Δευτέρα, 28 Αυγούστου 2017

Πρόκειται για το γεγονός που έχει σημαδέψει τη σύγχρονη πορεία του Ελληνικού Έθνους και Κράτους περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο, κατά το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα. Ο “εμφύλιος” ή “συμμοριτοπόλεμος” - σύμφωνα με εκθέσεις και αποφάσεις της Βαλκανικής επιτροπής του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (23.5.1947 και 21.5.1948) - ήταν η ένοπλη ανταρσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, με σκοπό την κατάκτηση της εξουσίας και την εφαρμογή ενός καθεστώτος Λαϊκής Δημοκρατίας, κατά τα πρότυπα των όμορων “σοσιαλιστικών” χωρών. 

Είναι μία περίοδος που αποτελεί ταμπού, ακόμα και σήμερα, σχεδόν εβδομήντα χρόνια μετά, τόσο για την ιστοριογραφία, όσο και για την καθημερινότητα της πολιτικής ενασχόλησης και συζήτησης. Μία περίοδος που άφησε πίσω της μια σκιά και διαμόρφωσε την πορεία της μεταπολεμικής Ελλάδος μέχρι και σήμερα. 

Οι ζυμώσεις για την επικράτηση του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ 

Η κομμουνιστική ανταρσία δεν ξεκίνησε με την επίθεση στον Σταθμό Χωροφυλακής του Λιτοχώρου, ούτε έληξε με την εκκαθάριση σε Γράμμο και Βίτσι. Εκτείνεται πολύ πιο διευρυμένα στον χρόνο. Με δεδομένη την επαναστατική επιλογή του Κομμουνιστικού Κόμματος - απότοκο της κατάκτησης της εξουσίας στην Ρωσία μέσω της Οκτωβριανής Επανάστασης, αλλά και με σαφείς τις επιρροές της θεωρίας περί εξαπλώσεως της επανάστασης - ήδη πριν από τον πόλεμο, οι κομμουνιστές αντιμετωπίστηκαν από το σύστημα, είτε το μεσοπολεμικό δημοκρατικό, είτε της Εθνικής Κυβερνήσεως του Ιωάννη Μεταξά, ως εν δυνάμει εχθροί. Χαρακτηριστικό σημείο αναφοράς είναι το περίφημο Ιδιώνυμο, που εισήγαγε ο Ελευθέριος Βενιζέλος, πολιτικός εκφραστής του κέντρου. 

Την, αρχικά, επιτηδευμένα ουδέτερη στάση του ΚΚΕ, κατά την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου (ένεκα του συμφώνου Ρίμπεντροπ – Μολότωφ, που οδήγησε τους Γάλλους κομμουνιστές σε ηττοπαθή προσέγγιση με το περίφημο “Πουρκουά”), μετά την έναρξη της επιχείρησης “Μπαρμπαρόσα” και την εισβολή του Άξονα στην Ρωσία, ακολούθησε μια έξαρση αντίστασης προς τον έως τότε σύμμαχο. Ο φασισμός, ο ναζισμός και ό,τι συμπεριλαμβανόταν σε αυτές τις κατηγορίες, που για τους κομμουνιστές αποτελούσαν την τελευταία γραμμή άμυνας του ετοιμόρροπου καπιταλιστικού συστήματος, έγιναν ο μεγάλος εχθρός, που έπρεπε να καταπολεμηθεί με κάθε τρόπο. 

Στην πραγματικότητα, η έννοια της αντίστασης προς τις κατοχικές δυνάμεις ήταν δευτερεύουσας σημασίας, καθώς για την κεφαλή αλλά και το συλλογιστικό του ΚΚΕ, πρώτευε η άμυνα της μεγάλης Σοβιετικής Πατρίδας. Η χρήση όμως ως προμετωπίδας του “διενεργούμε αντιπερισπασμούς ώστε οι Γερμανοί να αποσύρουν δυνάμεις από το Ανατολικό Μέτωπο και να τις μεταφέρουν εδώ, κάνοντας έτσι πιο εύκολο το έργο του Κόκκινου Στρατού” δεν θα είχε και μεγάλη επιτυχία στην κινητοποίηση εθελοντών - όπως άλλωστε απέτυχαν και όλα τα μαρξιστογενή προπαγανδιστικά συνθήματα κατά την πρώτη περίοδο της εισβολής. Ως αποτέλεσμα, η προπαγάνδα - τόσο στην Σοβιετική Ένωση, όσο και εκπορευόμενη από τα κατά τόπους κομμουνιστικά κόμματα στις υπό Αξονική κατοχή χώρες - άρχισε ν’ αναζητά πατήματα στο εθνικό παρελθόν. Στην Ελλάδα των τριών δυνάμεων κατοχής, η πορεία προς το αντάρτικο αντιμετωπίστηκε με όρους νέας “κλεφτουριάς”, η “ταξική φύση” του αντιπάλου υποβαθμίστηκε και μέσα στο ΕΑΜ συνενώθηκαν ετερόκλητες δυνάμεις, ξεπλένοντας στη δίνη του “Αγώνα για την απελευθέρωση της Πατρίδας” όσες κινήσεις είχε κάνει το ΚΚΕ προπολεμικά και το είχαν οδηγήσει στην περιθωριοποίηση από όλες τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις. 

Σε μία χώρα με ημιδιαλυμένες δομές, με την απουσία των κατεστημένων πολιτικών - που είχαν μετακομίσει μαζικά στην Αίγυπτο, δημιουργώντας μια κυβέρνηση εν εξορία - και με την ανάδειξη πολλών δυνάμεων που επεδίωκαν να αντισταθούν εμπράκτως στην επέλαση του Άξονος, για διάφορους λόγους, το ΚΚΕ ορθά διέβλεψε μια χρυσή ευκαιρία ώστε να επιβεβαιώσει την επαναστατική διεκδίκηση της εξουσίας ως βασικό του προγραμματικό στόχο. Υπό τον μανδύα του ΕΑΜ, μιας συνεργασίας με στελέχη του προπολεμικού κέντρου και της αριστεράς, διεκδίκησε την μαζικότητα και την πρωτοκαθεδρία στον αγώνα για την έξωση των κατοχικών δυνάμεων, με κάθε διαθέσιμο μέσο. Αρχικά κολακεύοντας και κατόπιν απειλώντας ανοιχτά την Κυβέρνηση του Καΐρου (η οποία τελούσε υπό τον έλεγχο του Βασιλέως), προσφέροντας ανταλλάγματα αλλά και επιτιθέμενο βίαια σε άλλες αντάρτικες ομάδες, διεκδίκησε την κυριαρχία στον χώρο της αντίστασης, η οποία θα εξαργυρώνονταν μετά την λήξη του πολέμου σε μερίδιο ή, ιδανικά, ακόμα και σε μονοπώλιο της εξουσίας. Άλλωστε, εφόσον κατόρθωναν να κυριαρχήσουν σε πόλεις και ύπαιθρο, η αποχώρηση των κατοχικών δυνάμεων θα άφηνε ένα κενό, το οποίο θα κάλυπταν μην επιτρέποντας στους υπόλοιπους διεκδικητές να συμμετάσχουν. 

Λίγοι γνωρίζουν πως ο κατοπινός διοικητής του ΔΣΕ, Στέφανος Σαράφης, συνελήφθη από αντάρτες του ΕΑΜ ενώ κατευθυνόταν προς τα ορεινά, με σκοπό την ανάπτυξη αντάρτικης ομάδος και συμμετείχε τελικώς στον ΕΛΑΣ με έναν συνδυασμό πειθούς και απειλών. Η σελίδα ιστορίας του 5/42 και του Συνταγματάρχη Ψαρρού είναι μία ακόμα μαύρη στιγμή, που ακόμα και οι φανατικοί κομμουνιστές δυσκολεύονται να υπερασπιστούν. 

Σ’ αυτό το σπιράλ κινήσεων, επιθέσεων και αντεπιθέσεων, με πολλούς παίκτες και αντικρουόμενα συμφέροντα, στήθηκε ένα γαϊτανάκι που τέλειωσε το 1949, στην κορυφή του Γράμμου, τουλάχιστον σε στρατιωτικό επίπεδο. Εξωτερικά οι Σοβιετικοί, οι Γερμανοί και οι Αγγλο-Αμερικάνοι και στο εσωτερικό το Κέντρο, η Αριστερά, η Δεξιά, ο Βασιλιάς και το ΚΚΕ, όλοι κινούνταν με άξονα τα συμφέροντά τους, σε έναν μακάβριο χορό, που στοίχισε στη χώρα πολύ περισσότερο από τη συμμετοχή στον Β’ ΠΠ. 

Τρομοκρατία και Αντίδραση 

Η επικράτηση του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ στο μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής Ελλάδος, είτε απορροφώντας είτε εξοντώνοντας τις άλλες οργανώσεις, οδήγησε στη δημιουργία ένοπλων αντικομμουνιστικών ομάδων, οι οποίες, με διαφαινόμενη την αποχώρηση των Γερμανών, φάνταζαν ως το μοναδικό αντίβαρο. Η αποδιοργάνωση των Βασιλικού Στρατού και Βασιλικού Ναυτικού στη Μέση Ανατολή, χάρη στη δράση κομμουνιστών εγκαθέτων, στερούσε από την εν εξορία κυβέρνηση την ένοπλη δύναμη που θα μπορούσε να εγγυηθεί την επιστροφή της χώρας στο παλιό προπολεμικό καθεστώς. Το ΚΚΕ, κινητήριος δύναμη πίσω από το ΕΑΜ, θεώρησε πως η αποχώρηση των Γερμανών τού έδινε τη δυνατότητα να διεκδικήσει επιτέλους τον πραγματικό στόχο της ύπαρξής του: Την εξουσία στο Ελληνικό Κράτος. Ως αποτέλεσμα, η πρωτεύουσα της χώρας, η Αθήνα, βίωσε την τρομοκρατία των Δεκεμβριανών. 

Είναι αλήθεια πως οι αδελφοκτόνες συγκρούσεις κρύβουν αγριάδα μεγαλύτερη από εκείνη των εξωτερικών πολέμων. Οι εβδομάδες πριν τη Συμφωνία της Βάρκιζας, για τον αφοπλισμό των αντάρτικων δυνάμεων, ήταν η ευκαιρία να κλείσουν πολλοί παλιοί λογαριασμοί. Και επειδή η ένοπλη κατάληψη της εξουσίας έχει δυο χέρια, τις παροχές και τον φόβο, ήταν η συνέχεια της περιόδου του φόβου. Δίκαιοι και άδικοι, ταξικοί εχθροί, στυλοβάτες του παλιού καθεστώτος ή όσοι είχαν την ταμπέλα του “συνεργάτη του καταχτητή”, σύρθηκαν σε αυτοσχέδια σφαγεία, σε μια έξαρση επαναστατικής βίας, που θα ξεπλήρωνε την ταξική βία και θα έθετε τα θεμέλια για την άνευ βίας κομμουνιστική κοινωνία. 

Αλλά οι ιθύνοντες του ΕΑΜ είχαν παραβλέψει και υποτιμήσει την θέληση γι’ αντίσταση εκ μέρους όλων των υπολοίπων πλευρών, όπως και την αδιαφορία της “μαμάς -Σοβιετίας” για τα τεκταινόμενα εν Αθήναις. Ο Κόκκινος Στρατός σταμάτησε στα Βουλγαρικά σύνορα. Η Χωροφυλακή, συνεπικουρούμενη από την Ορεινή Ταξιαρχία, αλλά και όσες δυνάμεις μπορούσαν να διαθέσουν οι Άγγλοι, μαζί με μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας και πολλών άλλων αντικομμουνιστικών ομάδων (όπως η περιβόητη Χ του Γεωργίου Γρίβα, που αποτελούσε όργανο εν πολλοίς της εξόριστης κυβέρνησης του Καΐρου), έδωσαν έναν αγώνα δίχως αύριο, όχι απλά για το μέλλον του Ελληνικού Κράτους, αλλά για την ίδια τους την ύπαρξη - μιας και, για τους ΕΛΑΣίτες, όποιος δεν συντάσσονταν μαζί τους αντιμετωπίζονταν ως προδότης και έβρισκε φρικτό θάνατο, πολλές φορές ακολουθούμενος από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του. 

Η ιστορική συζήτηση περί των Δεκεμβριανών είναι μεγάλη και οι παράμετροι πολλές και ενδιαφέρουσες. Παρά τις όποιες πιθανές αντιρρήσεις, όμως, είναι εμφανέστατο πως επρόκειτο για μια προσπάθεια κατάληψης της εξουσίας εκ μέρους του ΕΑΜ και του κρυπτόμενου ΚΚΕ. Η Συμφωνία της Βάρκιζας, που είχε ως αντικείμενο τον αφοπλισμό των ανταρτικών ομάδων και την συγκρότηση τακτικού στρατού - σε αντίθεση με την μετατροπή των Συνταγμάτων του ΕΛΑΣ σε οργανικό τμήμα των Ενόπλων Δυνάμεων - αποτέλεσε στην πραγματικότητα μια ευκαιρία για εξομάλυνση της πολιτικής ζωής. Οι λογαριασμοί, όμως, δεν είχαν κλείσει από καμία πλευρά και το επόμενο χρονικό διάστημα κύλησε σε ρυθμούς προετοιμασίας, μέχρι τη στιγμή που τα προσχήματα εξαφανίστηκαν. 

Στο επιχειρησιακό επίπεδο 

Στην Σοβιετική Ένωση, ο Στάλιν επέλεξε στρατηγικά να επενδύσει στην Ανατολική Ευρώπη, ήδη υπό Σοβιετική κατοχή, θυσιάζοντας τα πιόνια του στην Ελλάδα, γνωρίζοντας καλά ότι η Μεγάλη Βρετανία δεν θα επέτρεπε ποτέ την αλλαγή γεωστρατηγικού προσανατολισμού του επί αιώνα προτεκτοράτου της. Διατηρώντας επαμφοτερίζουσα στάση, επέτρεψε στο ΚΚΕ να κινηθεί ένοπλα για την κατάκτηση της εξουσίας, ενισχύοντάς το, όμως, μέσω των λοιπών Λαϊκών Δημοκρατιών και όχι απευθείας από την ΕΣΣΔ, χωρίς, μάλιστα, να προβεί ποτέ στην πολυπόθητη αναγνώριση της “Ελεύθερης Δημοκρατικής Ελλάδος”. Συχνή μομφή των φιλο-ΔΣΕ ιστορικών, αποτελεί η αρωγή αρχικά της Αγγλίας και κατόπιν των ΗΠΑ προς το κυβερνητικό στρατόπεδο, παραβλέποντας την καθοριστική βοήθεια των όμορων Λαϊκών Δημοκρατιών προς τις κομμουνιστικές δυνάμεις. Η παροχή τόσο οπλισμού όσο και βάθους υποχώρησης προς τις δυνάμεις του ΔΣΕ, παρέτεινε την κομμουνιστική ανταρσία για σημαντικό διάστημα. Εν τέλει, επήλθε το διαφαινόμενο αποτέλεσμα.

Όταν τον Αύγουστο του 1949, οι δυνάμεις του ΔΣΕ εγκλωβίστηκαν στα προπύργιά τους στον Γράμμο και στο Βίτσι, έχοντας ήδη απολέσει επικοινωνία αλλά και δυνατότητα δράσης σε όλη την υπόλοιπη Ελλάδα, ανέμεναν μια επανάληψη της κατάστασης των προηγουμένων ετών, με ελιγμούς, υποχωρήσεις, μεταφορά δυνάμεων μεταξύ των δύο βουνών και την έλευση του χειμώνα για τη συνέχιση της δράσης τους. Παρά τις αποτυχημένες προσπάθειές τους, στόχος παρέμενε η κατάληψη μιας πόλης, η οποία θα ανακηρυσσόταν σε πρωτεύουσα της “Λαϊκής Δημοκρατίας της Ελλάδος”, φέρνοντας την πολυπόθητη αναγνώριση από το Σοβιετικό μπλοκ.

Τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν ήταν ήδη πολλά, καθώς ο διάδρομος προς την Γιουγκοσλαβία είχε κλείσει για τα καλά, μετά την ρήξη Τίτο και Στάλιν, ενώ η στρατολόγηση των αντάρτικων δυνάμεων, είχε φτάσει στο ναδίρ. Ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδος, παρά τις προσδοκίες του ΚΚΕ, δεν υπήρξε ο διάδοχος του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ. Παιδομάζωμα, ομηρείες, αναγκαστική στρατολόγηση ενηλίκων και ανηλίκων, τρομοκρατία στα ορεινά χωριά των περιοχών δράσης του, δεν θύμιζαν σε τίποτα την αθρόα προσέλευση εθελοντών του πρώτου αντάρτικου. Ο εδαφικός περιορισμός της δράσης του, σε συνδυασμό με την αλλαγή πλεύσης του Τίτο, μείωνε τη δεξαμενή στρατολόγησης των ανταρτών κυρίως σε σλαβόφωνους και σλαβογενείς πληθυσμούς, γεγονός που οδήγησε στην υιοθέτηση της “Αυτονομίας του Μακεδονικού λαού” - συνεπής γραμμή του ΚΚΕ από τη στιγμή της δημιουργίας του.

Τα σχέδια του Εθνικού Στρατού, όμως, είχαν πια αλλάξει και ο Στρατάρχης Παπάγος δεν έδωσε περιθώρια ελιγμών στον ΔΣΕ. Η νίκη του Ελληνικού Στρατού ήταν ολοκληρωτική και τελεσίδικη. Ο Νίκος Ζαχαριάδης, Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ καθ’ όλη την περίοδο, μιλώντας από τον ραδιοφωνικό σταθμό της Μόσχας, τόνισε πως οι δυνάμεις του ΔΣΕ παραμένουν “με το όπλο παρά πόδας”, αρνούμενος την ήττα. Πράγματι, μέχρι το 1952, σκόρπιοι αντάρτες παρέμεναν στα βουνά και έψαχναν τον δρόμο για τις όμορες σοσιαλιστικές χώρες. Ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδος όμως, είχε πια συντριβεί και η χώρα δεν διέτρεχε τον κίνδυνο μετατροπής σε μια ακόμα “σοσιαλιστική” μαριονέτα της Σοβιετικής Ένωσης.

Ο απότοκος 

Η περίοδος 1946 - 1949 έχει σημαδέψει τη νεότερη Ελλάδα περισσότερο από κάθε άλλη - ίσως περισσότερο και από την Μικρασιατική καταστροφή. Δεν ήταν οι πρόσφυγες και η αναδιαμόρφωση της ελληνικής κοινωνίας, ήταν η δημιουργία ενός “μύθου” που αναδιέταξε την ελληνική πολιτική σκηνή και συνεπακόλουθα τη ζωή των κατοίκων της χώρας. 

Ο όρος “συμμοριτοπόλεμος” έχει αναγνωριστεί επίσημα από τον ΟΗΕ για να περιγράψει την περίοδο αυτή. Εμφύλιος δεν ήταν στην πραγματικότητα, γιατί, παρά το βάναυσο και την ένταση των συγκρούσεων, δεν υπήρξε ένας βαθύς χωρισμός της τότε ελληνικής κοινωνίας - δεν έσπευσαν να ανέβουν στο βουνό ή να παρέχουν υποστήριξη μεγάλες μάζες πληθυσμού. Στην πραγματικότητα, αναφερόμαστε σε ένα πολύ μικρό κομμάτι Ελλήνων (και όχι μόνο), κυρίως στα αφοσιωμένα μέλη του κομμουνιστικού κόμματος και σε βιαίως στρατολογηθέντες - που από ένα σημείο και μετά αποτελούσαν την πλειοψηφία των αντάρτικων δυνάμεων. Οι λοιπές πολιτικές δυνάμεις της χώρας, συμπεριλαμβανομένου του Κέντρου - αλλά και της Αριστεράς πλην του ΚΚΕ - είχαν ταχθεί στο πλευρό της νόμιμης κυβέρνησης, όπως αυτή σχηματίστηκε μέσω εκλογών, τις οποίες είχε σαμποτάρει το ΚΚΕ. Για την ακρίβεια, μιας και απευθύνονταν στο ίδιο κομμάτι του εκλογικού σώματος, το Κέντρο πρωτοστάτησε στον “αντικομμουνιστικό αγώνα”, με τον Γεώργιο Παπανδρέου και τον Σοφοκλή Βενιζέλο να κρατούν τα ηνία. Και έτσι, η Ελλάδα πέρασε σχεδόν είκοσι χρόνια ομαλής σχετικά πολιτικής ζωής, ενώ το ΚΚΕ έμμεσα συμμετείχε μέσω της ΕΔΑ, παίρνοντας μέρος σε όλες τις εκλογές και εκπροσωπούμενο στο κοινοβούλιο. 

Αργότερα, ακολούθησε η 21η Απριλίου και η επταετία και κατόπιν η Μεταπολίτευση. Το ΚΚΕ νομιμοποιήθηκε ξανά, έχτισε τον μύθο του περί “αγώνων για εθνική απελευθέρωση” και σφαγείς που θα έπρεπε να σαπίζουν σε φυλακές βρέθηκαν κουστουμαρισμένοι εντός του κοινοβουλίου. Κομμουνιστές όπως ο “Καπετάν Γιώτης”, κατά κόσμον Χαρίλαος Φλωράκης, βρέθηκαν να τιμούνται από το ελληνικό κράτος, όταν λόγω των πράξεών τους θα έπρεπε να αντιμετωπίζουν την κρίση της δικαιοσύνης. Συντάξεις “αντιστασιακού” δόθηκαν σε κομματικά στελέχη που προπαγάνδιζαν περί συνοριακών αλλαγών εις βάρος της Ελλάδος, έπαιρναν με το ζόρι παιδιά από τις αγκαλιές των μανάδων τους, εξαφάνιζαν “ταξικούς εχθρούς” και ενεργούσαν ως πράκτορες εχθρικών χωρών εντός της ελληνικής επικράτειας. 

Ο γράφων τούτο το άρθρο αντιμετωπίζει ευθαρσώς τον αντικομμουνισμό ως μορφή νεκροφιλίας. Οι σοβιετόφιλοι, ορθόδοξοι μαρξιστές αποτελούν πια ζόμπι, πτώματα μιας ιδεολογίας που απέτυχε εμπράκτως σε κάθε της εφαρμογή, προκαλώντας εκατομμύρια νεκρούς. Στον δυτικό κόσμο δε, έχουν δώσει την θέση τους στο έτερο μαρξιστογενές τερατούργημα της πολιτικής ορθότητας, καθώς ο, γεννημένος από την ίδια υλιστική μήτρα, φιλελευθερισμός ξερνά τις αποκρουστικές κι αφύσικες αντιλήψεις του, σκιάζοντας το Ευρωπαϊκό πνεύμα και μετατρέποντάς το σε δυτικό καρκίνωμα. 

Στην ελληνική καθημερινότητα, όμως, το φάντασμα του κομμουνισμού παραμένει ζωντανό. Το να του αποδοθεί μεγαλύτερη σημασία από όση χρειάζεται είναι μια μεγάλη παγίδα, αλλά ο μύθος που δημιουργήθηκε και συντηρείται εδώ και δεκαετίες πρέπει να αντιμετωπιστεί ριζικά, αντιπαραβάλλοντας απλά την αλήθεια. 

“Ευτυχώς ηττηθήκαμε, σύντροφοι” 

Η απομυθοποίηση είναι το όπλο μας: Απέναντι στους “ηρωικούς αντάρτες” αντιπαραβάλουμε την ωμή πραγματικότητα των βιαίως στρατολογηθέντων, του παιδομαζώματος, των εκτελέσεων και των βασανιστηρίων. 

Όταν ο Νίκος Ζαχαριάδης απελευθερώθηκε από το Νταχάου, όπου βρισκόταν κρατούμενος καθ’ όλη την διάρκεια του πολέμου, είχε ερωτηθεί από Έλληνες δημοσιογράφους σχετικά με τις εδαφικές διεκδικήσεις του Ελληνικού Κράτους. Ενώ συντάχθηκε στο πλευρό των υπολοίπων πολιτικών δυνάμεων, που ζητούσαν ένωση των Δωδεκανήσων και της Κύπρου στον εθνικό κορμό, όταν ρωτήθηκε σχετικά με την τύχη της Βορείας Ηπείρου ήταν κατηγορηματικός: “Η περιοχή αυτή ανήκει στην Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας”. Η κομματική γραμμή υπεράνω της Εθνικής. Αμφίβολο θα φάνταζε το μέλλον της Δυτικής Θράκης - που διεκδικούνταν από την Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Βουλγαρίας, αμφίβολη η τύχη της Μακεδονίας, αμφίβολη η τύχη ολόκληρης της χώρας, όταν το πρώτο ιεραρχικά κομματικό καθήκον ταυτίζεται με τις εντολές ενός κράτους διαχρονικά αναζητητή εξόδου προς τις θερμές θάλασσες της Μεσογείου και κυρίως μέσω του Πανσλαβισμού. 

Εξ ου, λοιπόν, και κλίνουμε το γόνυ ευλαβικά σε όλους τους θυσιασθέντες προς απόκρουση της κομμουνιστικής ανταρσίας. Γιατί Έλληνες, ανεξαρτήτως πολιτικών προτιμήσεων, έδωσαν τη ζωή τους ή τη σωματική τους ακεραιότητα πολεμώντας εναντίον εκείνων που προέταξαν το κομματικό έναντι του εθνικού. Δεν “μας φταίνε οι ξένοι που μας έβαλαν να αλληλοσκοτωθούμε”, ούτε “Έλληνας τουφεκούσε Έλληνα”. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος, από το 1941 ακόμα, είχε θέσει σε εφαρμογή ένα σχέδιο υφαρπαγής της εξουσίας, με τελική κατάληξη τη δημιουργία του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος. 

Αντισταθείτε στο μεταπολιτευτικό κομμουνιστογενές αφήγημα. Η αλήθεια είναι εμφανέστατη πια, αξιοποιείστε την. Ο μύθος της “Αντίστασης” και του “δεύτερου Αντάρτικου” είναι τόσο μακριά από την αλήθεια, όσο η μαρξιστική ανάλυση με την πραγματικότητα. 

Κι εμείς, σε πείσμα των καιρών, γνωρίζουμε καλά πως η Μνήμη δεν είναι Γιορτή Μίσους. Είναι μία ακόμα αφορμή απόδοσης σεβασμού στους μαχητές προγόνους μας, που πάλεψαν για μια Ελλάδα ελεύθερη και δυνατή. Καθήκον μας, όχι απλά η περιστασιακή απόδοση τιμών, αλλά το ζειν ως Έλληνες, γιατί αυτό είναι η μεγαλύτερη έμπρακτη τιμή σε όσους πέρασαν και όσους θα’ ρθουν. 

Η αναζήτηση της ευθύνης. 

του Παναγιώτη Λουκά

Ταυτότητα

Αρχείο

Δημοφιλείς Αναρτήσεις

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -