επιθυμίας μας. Χωρίς τον κίνδυνο να αποτύχουμε να επιδείξουμε αυτές τις ιδιότητες κι έτσι να γίνουμε σαν όλους τους άλλους - ανάξιοι της αγάπης – η αγάπη χάνει την ουσία της και γίνεται κάτι ισοδύναμο με τον οίκτο, ο οποίος, σε αντίθεση με την αγάπη, είναι κάτι που δεν αυξάνει την αυτοεκτίμησή μας όταν το αποκτούμε. 

Αντίθετα με εκείνους που μας οικτίρουν, αυτοί που μας αγαπούν αποτελούν μέρος της ίδιας μας της ταυτότητας. Αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή η ταυτότητά μας, μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο, μας διακρίνει από άλλες ομάδες ανθρώπων γύρω μας – ή και μας ταξινομεί σε άλλες ομάδες - και εκείνοι που μας αγαπούν το νιώθουν αυτό εξαιτίας αυτών των χαρακτηριστικών και των ιδιοτήτων που μας διακρίνουν από τους υπόλοιπους. Επομένως, η αγάπη συνδέεται εγγενώς με την ταυτότητα, στον πυρήνα της. 

Η ωκυτοκίνη, γνωστή ως η "ορμόνη της αγάπης", είναι μία πεπτιδική ορμόνη η οποία απελευθερώνεται κατά τη διάρκεια του αγκαλιάσματος, του έρωτα και άλλων μορφών στενής σωματικής επαφής και προάγει τη σύνδεση και την αίσθηση της εγγύτητας. Μελέτες έχουν ανακαλύψει ότι τρωκτικά, γενετικά τροποποιημένα για να είναι ανίκανα να ανταποκριθούν στην ωκυτοκίνη, πάσχουν από “κοινωνική αμνησία”, χάνοντας την ικανότητα να διακρίνουν τα τρωκτικά από τη δική τους ομάδα με τα ξένα. Μία μελέτη του τμήματος Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ, τον Οκτώβριο του 2010, έδειξε ότι η ωκυτοκίνη προωθεί τον εθνοκεντρισμό, καθώς η χορήγηση της ορμόνης στους συμμετέχοντες του πειράματος είχε ως αποτέλεσμα τη “μεροληψία και την εύνοια υπέρ της δικής τους φυλετικής ομάδας και τη δυσμένεια απέναντι στις άλλες φυλετικές ομάδες”

Μία πιο πρόσφατη μελέτη διαπίστωσε ότι η αύξηση της ωκυτοκίνης κάνει τους ανθρώπους πιο πρόθυμους να ψεύδονται, μόνο όμως αν κάτι τέτοιο θα ωφελούσε την ομάδα τους. Η μελέτη καταλήγει ότι η ωκυτοκίνη προκαλεί μία μετατόπιση "από την ιδιοτέλεια προς τα συμφέροντα της ομάδας". Με άλλα λόγια, η ωκυτοκίνη όντως ενισχύει το αίσθημα της αγάπης, αλλά αυτό το αίσθημα περιορίζεται αυστηρά, με κριτήρια κοινωνικά, εθνικά ή φυλετικά. Και αυτό δεν έχει να κάνει με κάποιου είδους μίσος για τους άλλους. Απλώς, εάν μία κατάσταση φτάσει στο σημείο “εμείς ή αυτοί” τότε υπερισχύει το αίσθημα αγάπης για το “εμείς”. Αποδεικνύεται, λοιπόν, ότι το αγκάλιασμα, ο έρωτας, ακόμη και η εγκυμοσύνη, μάς μετατρέπουν σε “ρατσιστές”. Αυτό είναι ένα συμπέρασμα που έχει φέρει σε δύσκολη θέση τη δικτατορία της πολιτικής ορθότητας, αναγκάζοντάς την να προσπαθήσει να πείσει πως η ωκυτοκίνη – η βιοχημική μηχανή των ανθρώπινων δεσμών – δεν είναι και τόσο σπουδαία τελικά. 

Οι φιλελεύθεροι συνηθίζουν να αναφέρονται στα έθνη – κράτη ως “αυθαίρετες χαρακιές στο σώμα της γης” (sic) και αυτοχαρακτηρίζονται ως “πολίτες του κόσμου” αντί για πολίτες ενός έθνους. Συνεχίζουν, μάλιστα, το σκεπτικό τους ρωτώντας “γιατί πρέπει να περιορίσουμε την αγάπη και την αλληλεγγύη μόνο στους ανθρώπους που έτυχε να γεννηθούν σ' αυτό το συγκεκριμένο μέρος της γης”; 

Ως απάντηση, παραθέτουμε μία έρευνα του Πανεπιστημίου της Χάιφα, τον Οκτώβριο του 2015, η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι “όσο περισσότερο αντιλαμβάνεται κανείς τον εαυτό του ως πολίτη του κόσμου τόσο λιγότερο πιθανό είναι να συμβάλλει για το συλλογικό καλό και τόσο περισσότερο πιθανό είναι να απολαμβάνει δωρεάν τη συνεισφορά των άλλων”. Η ουσία αυτής της συμπεριφοράς βρίσκεται και στα λόγια της πρωθυπουργού του Ηνωμένου Βασιλείου, Τερέζα Μέι, η οποία δήλωσε στον απόηχο του Brexit ότι “εάν πιστεύεις ότι είσαι πολίτης του κόσμου, είσαι πολίτης του πουθενά”

Αυτός ο τύπος του “κοσμοπολίτη”, ο οποίος αδιαφορεί για τη γειτονιά του ενώ ταυτόχρονα δείχνει ένα επιτηδευμένο δήθεν ενδιαφέρον για όλο τον υπόλοιπο κόσμο, είναι απλά ο τύπος του ανθρώπου που δεν αγαπά τον τόπο του. Ο κοσμοπολιτισμός είναι μία προσποίηση με την οποία προσπαθεί κανείς να μεταμφιέσει την έλλειψη αγάπης για τον πλησίον του με αυτοπεποίθηση. Αυτά τα άτομα δυσκολεύονται να αντιμετωπίσουν το γεγονός ότι για να αποδείξουν ουσιαστικά οποιαδήποτε πραγματική αγάπη ή πίστη πρέπει να στερηθούν και να δεσμευτούν. Σε επίπεδο σχέσεων, η δέσμευση με έναν σύντροφο σημαίνει στέρηση από τις σχέσεις με άλλους. Ακόμα, όμως, κι αν κάποιος προτιμά ένα βιβλίο ή ένα βιντεοπαιχνίδι, αυτό σημαίνει ότι αφιερώνει αρκετό χρόνο σε αυτό, στερώντας από τους δημιουργούς των άλλων βιβλίων ή βιντεοπαιχνιδιών την ισότιμη αναγνώριση της δουλειάς τους. Μόνο κάποιος που δεν αγαπά πραγματικά τίποτα μπορεί να φανταστεί ότι υπάρχει η δυνατότητα της ισότιμης αγάπης για όλους ή για τα πάντα. Αυτός είναι και ο πυρήνας της ιδέας πίσω από την έρευνά μας για την απάτη της “αγάπης χωρίς σύνορα”. 

Οι “κοσμοπολίτες” είναι αυτοί που δηλώνουν με κάθε δυνατό τρόπο ότι θέλουν η πατρίδα τους να κάνει περισσότερες ενέργειες για τη μείωση της παγκόσμιας φτώχειας και ανισότητας. Από την άλλη πλευρά, έχει κυριαρχήσει το στερεότυπο για όσους έχουν εθνοκεντρική θεώρηση πως είναι άκαρδοι και άσπλαχνοι πολεμοχαρείς. Παρόλα αυτά, έρευνα στις ΗΠΑ έδειξε ότι για την περίοδο 2006 – 2012 οι πολιτείες που μάζεψαν περισσότερες δωρεές για φιλανθρωπίες αναλογικά, σύμφωνα με στοιχεία της εφορίας, είναι στη συντριπτική τους πλειοψηφία αυτές που θεωρούνται συντηρητικές και θρησκευόμενες (η Γιούτα, για παράδειγμα), ενώ αυτές που θεωρούνται πιο προοδευτικές (όπως η Καλιφόρνια) βρίσκονται σε αυτές που έδωσαν τα λιγότερα. 

Εκείνοι που έχουν να δώσουν τα περισσότερα για τους συντρόφους και τους συνεργάτες τους είναι πιο επιλεκτικοί σε ποιους δίνουν αυτούς τους ρόλους, επειδή είναι κι εκείνοι που έχουν να χάσουν τα περισσότερα. Μόνο εκείνοι που δεν είναι διατεθιμένοι να δώσουν πολλά έχουν λόγο να διαδίδουν το ψέμα ότι η αγάπη δεν έχει σύνορα. Κι αυτό επειδή θα είναι εκείνοι που έχουν να κερδίσουν τα περισσότερα εάν οι δοτικοί άνθρωποι μοιράζονται αδιάκριτα. Αυτό που ισχύει, όμως, είναι ότι η πραγματική αγάπη, από τη φύση της, είναι μεροληπτική και κάνει διακρίσεις. 

Μετάφραση/απόδοση, για το Ιδεάπολις, της Ε. Π.

Ταυτότητα

Αρχείο

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -