Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

Ο βομβαρδισμός της αεροπορικής βάσης του συριακού στρατού στην πόλη Χομς από τις αμερικανικές δυνάμεις, ως αντίποινα για την υποτιθέμενη χρήση του χημικού αερίου Σαρίν κατά τον βομβαρδισμό του θύλακα των τζιχαντιστών στην πόλη Χαν Σεϊχούν από τις δυνάμεις του Άσαντ, άνοιξε εκ νέου τον Ασκό του Αιόλου στη γεωπολιτική σκακιέρα της Μέσης Ανατολής. Το νέο στην εξέλιξη αυτή δεν είναι η σφοδρότητα της αμερικανικής επίθεσης, η οποία επέφερε ελάχιστες απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό και υποδομές – λειτουργώντας περισσότερο ως “μήνυμα”, αλλά η αλλαγή που σηματοδοτεί στους συσχετισμούς, στην περιοχή και γενικότερα.

Τα τελευταία εικοσιτετράωρα έχουν γίνει πολλές αναλύσεις, εύστοχες ή μη, που προσπαθούν να ερμηνεύσουν την απόφαση του Τραμπ να προχωρήσει σ' αυτή την ενέργεια. Επειδή, όμως, χωρίς να έχει κανείς την πλήρη εικόνα είναι παρακινδυνευμένο να προχωρεί σε αυθαίρετα συμπεράσματα, θα μείνουμε στα γεγονότα:

Η συριακή κυβέρνηση αρνείται κατηγορηματικά τη χρήση οποιουδήποτε τοξικού αερίου κατά τον βομβαρδισμό της Χαν Σεϊχούν. Χωρίς να έχει γίνει κάποια έρευνα από μία ανεξάρτητη αρχή σχετικά με το τι έγινε πραγματικά (εάν πρόκειται για προβοκάτσια, για ανατίναξη αποθήκης του ISIS που περιείχε χημικά ή για κάτι άλλο), η αμερικανική πλευρά βιάστηκε να κάνει την κίνησή της δείχνοντας, ουσιαστικά, απόλυτη εμπιστοσύνη στους ισχυρισμούς των τζιχαντιστών και επικαλούμενη στοιχεία της CIA, τα οποία, όμως, αρνείται να αποκαλύψει.

Επιπροσθέτως, στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία, με τον συριακό στρατό να προελαύνει και να προχωρά στην ανακατάληψη των περιοχών που είχαν περιέλθει στην κυριαρχία του ISIS, φαντάζει εξαιρετικά απίθανο για τον Άσαντ να επιλέξει να προβεί σε μία ενέργεια που θα διακινδύνευε τη διατήρηση μίας ισορροπίας ιδιαίτερα βολικής για την κυβέρνησή του.

Ως εκ τούτου, η κυβέρνηση Τραμπ προχώρησε σε μία σπασμωδική (ή, ακόμα χειρότερα, προμελετημένη) κίνηση, που άλλαξε αιφνιδιαστικά το κλίμα συνεννόησης με τη Ρωσία και τη συριακή κυβέρνηση - το οποίο, φαινομενικά, η ίδια είχε καλλιεργήσει – και βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με όλα όσα είχε υποσχεθεί προεκλογικά ο Τραμπ σχετικά με την παρεμβατικότητα των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Για την ακρίβεια, έρχεται ως φυσική συνέχεια της πολιτικής των προηγούμενων αμερικανών προέδρων, απόλυτα εναρμονισμένη με το ψυχροπολεμικό αμερικανικό δόγμα της “ηγεσίας του ελεύθερου κόσμου” (ή της “παγκόσμιας κοινότητας” πλέον), το οποίο καθόρισε την αμερικανική εξωτερική πολιτική και προσπαθεί να επιβάλλει τον μονοπολιτισμό της παγκοσμιοποίησης.

Μία ιδιαίτερα ανησυχητική πτυχή της υπόθεσης είναι ο συνδυασμός της επίθεσης με τη διαφαινόμενη υποβάθμιση του Στηβ Μπάνον (τακτικού μέλους της ανωτάτης επιτροπής εθνικής ασφαλείας των ΗΠΑ, διευθυντή της προεδρικής εκστρατείας του Τραμπ και άτυπου “εκπροσώπου” της Εναλλακτικής Δεξιάς στην κυβέρνηση), ο οποίος, σε αντίθεση με το προφίλ που προσπαθούν να περάσουν τα ΜΜΕ, εμφανίζεται απογοητευμένος από αυτή τη στροφή της πολιτικής Τραμπ. Ταυτοχρόνως, ο γαμπρός και σύμβουλος του Τραμπ - ο εβραϊκής καταγωγής κτηματομεσίτης Τζάρεντ Κούσνερ - καθώς και ο - επίσης εβραϊκής καταγωγής και πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος της Goldman Sachs - οικονομικός σύμβουλος της κυβέρνησης Γκάρυ Κον, εμφανίζονται ιδιαίτερα αναβαθμισμένοι με μεγάλη επιρροή στις πρόσφατες εξελίξεις.

Δεν αποτελεί έκπληξη, λοιπόν, το ότι την είδηση της αμερικανικής επίθεσης υποδέχτηκε με ικανοποίηση ολόκληρο το φιλελεύθερο πολιτικό και μηντιακό κατεστημένο ενώ, από την άλλη πλευρά, άρχισαν άμεσα οι διαμαρτυρίες από τα μέσα της Εναλλακτικής Δεξιάς στις ΗΠΑ, που κατηγορούν πλέον ξεκάθαρα τον Τραμπ για προδοσία και για παράδοση στους νεοσυντηρητικούς, αν και υπάρχουν ορισμένες φωνές που προσπαθούν να συμμαζέψουν τα ασυμμάζευτα μιλώντας για τακτικισμούς υψηλού επιπέδου και χάνοντας την ουσία.

Η ουσία είναι πως οι ΗΠΑ, όπως και κανείς άλλος, δεν έχουν καμία δουλειά στην περιοχή. Η εμπλοκή τους ήταν αυτή που ξεκίνησε το ντόμινο καταστροφής των εθνικών καθεστώτων στη Μέση Ανατολή, φέρνοντας στον αφρό τα πιο καθυστερημένα, φανατικά ισλαμικά στοιχεία και συμπαρασύροντας την Ευρώπη στο θέατρο του παραλόγου. Ως εκ τούτου, η παρέμβασή τους δεν έχει καμία ηθική δικαίωση και αποτελεί μέρος του προβλήματος και όχι της λύσης. Παρακολουθώντας, μάλιστα, επισταμένα τον πρόσφατο προεκλογικό αγώνα του Τραμπ στις ΗΠΑ, το σίγουρο είναι ότι δεν στηρίχτηκε, ούτε ψηφίστηκε, για να συνεχίσει την άσκηση αυτής της πολιτικής. Επιπλέον, μια και ο Τραμπ αναφέρθηκε στην “κόκκινη γραμμή” που πέρασε ο Άσαντ με τη δήθεν χημική επίθεση, η δική μας εθνικιστική κόκκινη γραμμή έχει να κάνει με την εθνική ανεξαρτησία, την αξιοπρέπεια και την αυτοδιάθεση κάθε εθνικής λαϊκής κοινότητας. Κι αυτήν την κόκκινη γραμμή την έχει ξεπεράσει προ πολλού ο αμερικανικός παρεμβατισμός.

Προσπαθώντας να μείνουμε ψύχραιμοι, μακριά από ερμηνείες, θεωρίες συνωμοσίας, εύκολες καθαρολογικές καταδίκες και ξεροκέφαλες παλαιοδεξιές δικαιολογίες, καλό είναι να κρατήσουμε στο μυαλό μας ότι η θητεία του Τραμπ δεν τελειώνει εδώ. Το μπρα-ντε-φερ της πολιτικής επιρροής συνεχίζεται και μένει να φανεί αν αυτή η στροφή των 180 μοιρών μπορεί να συνεχιστεί μέχρι τις 360 και να υπάρξει επαναφορά στον ορθό δρόμο ή εάν όλοι αυτοί (κι εμείς μαζί, στον βαθμό που μας αναλογεί) που στήριξαν ή εναπόθεσαν ελπίδες στον Τραμπ αποδειχτούν οι χρήσιμοι ηλίθιοι της ιστορίας ανόδου ενός αριβίστα. Αν ισχύσει το δεύτερο, θα είναι ίσως και το μικρότερο κακό από αυτά που θα επέλθουν.

από την συντακτική ομάδα 

Προτεινόμενοι σύνδεσμοι:

Ταυτότητα

Αρχείο

Δημοφιλείς Αναρτήσεις

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -