Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Κωνσταντίνος Στυλιανού, Μικρές του Πανός ιστορίες, Λεμεσός 2009 

Κωνσταντίνος Στυλιανού, Η παραμυθία του Πανός, Λεμεσός 2014 

Στο πεζολογικό ύφος των ποιημάτων του Κωνσταντίνου Στυλιανού, μέσα από τον υπαινικτικό του τρόπο - με ψήγματα λυρισμού - παρακολουθούμε μια παλιννόστηση. Την παλιννόστηση του “Πάνα”. Και η αφήγηση δομείται γύρω από αυτό. 

Η ποίηση του Στυλιανού αρθρώνεται με αρχετυπικά σημαίνοντα. Από τον τίτλο κιόλας δίνεται το σφιχτό κράτημα από αρχέγονες υποδηλώσεις. Τέτοιο είναι το σύμβολο του “Πάνα”. Ένα σύμβολο που μπορούμε να πούμε ότι είναι παρακινδυνευμένη η χρήση του, καθότι είναι και πολυχρησιμοποιημένο. Στα βιβλία, όμως, του Στυλιανού παρουσιάζεται ως μια καινούρια “σήμανση”, τίθεται μια “άλλη” οπτική, χωρίς να χάνεται το αιώνιο φορτίο του συμβόλου. 

Ο “Πάνας” είναι ο επιτόπιος, αλλά και υπερχρονικός, παρατηρητής, στην αγορά “που σβήνει τα φώτα της το βράδυ, για να μην ξυπνήσει τους νεκρούς της”. Είναι ό, τι από τις συνειδήσεις απέμεινε ζωντανό. Και ο παρατηρητής δεν μπορεί παρά να είναι μόνος και μοναχικός. Να αναζητά το “δικαίωμα στον ήχο”

Ο “Πάνας” ενοποιεί. Τον χώρο και τον χρόνο του Ελληνισμού. Τον χώρο και τον χρόνο του αφηγητή. Η Ανατολή είναι παντού παρούσα στα δύο βιβλία. Η “καθ’ ημάς” Ανατολή. Με όλες τις μυρωδιές των εννοιών και των ιδεών που διαπερνούσαν και διαπερνούν την ζωή του Έλληνα. Ενοποιητικά δρουν σώμα και ψυχή, και φαίνεται κάποια στιγμή μέσα στο ίδιο ποίημα σαν σε αντίστιξη: “Γεύση του παραδείσου η δίψα μου για το κορμί […]Η δίψα της ψυχής είναι ο χαμένος μου παράδεισος”… 

Η κατανόηση του ρυθμού, η ζωή διαμέσου αυτής της κατανόησης, αποτελεί μια τέτοια ζωντανή και ζωοποιό μοναδικότητα. 

Διακρίνονται, επίσης, ροπές ανάτασης: Όλα ξεκινούν από την αισθητηριακή πρόσληψη, μα δεν μένουν εκεί, πυργώνονται στο “Πέραν”. Ο ουρανός, η μουσική, ο ήλιος, η γενέθλια γη, η θάλασσα που την στεφανώνει, αρχίζουν από το “εδώ”, βρίσκονται ίσως μέσα μας, ταυτόχρονα, ωστόσο, υποφώσκει ένα υπερβατικό σκίρτημα στην ουσία τους. 

Κάποτε, η ανάσα της “Άνω Παρουσίας” γίνεται αισθητή μέσα από την δοκιμασία μιας θεοεγκατάλειψης. Και αλλού κυοφορείται, ίσα ίσα, μια νύξη μελαγχολίας: “Θα συναντηθούμε ξανά, για μια ακόμη φορά στις ακτές της καρδιάς, όταν θα ψάχνω στα μάτια σου το μαύρο κλάμα της συντροφιάς”. Κάποτε όλα υπόκεινται σε μια μαζική μεταμόρφωση-παραμόρφωση: “Δεν έχει θεές αυτή η πόλη”, ο κόσμος μένει στεγνός. “Και μείναμε μοναχοί να ονειρευόμαστε”… 

“Αλί, στους χρόνους, που περισσότεροι παρατηρούσαν και δεν συμμετείχαν”. Αυτή η συλλογική αναφορά μπροστά στην επελθούσα “ατέλειωτη νύχτα” θα γίνει περισσότερο εμφανής στο δεύτερο βιβλίο, όπου η αναγωγή στο “εμείς” γίνεται πιο ευκρινής με τόνους άμεσους, κοφτούς, κάποτε οργίλους και αιχμηρούς. 

Και η απόφαση για αντίσταση γίνεται μονόδρομος: “Αντιληφθήκαμε ότι ο Αγώνας ήταν στημένος, αλλά ήμασταν αποφασισμένοι μέχρι τέλους”. Η Κύπρος και η προδομένη τύχη της γίνεται το επίκεντρο και η αφορμή για το σπάραγμα και την οργή. Η πολεμική διάθεση είναι πια ξεκάθαρη, εγκαταλείπεται το υπαινικτικό ύφος και όλα πια πρέπει να ειπωθούν όπως είναι: “Η αλήθεια ελευθερώνει τη μορφή”

Η Κύπρος είναι η αντανάκλαση ενός κόσμου που καταρρέει και ο αφηγητής δεν έχει άλλο να κάνει από το να επισπεύσει αυτό το γκρέμισμα: “Η τρίχρωμη σημαία μας θα καθαρίσει τη βρωμιά καθώς η ψυχή μου θα ουρλιάζει από χαρά”

Το δεύτερο βιβλίο γίνεται ένα δυναμικό κάλεσμα προς την ζωή, τον αγώνα, την εναντίωση. Είναι το κάλεσμα μιας καθαρτήριας φωνής. Αναμένουμε την ολοκλήρωση της “Τριλογίας του Πανός” με το υπό έκδοση τρίτο μέρος και ευχαριστούμε τον συγγραφέα. 

του Άγγελου Δημητρίου

Ταυτότητα

Αρχείο

Δημοφιλείς Αναρτήσεις

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -