Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Ο κινηματογράφος αποτελεί σήμερα μία τεράστια βιομηχανία στο χώρο του θεάματος, με εξωφρενικά ποσά να τον συνοδεύουν, αλλά ταυτόχρονα και ένα εργαλείο παγκόσμιας εμβέλειας για τη χειραγώγηση των μαζών και την επιβολή προτύπων και συμπεριφορών. Ο άξονας πάνω στον οποίο κινείται χαρακτηρίζεται κυρίως από την τυραννία της πολιτικής ορθότητας και την επίθεση ενάντια στις αξίες που αποτελούν τον συνεκτικό δεσμό των παραδοσιακών κοινωνιών. Υπάρχουν, φυσικά, και ταινίες με διαφορετικό περιεχόμενο, που ξεφεύγουν από τον παραπάνω κανόνα. Αν αναλογιστεί κανείς, όμως, πόσες είναι στο σύνολο των ταινιών που παράγονται και προβάλλονται, θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είναι εξαιρέσεις. 

Η κατάσταση στον ελληνικό κινηματογράφο, αν και αναφερόμαστε σαφέστατα σε πολύ χαμηλότερου προϋπολογισμού παραγωγές, κινείται στον παραπάνω άξονα και δεν διαφέρει πολύ: Κωμωδίες της σειράς, που σατιρίζουν τη σύγχρονη νεοελληνική πραγματικότητα με περίσσια χυδαιότητα, ακαταλαβίστικες ταινίες από αδρά επιδοτούμενους “διανοούμενους”, “κοινωνικές” ταινίες που πλειοδοτούν στην εξύμνηση κάθε ανωμαλίας και κάθε “κοινωνικά ευπαθούς ομάδας”, καθώς και ορισμένες πρόχειρες αντιγραφές επιτυχιών του εξωτερικού, αποτελούν κυρίως τη θεματολογία της εγχώριας έβδομης τέχνης. Αν σε αυτό το πλαίσιο προσθέσουμε και την ήδη μειωμένη διάθεση του κοινού “να πάει σινεμά”, λόγω των οικονομικότερων λύσεων, που προσφέρονται μέσω διαδικτύου και συνδρομητικής τηλεόρασης, τότε η δημιουργία μιας ταινίας με επίκεντρο την εθνεγερσία του 1821 και μάλιστα χωρίς καμία κρατική επιδότηση, παρά μόνο από ιδιωτικούς πόρους, φάνταζε μια πραγματική πρόκληση. Κι όμως, ο σκηνοθέτης της ταινίας “Έξοδος 1826” κ. Βασίλης Τσικαράς και οι υπόλοιποι συντελεστές της, αντιμετώπισαν αυτή την πρόκληση με επιτυχία. Η ταινία προβάλλεται εδώ και αρκετές εβδομάδες στις κινηματογραφικές αίθουσες με το κοινό να την έχει αγκαλιάσει και αυτό φαίνεται από την παράταση που δίνεται στις προβολές καθώς και από τη ζήτηση που υπάρχει για να προβληθεί σε πολλές περιοχές της Ελλάδας. 

Η υπόθεση της ταινίας είναι βασισμένη στο ίδιο ιστορικό γεγονός που έμεινε στη μνήμη ως τις μέρες μας από το πασίγνωστο δημοτικό τραγούδι “Παιδιά της Σαμαρίνας”, και αφηγείται το ταξίδι μίας ομάδας ανδρών από την περιοχή των Γρεβενών, που σπεύδουν να βοηθήσουν στην Έξοδο του Μεσολογγίου, τον Απρίλιο του 1826. Από τα στοιχεία που ξεχωρίζουν στην ταινία είναι η ιδιαίτερη λεπτομέρεια στην ενδυμασία και στις παραδοσιακές φορεσιές των ηθοποιών, που μας μεταφέρουν ρεαλιστικά στην εποχή των γεγονότων, καθώς και η επιβλητική μουσική επένδυση του συνθέτη κ. Κεραμάρη. Επιπλέον, η ελληνική φύση, μέσα στην οποία εκτυλίσσεται η ιστορία, πρωταγωνιστεί με τον δικό της τρόπο και η εικόνα του τοπίου της υπαίθρου, όπως αυτή έχει κινηματογραφηθεί, δένει άψογα με την εξιστόρηση του οδοιπορικού. 

Όσον αφορά το σενάριο, η ταινία δεν κρύβει ιδιαίτερες εκπλήξεις, αφού το θέμα που πραγματεύεται είναι γνωστό και βασίζεται πάνω στα διασωθέντα ιστορικά στοιχεία και στην παράδοση. Ωστόσο, ο σκηνοθέτης δίνει επικά στοιχεία και πετυχαίνει με εξαιρετικό τρόπο τη δραματοποίηση της πορείας των ανδρών. Μία πορεία στην οποία διαφαίνεται η αίσθηση του χρέους που διακατέχει τους μαχητές, παρά τη ματαιότητα του ταξιδιού τους, αφού γνωρίζουν ότι η κατάσταση στο πολιορκημένο Μεσολόγγι είναι πολύ δύσκολη. Το χρέος που αναγνωρίζουν ότι έχουν δεν είναι μέρος κάποιας συμφωνίας που έχουν κάνει. Είναι, όπως οι ίδιοι μαρτυρούν, το χρέος προς τα παιδιά τους και προς την πατρίδα. 

Στους υπόλοιπους χαρακτήρες της ταινίας, βλέπουμε πως εξίσου δυνατός παρουσιάζεται και ο ρόλος της συζύγου του καπετάνιου Χλωρού. Μία γυναίκα που στέκεται στο πλευρό του άνδρα της, στην απόφασή του να αφήσει την οικογένειά του για μία αποστολή που ελλοχεύει ο κίνδυνος να μην καταφέρει να επιστρέψει πίσω. Επίσης, η εκκλησία δεν περιορίζεται στο να ευλογεί τα όπλα των αγωνιστών αλλά και ο ίδιος ο ιερωμένος τα ζώνεται, ενσαρκώνοντας έτσι την φράση “μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος”. Τέλος, στον επίλογο της ταινίας, όπου παρουσιάζονται οι κεντρικοί ήρωες, ο θεατής μαθαίνει πως ο γιος του καπετάνιου ακολούθησε το παράδειγμα του πατέρα του και έγινε κι ο ίδιος οπλαρχηγός στην περιοχή της τότε σκλαβωμένης Μακεδονίας. 

Παρόλο που η ταινία δεν είχε τα εντυπωσιακά ειδικά εφέ, τους εκατοντάδες κομπάρσους, την αναπαράσταση μεγάλων μαχών και συγκρούσεων, ιδιαίτερη διαφήμιση ή ακόμη και κάποιον αρκετά γνωστό ηθοποιό στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, για να αποτελέσει μαγνήτη για το κοινό, αποδεικνύεται μέχρι τώρα, με την προσέλευση στους κινηματογράφους, ότι ο κόσμος αγκάλιασε την ταινία αυτή. Και, μάλιστα, η απήχηση που έχει δεν περιορίζεται σε κάποιο συγκεκριμένο ηλικιακό τμήμα αλλά με έκπληξη κάποιος παρατηρεί μέσα στις αίθουσες από μικρά παιδιά δημοτικού με τους γονείς τους, εφήβους με τις παρέες τους και ηλικιωμένους ανθρώπους. Η απάντηση για αυτή την αποδοχή νομίζω βρίσκεται στη σκηνή που εκτυλίχθηκε όταν έπεσαν οι τίτλοι τέλους της ταινίας. Σε εκείνο το σημείο οι θεατές ξέσπασαν σε ένα ήρεμο παρατεταμένο χειροκρότημα, χωρίς ζητωκραυγές. Συνηθίζεται οι θεατές να χειροκροτούν όταν ολοκληρώνεται μία θεατρική παράσταση και όλοι οι ηθοποιοί μαζί υποκλίνονται στο κοινό. Εδώ όμως δεν ήταν παρών κάποιος συντελεστής της ταινίας για να εισπράξει το χειροκρότημα του κόσμου, υπήρχε μόνο το πανί. Και έπειτα παρατηρούσε κανείς τα βλέμματα του κόσμου, καθώς αποχωρούσε, που ήταν γεμάτα συγκίνηση, περηφάνεια και ευγνωμοσύνη. Γιατί αυτό που αγγίζει περισσότερο την καρδιά ενός ανθρώπου από έναν φανταστικό υπερήρωα με υπερφυσικές ικανότητες, αποκύημα της φαντασίας κάποιου σεναριογράφου, είναι οι δικοί του πραγματικοί ήρωες, που έδωσαν έναν τιτάνιο αγώνα απέναντι σε έναν μοχθηρό αλλόφυλο κατακτητή, πρώτα για να επιβιώσουν μέσα στους αιώνες διατηρώντας την ταυτότητά τους και στη συνέχεια για να ξεσηκωθούν πολεμώντας για την ελευθερία τους. Γιατί αυτοί οι ήρωες μιλάνε την ίδια γλώσσα με αυτόν, έχουν την ίδια πίστη με αυτόν, έζησαν στα ίδια μέρη που ζει και αυτός και γιατί στις φλέβες τους έτρεχε το ίδιο αίμα με αυτόν! Γιατί οι εκρήξεις, τα αυτοκίνητα που αναποδογυρίζουν, οι κασκαντέρ που εκτελούν παράτολμα άλματα, οι εξωγήινοι που εισβάλλουν στη γη και άλλα πολλά τέτοια γίνονται μόνο στις ταινίες. Αντίθετα, οι σκοτωμοί, οι βιασμοί, οι βίαιοι εξισλαμισμοί, οι αρπαγές των περιουσίων, οι εξευτελισμοί δεν είναι αποσπάσματα από σενάριο ταινίας αλλά η αληθινή ιστορία που έζησε το έθνος μας κάτω από τον τουρκικό ζυγό. Η ταινία αυτή μίλησε κατευθείαν στο εθνικό υποσυνείδητο και στη συλλογική μνήμη του Έλληνα. Μια μνήμη που μάχεται να μείνει ζωντανή, να μην ξεθωριάσει απέναντι στην εφήμερη απόλαυση, που σήμερα ανάγεται ως ο απόλυτος σκοπός του ανθρώπου, ο οποίος αποκομμένος από τις ρίζες του δεν δύναται να έχει και μέλλον. 

Αξίζει ένα μεγάλο ευχαριστώ στον σκηνοθέτη και στους συντελεστές της ταινίας, που με τον δικό τους καλαίσθητο τρόπο τόνωσαν την εθνική μας μνήμη και υπερηφάνεια. Οι ίδιοι διαπίστωσαν ότι υπάρχει αρκετός κόσμος που επιθυμεί να παρακολουθήσει κάτι διαφορετικό από το κύριο ρεύμα που επικρατεί στον κινηματογράφο και περιμένει με ανυπομονησία ένα νέο εφάμιλλο εγχείρημα. 

του Κ. Παπαδόπουλου

Ταυτότητα

Αρχείο

Δημοφιλείς Αναρτήσεις

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -