Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

Η στάθμη του πολιτισμού των κοινωνιών, σε μεγάλο βαθμό, αντικατοπτρίζεται στον τρόπο με τον οποίο αυτές διαχειρίζονται τα γεγονότα του έρωτα και του θανάτου. Πρόκειται για τις δύο “κοσμικές δυνάμεις” που καθορίζουν, οριοθετούν και διαπερνούν την ανθρώπινη ύπαρξη και εμπειρία, καθώς και την ανθρώπινη ιστορία. Είναι γεγονότα που φανερώνουν την ουσία του ανθρώπου, που δεικνύουν τις πιο αληθινές του στιγμές. Είναι δυνάμεις διαπλαστικές και φθοροποιές, αντίστοιχα, καταστάσεις που καλούν τον κάθε άνθρωπο, αλλά και τις οργανωμένες συλλογικότητες, να πάρουν θέση απέναντί τους, να τις ξορκίσουν, να τις εξευμενίσουν, να τις υμνήσουν, να τις απωθήσουν, να τις μισήσουν ή να τις εγκολπωθούν δημιουργικά, να τις αντικρύσουν γυμνές ή να τις επικαλύψουν ποικιλοτρόπως. 

Σήμερα, μπορούμε βάσιμα να αναφερόμαστε στον “μεταμοντερνισμό”, παρότι το τέλος της νεωτερικότητας δεν έχει και τυπικά σηματοδοτηθεί. Ωστόσο, είναι φανερό, ότι η εποχή που διανύουμε αποκρυσταλλώνει ορισμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά που μορφοποιούνται ως οι ακραίες συνέπειες του μοντέρνου κοσμοειδώλου. Ζούμε την ακρότατη έκφραση του μοντερνισμού και παρακολουθούμε - μέσα μας και γύρω μας- την μετάλλαξή του. Ως κύρια χαρακτηριστικά θα μπορούσαμε να ορίσουμε τον μηδενισμό και τον σχετικισμό. Ο ρόλος του υποκειμένου έχει υπερδιογκωθεί κι έτσι κάθε σταθερά και κάθε βεβαιότητα τείνει να υπονομευθεί από ερωτήματα που το ίδιο το υποκείμενο έχει πλέον την “εξουσία” να θέτει. Η κριτική των παραδοσιοκρατών συνίσταται στο ότι η εποχή αυτή οδηγεί στον πρωτογονισμό των κοινωνιών και στον εκβαρβαρισμό του ανθρώπου. Άρα, λοιπόν, η εξάπλωση του μεταμοντέρνου αντι-πολιτισμού είναι γεγονός και η διάγνωση του ρόλου που κατέχουν μέσα σε αυτόν οι έννοιες του έρωτα και του θανάτου, μοιάζει διαφωτιστική. 

Η μεταμοντέρνα εποχή είναι η “χαζοχαρούμενη εποχή”. Αποτελείται από τις κοινωνίες που διψούν για την εύρεση χαράς, αλλά που δεν ξέρουν πού να την αναζητήσουν. Η χαρά αναζητείται μέσω ιδεολογημάτων όπως η “διαρκής πρόοδος” και με μεθόδους όπως ο καταναλωτισμός. Ο θάνατος, παρότι διαρκώς και αναπόδραστα παρών, παρότι εγγενώς παντοδύναμος, απωθείται. Ο μοντέρνος άνθρωπος δεν ξορκίζει τον θάνατο δια της τέχνης ή της θρησκευτικής πίστης, απλά παριστάνει ότι δεν τον βλέπει, ότι αυτός δεν υπάρχει, τον κρύβει όπως-όπως “κάτω απ’ το χαλάκι“, υποκρίνεται ότι χαίρεται, ενώ πασχίζει μόνο να απολαμβάνει. Και μέσω της αναζήτησης υλικής ευμάρειας εξασφαλίζει την ψευδαίσθηση μιας αθανασίας. Ακόμα και η δημοτικότητα που αποκτά η καύση των νεκρών σαν επιλογή σήμερα, φανερώνει ότι όλο και περισσότεροι επιλέγουν να αποφεύγουν τον στοχασμό πάνω στο γεγονός του θανάτου και να υποβαθμίζουν την ιερότητα του ανθρώπινου σώματος. 

Δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε ότι σε όλο τον δυτικό κόσμο ο “έρωτας” και το “σεξ” εννοιολογικά ταυτίζονται, παρόλο που για την ελληνική γλώσσα κάτι τέτοιο μοιάζει τουλάχιστον αδόκιμο. Τίποτα δεν φαίνεται να διαχωρίζει, για τον δυτικό άνθρωπο, τα εξιδανικευμένα ιπποτικά μυθιστορήματα του μεσαίωνα από το σκληρό πορνό του 21ου αιώνα. Ο έρωτας απώλεσε κάθε δυναμική των συναισθημάτων, εξοβελίστηκε κάθε τραγική σημαντική και απόμεινε μόνο η ατομικιστική ηδονοθηρία. Η αυτονομημένη από τον έρωτα σεξουαλικότητα γίνεται μέσο για να ξορκιστεί ο φόβος του θανάτου. Ένας φόβος που όσο περισσότερο απωθείται τόσο ισχυροποιείται και εξωτερικεύεται διοχετευόμενος από διάφορα ψυχολογικά κανάλια. 

Το σεξ είναι αγαθό προς κατανάλωση, το σεξ υπακούει στην λογική του καπιταλισμού και, μοιραία, ο άνθρωπος ο οποίος αναγκαστικά σου το παρέχει δεν είναι παρά ένα αναλώσιμο αντικείμενο. Περισσότερο σεξ σημαίνει περισσότερη ισχύς, σημαίνει περισσότερη βούληση για ζωή, σημαίνει ότι ο θάνατος αποφεύχθηκε για ακόμα λίγο. Είναι αμελητέο εάν πάνω σε αυτό το σπασμωδικό τρεχαλητό επιβίωσης, χρησιμοποιεί κανείς τον άλλον άνθρωπο. Τα πάντα κρίνονται από την χρησιμότητά τους. 

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς διαπλέκονται τραγικά έρωτας και θάνατος, είναι οι θεσμοθετημένες εκτρώσεις. Έχει σημασία η επίσημη νομιμοποίηση μέσω των θεσμών αυτής της συστηματικής γενοκτονίας, διότι δείχνει ότι η κοινωνία συναποφασίζει και είναι συνυπεύθυνη. Οι εκτρώσεις μάς δείχνουν ότι ο άνθρωπος επιλέγει ωφελιμιστικά το πότε θέλει να είναι “υπεύθυνος”. Η σεξουαλική ελευθεριότητα είναι αναφαίρετο “δικαίωμα”, αλλά το αποτέλεσμα αυτής της ελευθεριότητας δεν είναι δεσμευτικό, ακόμα κι αν στοιχίζει σε ανυπεράσπιστες ανθρώπινες ζωές. 

Στην μετα-φεμινιστική μας εποχή, η γυναίκα έχει “δικαίωμα” να προτάσσει επιθετικά, βίαια, κυριαρχικά την σεξουαλικότητά της, δεν έχει όμως καθήκον να προασπίζει την γενετήσια αιδημοσύνη. Η γυναίκα του μετα- φεμινισμού έχει “δικαίωμα” να δολοφονεί προμελετημένα και εν ψυχρώ το έμβρυό της, δεν αποδέχεται όμως την ευθύνη της μητρότητας και την αυθυπερβατική ιερότητα της οικογένειας. 

Οι θεσμοθετημένες εκτρώσεις, όσο κι αν ο μοντέρνος άνθρωπος προσπαθεί να εξευγενίσει τις δολοφονίες και να αποσείσει από πάνω του τις ενοχές - με όρους όπως “τεχνητή διακοπή κύησης” - είναι το μεγαλύτερο και φρικωδέστερο παράδειγμα της πολιτισμικής κατάπτωσης του καιρού μας. Είναι η απόδειξη ότι η ελευθεριότητα στον “έρωτα” οδηγεί σε βία και θάνατο, ότι η παράδοση του ανθρώπου στα ένστικτα τον βουλιάζει στον πρωτογονισμό και την βαρβαρότητα. Είναι μια ύβρις για την οποία, ακόμα, η ανθρωπότητα δεν έχει πληρώσει. 

Η αποψίλωση των κοινωνιών από τις Παραδοσιακές Αρχές, η λοιδορία της ηθικής, των απαράβατων “ιερών νόμων”, έχει πολύ χειροπιαστά αποτελέσματα. Το παρόν δεν αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας για το μέλλον, γι’ αυτό ας αφεθούμε στην μεταφυσική δυναμική που γεννά τις εκπλήξεις μέσα στην Ιστορία. 

του Άγγελου Δημητρίου

Ταυτότητα

Αρχείο

Δημοφιλείς Αναρτήσεις

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -