Τρίτη, 12 Σεπτεμβρίου 2017

Η περίοδος που διανύουμε είναι, αναμφίβολα, κομβική. Είναι από αυτές που χαρακτηρίζονται ιστορικά ως προεπαναστατικές ή αξονικές, κατά τον Γιάσπερς (1). Η εφαρμογή της επικρατούσας – οικονομικά και κοινωνικά φιλελεύθερης - πολιτικής ατζέντας, τόσο σε εθνικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο, οδηγεί μαθηματικά τη Δύση σε ένα νέο σημείο ισορροπίας, εξαιρετικά δυσμενέστερο σε όλα τα επίπεδα, σε σχέση με το προηγούμενο. Ως εκ τούτου, το πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης κρίνεται ιδιαιτέρως ευνοϊκό για τις λεγόμενες εθνικολαϊκές δυνάμεις, ως τους γνήσιους φορείς της αμφισβήτησης απέναντι στο Zeitgeist, όπως έχει αποδειχθεί άλλωστε από τις πρόσφατες εκλογικές επιτυχίες σε ΗΠΑ και Ευρώπη. 

Στα καθ' ημάς, το μέγεθος της κρίσης και η παρατεταμένη διάρκειά της, σε συνδυασμό με το γενικότερο κλίμα απογοήτευσης, δίνουν την εντύπωση ότι “οι καιροί είναι έτοιμοι για την αλλαγή, αλλά δεν είμαστε εμείς”. Πράγματι, το ξεγύμνωμα της κυβερνώσας Αριστεράς, που ακολούθησε την κατάρρευση του δικομματισμού, επαγωγικά θα έπρεπε να οδηγήσει σε ραγδαία άνοδο του κοινοβουλευτικού εθνικισμού. Κάτι τέτοιο, όμως, όχι μόνο δεν συμβαίνει αλλά, αντιθέτως, παρατηρείται μία ανησυχητική στασιμότητα. Στασιμότητα, η οποία είναι αποτέλεσμα αφενός μεν του ασφυκτικού περιορισμού, μετά από τις άδικες πολιτικές – ποινικές διώξεις, αφετέρου δε της αυτοπεριθωριοποίησης, καθώς και της οργανωτικής και στελεχιακής ανεπάρκειας της Χρυσής Αυγής. Ως άμεση συνέπεια, παρατηρούμε σταδιακά να οργανώνεται υποτυπωδώς ένα ετερόκλητο πλήθος εθνοκεντρικά σκεπτόμενων ατόμων, έξω από τα κομματικά στεγανά, και να προσπαθεί σπασμωδικά να δραστηριοποιηθεί πολιτικά με το συναισθηματικό πρόταγμα “κάτι πρέπει να κάνουμε”

Προφανώς, το να επιθυμεί κανείς να δράσει υπέρ της επιβίωσης της Πατρίδας και της διατήρησης των διαχρονικών αξιών του ευρωπαϊκού πολιτισμού είναι θεμιτό και αξιότιμο. Για την ακρίβεια, αποτελεί υποχρέωση κάθε υγιώς σκεπτόμενου πολίτη. Αυτή η βούληση για τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος (πολιτικού, οικονομικού, φυσικού κ.ο.κ.) μέσω της δράσης, καθώς και η πίστη ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό, χαρακτηρίζεται ως ακτιβισμός. Με άλλα λόγια, ακτιβισμός είναι η “φιλοσοφική θεωρία η οποία πρεσβεύει ότι η ουσία του ανθρώπου, η ανθρώπινη υπόσταση, εκδηλώνεται όχι με την θεωρητική σύλληψη του κόσμου, αλλά με την πρακτική ενέργεια, η οποία μεταβάλλει το περιβάλλον. Ηθικώς, ο ακτιβισμός δέχεται ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει να παραμένει εις το θεωρητικό επίπεδο αλλά, αντιθέτως, καταξιώνεται με τη δράση και μόνο” (2). Μια και αναφερόμαστε συγκεκριμένα στον εθνικιστικό ακτιβισμό, δεν γίνεται να μην επισημάνουμε το αρχέτυπο του φιλοσόφου – πολεμιστή, που έρχεται για να επικυρώσει τη σημασία της δράσεως διαχρονικά. Η δράση αλληλοσυμπληρώνεται με το Πνεύμα και μαζί νοηματοδοτούν και ολοκληρώνουν τον ανθρώπινο βίο. 

Σε πολιτικό επίπεδο, οι ακτιβιστικές ενέργειες, οι οποίες αποσκοπούν στην προπαγάνδιση των ιδεών και στη ζύμωση, είναι φυσιολογικό να αναθεωρούνται και να εξελίσσονται, ακριβώς όπως οι ίδιες οι ιδέες, η κοινωνία, η τεχνολογία, οι ανάγκες και οι άνθρωποι. Σ' αυτό το σημείο οφείλουμε να διασαφηνίσουμε ότι αναφερόμαστε αποκλειστικά σε ενέργειες που έχουν να κάνουν με το πεδίο της πολιτικής αλλαγής, αλλά και του τρόπου σκέψης και της κοσμοθέασης γενικότερα – εξάλλου, αυτά είναι αλληλένδετα. Ενέργειες οι οποίες έχουν να κάνουν με συνωμοσία και με ένοπλη κατάληψη της εξουσίας – ή, ακόμα χειρότερα, με σπασμωδικά βίαια ξεσπάσματα εναντίον πάσης φύσεως αντιπάλων – δεν αφορούν την παρούσα εργασία, είτε επειδή αποτελούν αντικείμενα μελέτης διαφορετικού τύπου, είτε επειδή, απλώς, έχουν αποδειχθεί εμπειρικά ως αδιέξοδες και χωρίς περιθώριο επιτυχίας. Σε ό,τι αφορά στον δυτικό κόσμο – τουλάχιστον από τη δεκαετία του '80 και έπειτα - δεν υπάρχει παράδειγμα επιτυχημένης ανατροπής της προδιαγεγραμμένης φιλελεύθερης πολιτικής ατζέντας από καμία ένοπλη κίνηση, πόσο μάλλον από ανοργάνωτες ομάδες νεολαίων με χουλιγκανίστικες πρακτικές, ακόμα και τότε που η φύση και η σύσταση των δυτικών κοινωνιών ήταν διαφορετική. 

Σήμερα, ο εθνικιστικός ακτιβισμός έχει πρόσφορο πεδίο δράσης σε όλες τις πτυχές της ανθρώπινης δραστηριότητας, ακριβώς επειδή ο εκφυλισμός και η απόγνωση διαχέονται παντού, την ίδια ώρα που το χρηματοπιστωτικό σύστημα αγωνιά για την εξασφάλιση της ευημερίας των αριθμών. Επιπροσθέτως, με την ανάπτυξη της τεχνολογίας, ολοένα και περισσότερα μέσα βρίσκονται στη διάθεση των εθνικιστών ώστε να αναβαθμίσουν τις δραστηριότητές τους ή να ξεπεράσουν προβλήματα που στο παρελθόν θεωρούνταν απροσπέλαστα. Ανάλογα με τους στόχους και τη μεθοδολογία των ακτιβιστών, οι επιλογές είναι αναρίθμητες: Ακτιβισμός θεωρείται η συγγραφή κειμένων, ο σχολιασμός και η προώθησή τους, η δημιουργία βίντεο και εικονιδίων, η παραγωγή έντυπου υλικού, το μοίρασμά του και η αφισοκόλληση, οι πορείες στον δρόμο, οι ομιλίες και οι συζητήσεις, η παραγωγή ανεξάρτητης μουσικής, οι αυτοδιαχειριζόμενες συναυλίες, το ανέβασμα θεατρικών έργων, η λειτουργία κινηματικών χώρων, οι ενημερωτικές παρεμβάσεις σε χώρους εργασίας και εκπαίδευσης, η συλλογή χρημάτων ή ειδών για ενίσχυση ατόμων και ομάδων, η αναδάσωση, οι εκδόσεις βιβλίων και περιοδικών, η λειτουργία δανειστικών βιβλιοθηκών, οι ομάδες ανάγνωσης και μελέτης, οι ομάδες εργασίας, η αποκατάσταση χώρων και μνημείων, ο καθαρισμός δασών και παραλιών, η περιφρούρηση εκδηλώσεων και αναρίθμητες ακόμα ενέργειες. 

Έχοντας υπόψη τα παραπάνω, το παράδειγμα του σύγχρονου ελληνικού εθνικιστικού ακτιβισμού κρίνεται ιδιαιτέρως προβληματικό. Με εξαίρεση μία, σημαντική αλλά αμφιβόλου ποιότητας, έξαρση συμμετοχής στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η αίσθηση της απουσίας είναι έκδηλη. Απουσία ουσιαστικής παρέμβασης στις οικονομικοπολιτικές εξελίξεις, στους χώρους εργασίας, στην εκπαίδευση, στα κοινωνικά δρώμενα γενικότερα. Αυτή η απουσία είναι το αποτέλεσμα ενός συνδυασμού εξωγενών παραγόντων και λανθασμένων επιλογών ετών. Η προσπάθεια αποανθρωπισμού (3) των εθνικιστών, οι αντισυνταγματικές διώξεις ηγεσίας και υποστηρικτών της Χρυσής Αυγής και όχι μόνο, ο αποκλεισμός των ιδεών μας από το μηντιακό σύστημα, είναι πρακτικές που προσιδιάζουν σε τριτοκοσμικές δικτατορίες. Από την άλλη πλευρά, όμως, αποτελούν μία φυσιολογική αντίδραση για το φαύλο καθεστώς της Μεταπολίτευσης, στην αγωνιώδη προσπάθειά του να αποφύγει την κατάρρευση, οπότε θα μπορούσε κάποιος βάσιμα να ισχυριστεί ότι οι εθνικιστές θα έπρεπε να προετοιμαστούν και να θωρακιστούν απέναντι σ' αυτό το ενδεχόμενο. 

Σ' αυτές τις εξελίξεις των τελευταίων ετών, οφείλουμε να προσθέσουμε το γεγονός ότι, στην πατρίδα μας, δεν υπάρχει ιδιαίτερη εθνικιστική κινηματική παράδοση, όπως υπάρχει σε άλλες χώρες. Τα εθνικά καθεστώτα της 4ης Αυγούστου (4) και της 21ης Απριλίου υπήρξαν περισσότερο Δεξιές κυβερνήσεις εκτάκτων αναγκών παρά οτιδήποτε άλλο. Ως εκ τούτου, η κληρονομιά τους είναι αμφιλεγόμενη. Η αόριστη έννοια της εθνικοφροσύνης που καλλιέργησαν, έφτασε, για πολλά χρόνια, να ταυτίζεται με τη νομιμοφροσύνη απέναντι σε κράτος και θεσμούς, όσο διεφθαρμένοι και αντεθνικοί κι αν υπήρξαν. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που αντί για ένα συγκροτημένο, ενιαίο και οργανωμένο εθνικιστικό κίνημα αναφερόμαστε σε έναν αφηρημένο “χώρο”, ο οποίος μπορεί να χωρέσει κάθε καρυδιάς καρύδι (5)

Στον “χώρο” δεν υπάρχει κινηματική λογική, ούτε καν ιδεολογική σύγκλιση πολλές φορές. Δεν υπάρχει αλληλεγγύη, ούτε καν πνεύμα συνεργασίας και καλής θέλησης. Δεν υπάρχει οργάνωση, ούτε συνέπεια και σε ορισμένες περιπτώσεις ούτε καν κοινή λογική. Δεν υπάρχει συνέχεια, άρα δεν υπάρχουν δομές. Τέλος, κυρίως, δεν υπάρχουν δάσκαλοι, ούτε μέντορες. Υπάρχουν, όμως, αρκετοί ματαιόδοξοι, που θεωρούν ότι ήρθε η σειρά τους στην επετηρίδα για να ηγηθούν του τίποτα. Υπάρχουν αρκετοί μαγαζάτορες και τσοπάνηδες, που ακολουθούνται από ζητωκραυγάζοντες κλακαδόρους. Υπάρχουν ρουφιάνοι, περιθωριακοί, τεμπέληδες, ημιμαθείς, αποτυχημένοι και, γενικότερα, αρκετοί που βρίσκονται στο σωστό μέρος για τους λάθος λόγους. Και αυτό το συνονθύλευμα αρέσκεται στο να κυνηγάει την ουρά του και να διεξάγει παράλληλους μονολόγους, νομίζοντας ότι έτσι διεξάγει κάποιου είδους πολιτικό αγώνα. 

Υπάρχουν βέβαια κι αυτοί – στη νεολαία είναι πάντα η ελπίδα – που βρίσκονται στο σωστό μέρος για τους σωστούς λόγους. Οι αγνοί, ανυστερόβουλοι και ανιδιοτελείς. Οι ρομαντικοί επαναστάτες, οι ηρωικοί πεσσιμιστές. Αυτοί που επιμένουν να φωνάζουν με αγωνία “κάτι πρέπει να κάνουμε”

Στα θολά νερά του “χώρου”, ακριβώς λόγω της δομικής ανεπάρκειάς του, κάθε ακτιβιστική ενέργεια είναι καταδικασμένη να ισορροπεί μεταξύ μίας Καδμείας νίκης και ενός πλήρους φιάσκο. Αυτό συμβαίνει διότι ακόμη κι αν έλθει, τυχαία, μία επιτυχία δεν υπάρχει διαμορφωμένο υποκείμενο ικανό για να την αξιοποιήσει πλήρως. Στην περίπτωση της αποτυχίας δε, ο Ασκός του Αιόλου είναι έτοιμος να ανοίξει ορθάνοιχτα, όπως έχει συμβεί κατά καιρούς, και να παρασύρει τους αφελείς και τους απερίσκεπτους. 

Οι ακτιβιστικές επιλογές, λοιπόν, στο “κάτι πρέπει να κάνουμε”, με βάση τις επικρατούσες συνθήκες, περιλαμβάνουν, πολύ συχνά για να θεωρηθεί σύμπτωση, απουσία στοχοθεσίας, αμφιβόλου ποιότητας περιεχόμενο, έλλειψη πρωτοτυπίας, άθλια αισθητική, οργανωτική αποτυχία, επιχειρησιακή ανεπάρκεια και ανελέητο καπέλωμα. Περιλαμβάνουν πορείες και εκδηλώσεις που ανακοινώνονται και δεν πραγματοποιούνται ποτέ, χωρίς καμία αυτοκριτική εκ των υστέρων. Συγκεντρώσεις στις οποίες οι διοργανωτές έρχονται τελευταίοι, χωρίς καμία πρόβλεψη και προεργασία, εκθέτοντας τους συμμετέχοντες σε αχρείαστο κίνδυνο. Μνημόσυνα στα οποία συμμετέχουν συνολικά δέκα άτομα, τα οποία εκφωνούν δεκάρικους εκπροσωπώντας δεκαπέντε συλλόγους. Συζητήσεις στις οποίες μπορεί ο καθένας να πάρει το μικρόφωνο για να αναλύσει επί μακρόν την προσωπική του θεωρία συνωμοσίας. Κείμενα, αναρτήσεις και εκπομπές όπου διάφοροι τυχαίοι αναλύουν με φανατισμό και ύφος χιλίων καρδιναλίων αντικείμενα για τα οποία δεν έχουν ιδέα. Βίντεο και εικονίδια με αισθητική τουρκόγυφτου. Και το χειρότερο: Ορισμένες περιπτώσεις από τις παραπάνω καταλήγουν σε σοβαρούς τραυματισμούς που θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί ή σε βαριές ποινές, που, στην καλύτερη περίπτωση, εξαγοράζονται αποστραγγίζοντας οικονομικά τον ακτιβιστή και τους συντρόφους του. 

Η απάντηση, λοιπόν, στο “κάτι πρέπει να κάνουμε” είναι “πρώτα απ' όλα, μην κάνεις κακό”. Μην είσαι επιζήμιος για τον εαυτό σου, για τους συντρόφους σου και για την Ιδέα. Ο δρόμος προς την Κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις. Καλύτερα να μην κάνεις τίποτα εάν είναι να ρισκάρεις την ασφάλεια τη δική σου και των γύρω σου ή την αξιοπιστία αυτών που πρεσβεύεις, μόνο και μόνο για να εκτονώσεις την αγωνιστική σου διάθεση. Ο ακτιβισμός είναι μέσο, δεν είναι αυτοσκοπός. Η λογική του “καλύτερα να γίνει κάτι, από το να μην γίνει τίποτα” είναι ο ορισμός της επαναστατικής γυμναστικής, της δράσης για τη δράση. Πολλές φορές το “κάτι” αποδεικνύεται χειρότερο από το “τίποτα”. Ακόμη, όμως, κι αν δεν αποδειχθεί έτσι, η καλύτερη κατάληξη της επαναστατικής γυμναστικής είναι ένας φαύλος κύκλος 

Σε έναν υποθετικό διάλογο, η ερώτηση που ακολουθεί αβίαστα είναι “και τότε τί κάνουμε”; Η απάντηση είναι, επίσης, απλή: “Προετοιμασία και οργάνωση”. Εάν κάποιος θελήσει να ασχοληθεί με την πυγμαχία, δεν πρόκειται κανείς σοβαρός δάσκαλος να τον βάλει να αγωνιστεί προτού φτάσει στο επιθυμητό επίπεδο, όσο κι αν ο αθλητής ζητά κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, θα πρέπει να αποκτήσει πρώτα την απαραίτητη φυσική κατάσταση και τη σωστή τεχνική, ώστε να είναι σε θέση να πάρει μέρος σε αγώνες. Γιατί να μην ισχύει το ίδιο παράδειγμα και στον ακτιβισμό; Πώς μπορεί να πιστεύει κανείς ότι χωρίς γνώση, χωρίς οργάνωση, χωρίς προετοιμασία, χωρίς προεργασία, χωρίς τα κατάλληλα εφόδια, γενικότερα, μπορεί να παρελάσει στους δρόμους της Πατρίδας και να την ελευθερώσει; Δεν πρόκειται κανείς να του δώσει το κλειδί της πόλης κι όπως έχει αποδειχθεί από κινήματα που κάνουν σοβαρή δουλειά και είναι έτη φωτός μπροστά σε οργανωτικό επίπεδο (6), οι antifa δεν αποτελούν παρά μόνο την πρώτη πίστα σε ένα πολύ πιο περίπλοκο παιχνίδι. 

Μία πολύ σημαντική παράμετρος στο θέμα μας είναι ότι η δράση για να έχει ουσία, αξία και αποτέλεσμα πρέπει να είναι βιωματική. Πρέπει να είναι πηγαία, συνειδητή και άρρηκτα συνδεδεμένη με την κοσμοθέαση και τον τρόπο ζωής. Σε αντίθετη περίπτωση, είναι πολύ εύκολο να την αντιληφθεί κανείς ως αποσπασματική ενέργεια με μοναδικό στόχο το φαίνεσθαι. Είναι διαφορετικό το να απευθυνθεί ένα συνδικαλιστικό σωματείο σε συναδέλφους για ζητήματα που τους αφορούν άμεσα, από το να μοιραστεί ένα σχετικό φυλλάδιο σε τυχαίους περαστικούς στο δρόμο. Είναι ανώφελο το να μαζευτούν ορισμένα άτομα για να φυτέψουν μερικά δένδρα και να βγουν τη σχετική φωτογραφία, όταν δεν έχουν καμία άλλη επαφή με τη Φύση. Είναι γελοίο το να υποστηρίζει κανείς υπερεπαναστατικές απόψεις σε αγνώστους στο διαδίκτυο, όταν για το κοντινό του περιβάλλον είναι αδρανής ή γραφικός. 

Εάν η συνειδητή απόφαση ενός νέου να δραστηριοποιηθεί κοινωνικά και εθνικά, απέναντι στην παρακμή, μοιάζει με την Επιλογή του Ηρακλή στον Μύθο, τότε ο πρώτος άθλος, στην περίπτωσή του, θα πρέπει να είναι ο καθαρισμός της κόπρου του Αυγεία: Η πλήρης διαφοροποίηση, σε πνευματικό και φυσικό επίπεδο, από τις επιζήμιες πρακτικές και νοοτροπίες του “χώρου”. Ειδεμή, αντί για τον εξαγνισμό του Ηρακλή, είναι καταδικασμένος να ζει αέναα το Μαρτύριο του Σισύφου, ξοδεύοντας τον εαυτό του σε έναν φαύλο κύκλο επαναστατικής γυμναστικής, χωρίς ουσία και σκοπό, συναγελαζόμενος με αμφιβόλου ποιότητας και επιδιώξεων άτομα. 

Παραπομπές: 
2) Δ. Ε. Ευαγγελίδη, Πολιτική Ορολογία, Νέα Θέσις, Αθήνα, 1996, λήμμα “Ακτιβισμός” 
5) Για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, οφείλουμε να παραδεχτούμε τη συνέπεια του κόμματος της Χρυσής Αυγής στην προσπάθειά του – πιο οργανωμένη και συντεταγμένη από τα μέσα της δεκαετίας του '90 και μετά - να διαμορφώσει το δικό του δόγμα του “Λαϊκού Εθνικισμού” και να διαφοροποιηθεί από τον “χώρο”. Όμως, οι συνεχείς ιδεολογικές παλινωδίες και η, φυσιολογική λόγω των συνθηκών, οργανωτική αποτυχία να διαχειριστεί τη μάζα των νέων ψηφοφόρων δεν έχουν επιτρέψει ούτε την αποκρυστάλλωση του δόγματος, ούτε την επιβολή του ως κυρίαρχο δόγμα του νέου ελληνικού εθνικισμού. 

του Χρήστου Καρανικόπουλου

Ταυτότητα

Αρχείο

Δημοφιλείς Αναρτήσεις

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -