Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

πόλεμος πάντων μὲν πατήρ ἐστι, πάντων δὲ βασιλεύς, 
καὶ τοὺς μὲν θεοὺς ἔδειξε τοὺς δὲ ἀνθρώπους, 
τοὺς μὲν δούλους ἐποίησε τοὺς δὲ ἐλευθέρους 

Από την Γαλλική Επανάσταση και έπειτα, ο Ευρωπαϊκός κόσμος εμφάνισε μια αντιθετική πορεία προς την Παράδοση. Άρχισε σιγά σιγά να κάνει αισθητή την παρουσία του ο σκοταδισμός, ο παραλογισμός και η διαστρέβλωση κάθε φυσικού νόμου. Τα ολέθρια αποτελέσματα αυτής της παρεκτροπής τα αντιλήφθηκαν διάφορα κινήματα ιδεών, που προσπάθησαν να τα αντικρούσουν και να αντιστρέψουν αυτή την κατάσταση. Εξυμνούσαν τον Ρομαντισμό, την επιστροφή της Μοναρχίας και του ιπποτικού ιδεώδους, αργότερα εξελίχθηκαν σε ριζοσπαστικά Δεξιά και τέλος σε Εθνικοσοσιαλιστικά και Φασιστικά κινήματα. Ήταν αυτές οι δυνάμεις που αποσκοπούσαν στην πιθανή προσπάθεια ανάτασης και παλινόρθωσης του Ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η πτώση και η παρακμή επισφραγίστηκαν με την τοποθέτηση της κόκκινης σημαίας πάνω στο Ράιχσταγκ, μετά την επικράτηση των φιλελεύθερων και των προλετάριων. Από τότε, σταδιακά, ο άνθρωπος έχασε κάθε επαφή με τη Φύση, τη δράση και τη γνώση. Ξέπεσε και εξελίχθηκε σε έναν εκφυλισμένο πασιφιστή, μαζάνθρωπο, ζώντας παρασιτικά, με μοναδικό ενδιαφέρον την ικανοποίηση των καταναλωτικών αγαθών. Το βασικό στοιχείο που έχασε ο σύγχρονος άνθρωπος κατά την πτώση του, ήταν αυτό του πολεμιστή. 

Το πολεμικό στοιχείο αποτελούσε βασικό γνώρισμα του Ευρωπαίου κι αυτό γίνεται αντιληπτό από την προϊστορία και συγκεκριμένα από την εξάπλωση των πατριαρχικών φύλων, των Ινδοευρωπαίων. Οι Ινδοευρωπαίοι, εξαιτίας του νομαδικού τρόπου ζωής, ήταν μυημένοι στον πόλεμο και η σημασία των πολεμικών αρετών αποτέλεσε βασικό θεμέλιο για την επιβίωση τους. Αργότερα, είδαμε πως επικράτησαν των μητριαρχικών λαών και με τη βοήθεια της εφεύρεσης των εργαλείων κατάφεραν να εξημερώσουν τα ζώα, να δημιουργήσουν κοπάδια, οργανωμένες οικίες, βοσκοτόπια και οχυρωμένες πόλεις. Όλα αυτά ήταν σε θέση να τα υπερασπιστούν από τις ληστρικές επιδρομές έχοντας αναπτύξει την πολεμική αρετή. 

Στις σύγχρονες, φιλελεύθερες, δυτικές κοινωνίες ο πόλεμος πραγματοποιείται αποκλειστικά για γεωπολιτικούς λόγους με αντικειμενικό σκοπό το οικονομικό κέρδος. Αντίθετα, στις Παραδοσιακές κοινωνίες, ο πόλεμος λάμβανε μια αντί-υλιστική και πνευματική αξία. Σε εσωτερικό επίπεδο, ο πόλεμος και ο πολεμοχαρής χαρακτήρας ξυπνούν στον άνδρα τον ηρωισμό, την ανδροπρέπεια, τη δράση και την ανάγκη για περιπέτεια που κρύβει μέσα του. Καταφέρνει να σπάσει τις αλυσίδες της δειλίας, του φόβου και της αδράνειας που τον κρατούν αιχμάλωτο. Η υπεράσπιση, η κατάκτηση και η επανάκτηση της γης, οι αιματηρές και βίαιες συγκρούσεις, διέθεταν έντονα μυστικιστικά στοιχεία, ξεπερνώντας τη νατουραλιστική κατάσταση και αγγίζοντας τη θεανθρώπινη. 

Παράδοση και Πολεμιστής 

Πριν επισημάνουμε τον ρόλο του Πολεμιστή στον κόσμο της Παράδοσης, πρώτα πρέπει να εξηγήσουμε τι εννοούμε με τον όρο Παράδοση: Ο κόσμος της νεωτερικότητας, όταν αναφέρεται στην Παράδοση, εννοεί τη διάδοση των ηθών και εθίμων στα πρότυπα του καταναλωτισμού, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το μυστικιστικό και ιερό στοιχείο. Η ορθή διατύπωση του όρου, όπως εκφράστηκε στις Παραδοσιακές κοινωνίες, είναι η διαιώνιση των πνευματικών και ηθικών αξιών, μέσω της δράσης, της σκέψης και της πειθαρχίας του ανθρώπου. Όσον αφορά την πειθαρχία εννοούμε την αφοσίωση, την ενατένιση και την ολοκλήρωση του σκοπού. Χαρακτηριστικά στοιχεία της Παράδοσης είναι η τήρηση των νόμων της Φύσης και η εναρμόνιση με αυτήν, η ιεραρχία και η άποψη περί κυκλικής πορείας της ιστορίας. Σε κάθε Παραδοσιακή κοινωνία οι άνθρωποι χωρίζονται ιεραρχικά σε κάστες: Βασιλείς - ιερείς, πολεμιστές, εργάτες – αγρότες - τεχνίτες και δουλοπάροικους. Αυτή η ιεραρχία μπορεί να γίνει κατανοητή μέσα από την Ινδοάρια Παράδοση, στην οποία την πρώτη ιεραρχικά κάστα την αποτελούν οι Βραχμάνοι (Brahmins), ιερείς και δάσκαλοι. Στη δεύτερη κάστα, ίσως και την πιο σημαντική, υπάρχουν οι Ξατρίγια (Kshatriyas), πολεμιστές και υπερασπιστές της Παράδοσης. Στην τρίτη κάστα ανήκουν οι Βαϊσια (Vaishyas), αγρότες, έμποροι και τεχνίτες και την τελευταία κάστα την αποτελούν οι Σούδρα (Shudras), που είναι οι δουλοπάροικοι. 

Όπως αναφέραμε παραπάνω, οι Πολεμιστές ανήκουν στη δεύτερη ιεραρχικά κάστα. Ο ρόλος αυτός ίσως είναι ο πιο σημαντικός γιατί, μέσα από αυτόν, προσωποποιούνται ο ηρωισμός, η νίκη, η ανδροπρέπεια και η τιμή. Παρουσιάζεται ένας διαφορετικός τύπος ανθρώπου, είναι ο άνθρωπος του πολέμου, του πνεύματος και της φιλοσοφίας, της δράσης και της πειθαρχίας. Είναι ο θεματοφύλακας της Παράδοσης, είναι αυτός που υπερασπίζεται και θυσιάζεται για την Παραδοσιακή Πολιτεία. Αυτός που έχει επιλέξει το πιο κακοτράχαλο μονοπάτι, αυτό της βίας και της σύγκρουσης. Δεν ταλαιπωρείται από σκεπτικισμούς, διότι αυτός είναι ο σκοπός του, αυτή είναι η φύση του: Να “κάνει αυτό που πρέπει να γίνει”. Υπακούει στον Βασιλιά και στις εντολές του, σκοτώνει για το όνομά του, σέβεται τη Γη, τη Φύση και τις κατώτερες κάστες - δεν φέρεται υπεροπτικά σε αυτές διότι και αυτές αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της Πολιτείας. Διαθέτει τη Γνώση και την επίγνωση ότι για να συγκρουστεί με τον εχθρό, πρώτα πρέπει να έχει έρθει σε εσωτερική σύγκρουση με τον ίδιο του τον εαυτό, καταπολεμώντας τα πάθη του και τις αδυναμίες του. 

Τρανό παράδειγμα τέτοιου πολεμιστή βρίσκεται και πάλι στην Ινδοάρια παράδοση και συγκεκριμένα στα ιερά ινδουιστικά κείμενα της Μπαγκαβάτ Γκίτα, όπου αποτυπώνεται ο διάλογος ανάμεσα στον Θεό – Βασιλιά Κρίσνα και στον Ξατρίγια Πολεμιστή Αρτζούνα. Ο Κρίσνα καλεί τον Αρτζούνα να δώσει την πιο δύσκολη μάχη. Πέρα από τον διαχωρισμό των καστών, οι δύο τους συνεργάζονται και διαλέγονται ως φίλοι. Μαζί αποτελούν το Φως, το Πνεύμα και την Αρετή. Από την άλλη μεριά, ο εχθρός συμβολίζει το Σκότος, το Κακό και την Παρακμή. Στην αρχή, ο Αρτζούνα λειτουργεί συναισθηματικά, δείχνει να δειλιάζει απέναντι στον πολυάριθμο εχθρό και σκέφτεται τους φίλους και τους συγγενείς που διατρέχουν κίνδυνο. Όμως, του υπενθυμίζεται από τον Κρίσνα ότι ανήκει στην κάστα των Πολεμιστών και ότι πρέπει να ξεπεράσει κάθε συναίσθημα και να δράσει σύμφωνα με το καθήκον. Συγκεκριμένα ο Κρίσνα θα τον παρακινήσει λέγοντάς του: “Είσαι πολεμιστής και το καθήκον σου είναι να πολεμάς. Ω γιε της Κούντι, αν πεθάνεις στη μάχη θα κερδίσεις τον παράδεισο. Αν νικήσεις, θα κερδίσεις τη γη. Γι' αυτό σήκω και πολέμα. Αντιμετώπισε τη χαρά και τη θλίψη, τη νίκη και την ήττα, την κατάκτηση και την απώλεια και προετοιμάσου για μάχη”. Ο Αρτζούνα, μέσα από μία εσωτερική μάχη, συμμορφώνεται με τις επιταγές του πεπρωμένου του, αποφασίζει να πολεμήσει και ο Κρίσνα οδηγεί το άρμα του στη μάχη. Επιλέγει τη φύση του που δεν είναι άλλη από τον Πόλεμο και τη Δράση. 

Πόλεμος και Μυστικισμός 

Αναμφισβήτητα, την πρωτοκαθεδρία της πολεμικής παράδοσης κατέχουν οι Αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι πολεμιστές. Από τη μία πλευρά, οι θαρραλέοι Έλληνες πολεμιστές των πόλεων - κρατών (Σπαρτιάτες, Αθηναίοι, Θηβαίοι, Μακεδόνες) και από την άλλη πλευρά, οι υπερασπιστές της απέραντης αυτοκρατορίας Ρωμαίοι Λεγεωνάριοι. Σ’ αυτές τις δύο πολεμικές παραδόσεις διαπιστώθηκαν όλα τα είδη πολέμου, εμφύλιοι πόλεμοι, πόλεμοι για την υπεράσπιση της πατρίδας και κατακτητικοί πόλεμοι επεκτατισμού στα πλαίσια μιας υπερεθνικής ηγεμονίας με έντονο μυστικιστικό υπόβαθρο, το γνωστό Imperium. Και για τους δύο αυτούς πολιτισμούς υπήρξε μια κοινή αντίληψη για τον ηρωικό τρόπο ζωής και τον ένδοξο θάνατο πάνω στο πεδίο της μάχης. Όσοι πολεμιστές βάδιζαν με έναν ενάρετο και τίμιο τρόπο ζωής και θυσιάζονταν για την υπεράσπιση της γης και για το Imperium, οι ψυχές τους οδηγούνταν στα Ηλύσια Πεδία. Ένας παραδείσιος τόπος, γεμάτος λιβάδια και τρεχούμενα νερά, προορισμένος μόνο για ήρωες, όπου θα τους χαρίζονταν η αιώνια ευτυχία, η γνώση και η σοφία, απολαμβάνοντας την εύνοια των Θεών. Αντίθετα, όσοι ήταν ριψάσπιδες και άδικοι, γι’ αυτούς υπήρχε η Θεία Δίκη ή, αλλιώς, η Νέμεσις, καθώς στη μεταθανάτια ζωή οι ψυχές τους οδηγούνταν στα Τάρταρα, όπου για τα επόμενα χρόνια θα υπέμεναν βασανιστικά μαρτύρια ως αντίποινα για τα πεπραγμένα τους στη γήινη ζωή. 

Στον Μεσαίωνα, βρίσκουμε έντονα ηρωικά και πολεμοχαρή στοιχεία στις Σταυροφορίες. Ο χαρακτήρας των Σταυροφοριών ήταν, κατά βάση, ιπποτικός, πνευματικός και ασκητικός, με την πάλη εναντίον των Μουσουλμάνων να έχει έντονα θρησκευτικά στοιχεία. Ο θυσιαστικός πόλεμος για την απελευθέρωση των Άγιων Τόπων και το λεγόμενο Reconquista, δηλαδή η ανακατάληψη της Ιβηρικής χερσονήσου, αποτελούσαν υπερβατική και ιερή πράξη. Αυτό γιατί, στη μεταθανάτια ζωή, η ψυχή του Σταυροφόρου ιππότη θα έβρισκε τη γαλήνη και την ανάπαυση στον Παράδεισο κοντά στο Θεό, στο Βασίλειο των Ουρανών. Όσον αφορά τους Σταυροφόρους, ήταν άνδρες ασκητές, ζώντας μακριά από τον ματαιόδοξο και υλιστικό τρόπο ζωής. Για να εισχωρήσει κάποιος σε σταυροφορικό τάγμα έπρεπε να ήταν ευγενικής και αριστοκρατικής καταγωγής, καλός χειριστής των κονταριών, του ξίφους και της ασπίδας. Άξια αναφοράς ήταν το σταυροφορικό τάγμα του Άγιου Ιωάννου και οι Ναΐτες ιππότες, γνωστοί και ως “φτωχοί συστρατιώτες του Χριστού και του ναού του Σολομώντα”, με μοναδικό σκοπό την απελευθέρωση των Άγιων Τόπων από τους Μουσουλμάνους. 

Παραμένοντας στο Μεσαίωνα, αλλά βορειότερα στον ευρωπαϊκό χάρτη, ένας πολιτισμός προικισμένος από Θεούς, ήρωες, σύμβολα και τελετουργίες ήταν ο Σκανδιναβικός πολιτισμός. Αναπόσπαστο κομμάτι της σκανδιναβικής παράδοσης ήταν οι θαρραλέοι Βίκινγκς. Οι Βίκινγκς, πρότυπα ηρωικών και ανδρείων πολεμιστών – αλλά και αγρότες, ναυτικοί και θαλάσσιοι εξερευνητές - αποτέλεσαν τρανό παράδειγμα πολεμικής φυλής. Ο πόλεμος για τους Σκανδιναβούς ήταν ένδειξη τιμής, θάρρους και ανδροπρέπειας. Η τιμιότητα, η πίστη στους Θεούς και ο ηρωικός θάνατος των πολεμιστών πάνω στο πεδίο της μάχης είχε έναν μυστικιστικό χαρακτήρα. Τους πεσόντες στη μάχη συνόδευαν οι Βαλκυρίες, ημίθεες παρθένες πολεμίστριες, και οδηγούνταν στη Βαλχάλα, στο παλάτι των Θεών, οικοδομημένο από χρυσά δόρατα στους τοίχους και χρυσές ασπίδες στις στέγες. Οι νεκροί ήρωες θα πολεμούσαν πλάι στον Θεό Όντιν, πατέρα όλων των Θεών και ανθρώπων και Θεό του Πολέμου και μαζί με άλλους Θεούς θα έδιναν την τελική μάχη εναντίον του σκοτεινού Θεού Λόκι, του λύκου Φένριρ και των γιγάντων Γιοτούν. Στην σκανδιναβική μυθολογία αυτή η τελική μάχη είναι το λεγόμενο Ράγκναροκ. Το Ράγκναροκ θα προφήτευε τον ερχομό του με φυσικές καταστροφές, οι οποίες θα οδηγούσαν σε ένα χειμώνα που θα διαρκούσε τρία χρόνια, χωρίς να παρεμβληθεί ούτε ένα καλοκαίρι. Η μοίρα όμως του Όντιν και άλλων σημαντικών Θεών, όπως του Τυρ και του Θωρ, ήταν γνωστή εξ αρχής, αφού γνώριζαν ότι θα σκοτωθούν. Μετά την τελική μάχη, οι εναπομείναντες Θεοί και άνθρωποι θα καλούνταν να δημιουργήσουν έναν νέο κόσμο, μακριά από το σκοτάδι, όπου θα κυριαρχεί το φως και η ευημερία στους ανθρώπους υπό την καθοδήγηση των Θεών. 

Ο Πολεμιστής κατά τον Ιούλιο Έβολα και τον Ερνστ Γιούνγκερ 

Χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, η διδασκαλία και το συγγραφικό έργο του Ιουλίου Έβολα αποτελούν οδοδείκτη για τον παραδοσιοκράτη του σήμερα. Ο ίδιος, υπέρμαχος μιας αριστοκρατικής και ριζοσπαστικής “κάστας πολεμιστών”, που θα αντιστέκονταν στην σκοτεινή εποχή της Κάλι Γιούγκα, αν και ποτέ δεν αυτοπροσδιορίστηκε ως φασίστας ή εθνικοσοσιαλιστής, θεωρούσε ότι αυτά τα δύο συστήματα θα μπορούσαν να φέρουν την επανορθωτική επανάσταση απ’ όπου θα αναδυόταν η πνευματική και η αριστοκρατική ιδέα του έθνους, σε αντίθεση με τα σοσιαλιστικά κολεκτιβιστικά και δημοκρατικά κράτη. 

Στο βιβλίο του “η Μεταφυσική του Πολέμου” (αγγλική έκδοση The Metaphysics of War), το οποίο αποτελείται από δεκαέξι κείμενα που γράφτηκαν σε διάφορα περιοδικά κατά τη διάρκεια των ετών 1935 – 1950, γίνεται ίσως η πιο εκτενής προσπάθεια να αναδείξει τον ριζοσπάστη και αριστοκράτη πολεμιστή, μέσω της διαδικασίας του πολέμου στο πλαίσιο μιας μεταφυσικής διάστασης, κάνοντας μια βαθιά αναζήτηση σε διάφορες Παραδοσιακές κοινωνίες. Ο πόλεμος για τον Έβολα αποτελεί μια πνευματική και υπερβατική πράξη, αφύπνιση του ηρωισμού και της δράσης, κάθαρση και αναγέννηση της ψυχής. 

Σαφώς επηρεασμένος από την Ινδοάρια και Ισλαμική παράδοση, ο φιλόσοφος διακρίνει τον πόλεμο σε δύο επίπεδα: Στο εσωτερικό επίπεδο, τον λεγόμενο Μεγάλο Πόλεμο, που έχει να κάνει με την πάλη του εαυτού ενάντια στις καταχθόνιες επιθυμίες και στην υποταγή των παθών. Αλλά και στο εξωτερικό επίπεδο, τον Μικρό Πόλεμο, που έχει να κάνει με τη μάχη ενάντια στον εχθρικό κόσμο και την κατάκτηση γης και ύλης. Σε αντιδιαστολή με αυτή την οπτική, οι σύγχρονες, φιλελεύθερες, κοινωνίες με το πασιφιστικό πνεύμα έχουν αποπροσανατολίσει εντελώς τον άνθρωπο και οι μοναδικές αξίες που του έχουν δώσει είναι το κίνητρο για ένα φιλήσυχο τρόπο ζωής με αποκλειστικό ενδιαφέρον για την ύλη. 

Στην περίπτωση του Γερμανού εθνικιστή φιλοσόφου και συγγραφέα Ερνστ Γιούνγκερ, ο πόλεμος δεν προσεγγίζεται από μια Παραδοσιακή και μεταφυσική σκοπιά, όπως στον Έβολα, αλλά από ένα εμπειρικό και πιο γήινο πρίσμα. Ως άνθρωπος του μετώπου και των χαρακωμάτων, προσωποποίηση της δράσης και του πνεύματος, συμμετείχε στους δύο παγκοσμίους πολέμους, υπήρξε εθελοντής στη Λεγεώνα των Ξένων και θεωρούσε τον πόλεμο μια ρομαντική επαφή με τον θάνατο και τον κίνδυνο, μια ανδροπρεπή δημιουργία και όχι μόνο μια διαδικασία καταστροφής και ωμής βίας. Για τον Γιούνγκερ, οι μάχες στα χαρακώματα, οι σφαγές και οι θυσίες των στρατιωτών δεν ήταν μάταιες, καθώς μέσα από αυτή τη διαδικασία θα προέλθει ένας νέος τύπος ανθρώπου, σφυρηλατημένος από ατσάλι, που αυτός θα συμβάλλει στην αναγέννηση του πνεύματος, όχι μόνο της Γερμανίας αλλά και της Ευρώπης. Επίσης, σύμφωνα με τον ίδιο, ο πόλεμος είχε λυτρωτικό χαρακτήρα που θα θεράπευε τον άνθρωπο από τον “καρκίνο” του αστισμού και του εκφυλισμού. 

Η άποψη του Γιούνγκερ για τον πόλεμο γίνεται περισσότερο κατανοητή στο βιβλίο του “Θύελλες από Ατσάλι” (στην αγγλική έκδοση Storm of Steel) απ’ όπου και το απόσπασμα: “Εγκαταλείψαμε μέσα στις λίγες εβδομάδες εκπαίδευσης τις αίθουσες διαλέξεων, τα σχολικά θρανία και τον πάγκο της δουλειάς και γίναμε όλοι ένα μεγάλο και ενθουσιασμένο σώμα. Ανδρωθήκαμε σ' ένα κλίμα ασφάλειας και σ' όλους μας φώλιαζε ο πόθος για το ασυνήθιστο, για τον μεγάλο κίνδυνο. Και τότε ο πόλεμος μας μάγεψε, όπως το μεθύσι. Τραβήξαμε σε μια βροχή από άνθη, μεθυσμένοι από τα τριαντάφυλλα και το αίμα. Ο πόλεμος έπρεπε να μας φέρει κάτι το μεγάλο, το ισχυρό, το πανηγυρικό. Μας φάνηκε ως ανδρικό κατόρθωμα, μια εύθυμη μάχη σκοπευτών σε ανθισμένα, ποτισμένα με αίμα λιβάδια. Δεν υπάρχει πιο ωραίος θάνατος σ' αυτόν τον κόσμο... Αχ, αρκεί μόνο να μην μείνουμε σπίτι, αρκεί μόνο να μπορούμε να πάρουμε μέρος”. 

Κλείνοντας αυτή τη συνοπτική παρουσίαση της θέσης του Πολεμιστή στον κόσμο της Παράδοσης, ως υπέρμαχοι των αριστοκρατικών και ριζοσπαστικών απόψεων ανάμεσα στα ερείπια του σύγχρονου κόσμου, θα σταθούμε στην πρωταρχική ανάγκη της διεξαγωγής του δικού μας Μεγάλου Πολέμου. Στην ανάγκη του να ορθώσουμε το δικό μας κάστρο, να δημιουργήσουμε τη δική μας κιβωτό, ατομικά και συλλογικά, ώστε να αντιμετωπίσουμε όλες τις προκλήσεις σε εσωτερικό επίπεδο και, ακολούθως, έχοντας διαμορφώσει εαυτούς καταλλήλως, να διεξάγουμε τον Μικρό Πόλεμο. Αντιλαμβανόμαστε, βεβαίως, ότι οι απαιτήσεις των καιρών είναι τόσο μεγάλες που αυτή η αλληλουχία φαντάζει πολυτέλεια σε ορισμένους. Η σωστή προετοιμασία, όμως, αποτελεί το απαραίτητο εφόδιο του Πολεμιστή για τη Νίκη. 

Πηγές: 
Ιούλιος Έβολα, Metaphysics of War, 2011, εκδόσεις Arktos 
Ιούλιος Έβολα, Η διδασκαλία της αφυπνίσεως, 2010, έκδοση Κων/νου Μαλεβίτη 
Ernst Jünger, Storm of Steel, 2004, εκδόσεις Penguin 
Jeffrey Herf, Αντιδραστικός μοντερνισμός, 1996, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 
Κώστας Καλογερόπουλος, Σκανδιναβική μυθολογία, 1997, εκδόσεις Ιάμβλιχος 

του Νίκου Καρατουλιώτη

Ταυτότητα

Αρχείο

Δημοφιλείς Αναρτήσεις

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -