Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016


Σε μία κατακερματισμένη και πλήρως αποπροσανατολισμένη νεοελληνική κοινωνία, η οποία ακροβατεί επικίνδυνα εδώ και δεκαετίες ανάμεσα στον εκφυλισμό της νεωτερικής Δύσης και στην τριτοκοσμική δυσκαμψία της Ανατολής, τα ένστικτα επιβίωσης έχουν ατονήσει και τα κοινωνικά αντανακλαστικά έχουν χαλαρώσει. Οι μαζικές - και εντέχνως αποσιωποιημένες ή υποβαθμισμένες από τα ΜΜΕ - αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών για το ζήτημα της λαθρομετανάστευσης, που λαμβάνουν χώρα το τελευταίο διάστημα σε ολόκληρη σχεδόν την επικράτεια, αποτελούν κορυφαίο παράδειγμα αυτών των αργών αντανακλαστικών και της αποπροσανατολισμένης δράσης. 

Δεν χρειάστηκαν να περάσουν παρά λίγοι μήνες ώστε οι “υποψήφιοι νομπελίστες” νησιώτες - οι οποίοι ως επί το πλείστον συναινούσαν δια της σιωπής στην αθρόα εισβολή των λαθροεποίκων και στις “ανθρωπιστικές” business των ΜΚΟ - να αντιληφθούν ότι ξέμειναν με μερικές δεκάδες χιλιάδες εξαγριωμένους αλλόφυλους και αλλόθρησκους, έτοιμους να κάνουν ό,τι χρειαστεί για να φύγουν για τον παράδεισο Πρόνοιας της κεντρικής Ευρώπης, του οποίου οι πύλες έχουν αρχίσει να στενεύουν τελευταία. Έτσι, καθώς έληξε η τουριστική περίοδος και έφυγε μαζί της κι η γκλαμουριά των “αλληλέγγυων celebrities”, έμειναν τα hot spots που καίγονται και καταστρέφονται σε σχεδόν καθημερινή βάση σε όλη την επικράτεια (από τους “ανήλικους πρόσφυγες”) και οι ντόπιοι, χωρίς οργάνωση και συγκεκριμένο πρόταγμα, προσπαθούν σπασμωδικά να εκφράσουν τη δική τους αγανάκτηση, μπλεγμένοι σε ένα πλέγμα τοπικιστικών συμφερόντων και ενοχικών συμπλεγμάτων. 

Παράλληλα, δεν χρειάστηκε παρά η εφαρμογή της απόφασης του υπουργείου Παιδείας για την υλοποίηση του προγράμματος της “ένταξης των παιδιών προσφύγων στα ελληνικά σχολεία” (sic) ώστε να ξεσηκωθούν οι γονείς και να εκφράσουν - μέσω των συλλόγων γονέων και κηδεμόνων - την αντίθεσή τους στο να μοιραστούν τα παιδιά τους τις ήδη ανεπαρκείς σχολικές υποδομές με έναν σημαντικό αριθμό παιδιών διαφορετικής φυλής, εθνικότητας, κουλτούρας και θρησκείας και με ανεπαρκή στοιχεία ταυτότητας, ιατρικού ιστορικού και προθέσεων. Σε άλλες περιοχές πιο δυναμικά και σε άλλες πιο αναιμικά, προτάσσοντας ευσταθή και λογικά επιχειρήματα – πάντα, βέβαια, συνοδευόμενα από τη δήλωση ότι δεν είναι “ρατσιστικά” - προσπάθησαν και συνεχίζουν να προσπαθούν να εμποδίσουν την υλοποίηση της αυθαίρετης και πολλαπλώς επικίνδυνης απόφασης του υπουργείου. Το αποτέλεσμα ήταν φυσικά να κατηγορηθούν ως “ρατσιστές”, να προπηλακιστούν, να γίνει συντονισμένη προσπάθεια απαξίωσης και γελοιοποίησής τους, μέχρι και να απειληθεί η σωματική τους ακεραιότητα. 

Ως εδώ, όλα είναι λίγο πολύ γνωστά και αποδεκτά, τουλάχιστον από τους εχέφρονες. Ας περάσουμε, όμως, στο δια ταύτα: Το μεταναστευτικό πρόβλημα, σε συνδυασμό με το δημογραφικό, είναι πρόβλημα εισβολής και επιβίωσης για την Ευρώπη και για τον ελληνισμό ιδιαίτερα. Είναι προσπάθεια αντικατάστασης πληθυσμού. Τα υπόλοιπα προβλήματα που προκύπτουν, όπως το οικονομικό, το υγιειονομικό, της κοινωνικής συνοχής, της εγκληματικότητας, της θρησκείας, του πολιτισμού κ.ο.κ., αποτελούν δευτερεύοντα ζητήματα, τα οποία προφανώς και πρέπει να μελετηθούν και να τεθούν στις σωστές τους βάσεις, πάντα, όμως, υπό το πρίσμα της άμεσης ανάγκης για βιολογική επιβίωση και συνέχεια. Ακόμα και οι, εύστοχες ή μη, αναλύσεις σχετικά με τις γεωπολιτικές ισορροπίες, τις μεταναστευτικές ροές και τη φύση του Ισλάμ, έρχονται σε δεύτερη μοίρα όταν παραπέμπουν τη διαχείριση του προβλήματος σε επόμενα επίπεδα και χρόνους. Το πρόταγμα σήμερα μπορεί να είναι μόνο ένα: Κλείσιμο των συνόρων και άμεση απέλαση των λαθρομεταναστών, σύμφωνα με τη νομοθεσία. Οποιαδήποτε επιχειρηματολογία που δεν ξεκινά από αυτή τη βάση είναι αποπροσανατολιστική, αποσπασματική, προβληματική και αδιέξοδη. Πόσο μάλλον όταν αναπτύσσεται με βάση στενά τοπικιστικά κριτήρια ή ενοχικά συμπλέγματα. Πρέπει επιτέλους να γίνει κατανοητό ότι δεν θα μπορέσει να αντέξει για αρκετό καιρό, υπό αυτές τις συνθήκες, μία πόλη ή ακόμα κι ένα κράτος, όταν όλη η Ευρώπη ισλαμοποιηθεί. Πρέπει επιτέλους να γίνει αντιληπτό ότι οι αδιάφοροι, οι μπερδεμένοι, οι λοβοτομημένοι και οι συνειδητά εθνοδιαλυτικές δυνάμεις δεν πρόκειται να συγκινηθούν από αντιρατσιστικές δηλώσεις μετανοίας. Εάν αυτά τα απλά πράγματα δεν εμπεδωθούν, τότε θα συνεχίσουμε απλά να κάνουμε λόγο για ανούσιες, σπασμωδικές και αντιδραστικές κινήσεις και τίποτα περισσότερο. 

Προτού περάσουμε στη θέση, οφείλουμε να κάνουμε δύο σημαντικές παρατηρήσεις: Πρώτον, αν και ως γνήσια τριτοκοσμικό κράτος στερούμαστε λεπτομερούς και ακριβούς στατιστικής παρακολούθησης των μεταναστευτικών ροών, οι αριθμοί είναι τέτοιοι που οδηγούν αναπόφευκτα στη διάχυση του προβλήματος σε ολόκληρη την επικράτεια, ξεπερνώντας τα όρια των ήδη γκετοποιημένων περιοχών της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Καθώς, λοιπόν, το πρόβλημα αρχίζει και επηρεάζει την καθημερινότητα στην περιφέρεια, όπου οι σχέσεις των πολιτών μεταξύ τους αλλά και με την τοπική εξουσία αναπτύσσονται σε διαφορετικό επίπεδο, πολύ πιο άμεσο, θα είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον να δούμε πώς θα επηρεάσει αυτός ο συγκεκριμένος παράγοντας την πορεία του ζητήματος. Είναι εύκολο να απαξιωθούν ως “ρατσιστές” οι αγανακτισμένοι διαδηλωτές ή οι προβληματισμένοι γονείς από τις τηλεοράσεις και τους στρατευμένους δημοσιολόγους, αλλά οι ντόπιοι κομματάρχες και οι πολίτες γνωρίζουν πολύ καλά ότι αυτό δεν ισχύει. Αντιθέτως, η ιδεολογικοπολιτική σύνθεση αυτού του πλήθους πρόκειται πολύ σύντομα να αποδειχτεί πολύ πιο ευρεία και, κατά συνέπεια, να είναι σε θέση να ασκήσει πολύ περισσότερη επιρροή. 

Δεύτερον, κακά τα ψέμματα, οι επώνυμες δηλώσεις αντίθεσης των συλλόγων γονέων και κηδεμόνων – ως θεσμοθετημένων και αναγνωρισμένων συλλογικών οργάνων – μέτρησαν πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε συγκέντρωση διαμαρτυρίας, όσο δυναμική ή μαζική κι αν ήταν ως τώρα. Γι' αυτό, άλλωστε, υπήρξε και τέτοια πολεμική εις βάρος τους. Καταρχήν, επρόκειτο για συγκροτημένες κινήσεις, από αρμόδια όργανα, με συγκεκριμένες καταγγελίες, οι οποίες ανάγκασαν την - δημοκρατική και τόσο πολυδιαφημισμένα αριστερή - κυβέρνηση να τις παρακάμψει και να τις απαξιώσει με τόσο απολυταρχικό τρόπο, που χρειάστηκε να βγάλει προσωρινά το προσωπείο της και να ξεπεράσει τα δημοκρατικά προσχήματα. Επίσης, αντίθετα με τις διάφορες ανοργάνωτες και παρορμητικές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας (των οποίων η σύνθεση, η συνοχή, η μαζικότητα και η δυναμικότητα εξαρτώνται από διάφορους εξωγενείς και απρόβλεπτους παράγοντες) οι σύλλογοι των γονέων παραμένουν ενωμένοι και προσηλωμένοι στον στόχο τους, με μεγάλες δυνατότητες ανασυγκρότησης και κλιμάκωσης. 

Οι παρατηρήσεις που έγιναν παραπάνω δεν στοχεύουν, φυσικά, στο να απαξιώσουν τις αυθόρμητες εκδηλώσεις διαμαρτυρίας των δοκιμαζόμενων κατοίκων στα νησιά ή στα γκέτο της ενδοχώρας, αλλά προσπαθούν να ρίξουν φως στην πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα είναι σκληρή. Η ιστορία και η εμπειρία απέδειξαν ότι ποτέ και πουθενά δεν μπόρεσαν να επικρατήσουν ανοργάνωτα συνονθυλεύματα, που συγκεντρώθηκαν την τελευταία στιγμή υπό το βάρος των εξελίξεων, προσπαθώντας να διεκδικήσουν το δίκαιο με κραυγές, αφορισμούς ή νταηλίκια. Αυτό ισχύει και για τις νεανικές και δυναμικές αντιμεταναστευτικές κινήσεις των προηγούμενων δεκαετιών στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη, οι οποίες γρήγορα ποινικοποιήθηκαν και περιθωριοποιήθηκαν. Αντιθέτως, οργανωμένες συλλογικά προσπάθειες, ακόμα και μικρές αλλά με σοβαρότητα και προγραμματισμό, μπόρεσαν να κατακτήσουν σημαντικές μικρές νίκες σε συγκεκριμένους τομείς, οι οποίες εάν συντονιστούν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο μπορούν να συνθέσουν το παζλ της λύσης του προβλήματος. 

Η συλλογική οργάνωση, έκφραση και διεκδίκηση αποτελεί ένα πεδίο στο οποίο υστερούν σημαντικά και διαχρονικά οι φορείς της εθνοκεντρικής ιδέας, σε αντίθεση με όσους τοποθετούνται στα αριστερά του πολιτικού φάσματος. Αυτό ίσως μπορεί να συμβαίνει λόγω μίας εσφαλμένης εμπιστοσύνης στο κράτος και στους θεσμούς του, από μεριάς των πρώτων. Το μόνο σίγουρο, όμως, είναι ότι, διαχρονικά, η ευρύτερη Αριστερά κινητοποιεί μία πλειάδα συλλογικοτήτων και οργανώσεων (υφισταμένων ή “σφραγίδα”) για να προσδώσει μία αίσθηση μαζικότητας και αυθεντείας στις διεκδικήσεις της, ενώ οι εθνοκεντρικές δυνάμεις συνηθίζουν να οργανώνονται και να αντιδρούν εκ των υστέρων. Εάν, όμως, κάποιος υστερεί στις υποχρεώσεις του ως πολίτης, μην έχοντας ουδεμία συμμετοχή στις συλλογικές ζυμώσεις σε κοινωνικό, επαγγελματικό ή πολιτιστικό επίπεδο, τότε είναι λογικό να υστερεί και στις δυνατότητες έκφρασης της βούλησής του ως πολιτικό υποκείμενο. Εάν κάποιος ιδιωτεύει και είναι απόμακρος από το κοντινό του περιβάλλον, τότε πώς θα μπορέσει να το επηρεάσει, όταν πιστέψει πως στενεύουν τα πράγματα; 

Οι εκλογές γίνονται, θεωρητικά, κάθε τέσσερα χρόνια. Κάθε μέρα, όμως, είμαστε πολίτες, εργαζόμενοι ή άνεργοι, μαθητές ή φοιτητές και οτιδήποτε άλλο συνθέτει την ταυτότητά μας. Έτσι όπως έχουν έρθει τα πράγματα, είναι αποδεδειγμένο πλέον πως οι σύλλογοι γονέων και κηδεμόνων, οι ενώσεις ξενοδόχων, οι θρησκευτικές οργανώσεις, ακόμα και οι πολιτιστικοί ή αθλητικοί σύλλογοι, τα συνδικαλιστικά σωματεία, οι οικολογικές ομάδες κ.ο.κ. μπορούν με τις παρεμβάσεις τους και τις τοποθετήσεις τους να επηρεάσουν την πολιτική πραγματικότητα σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ' ό,τι θα νόμιζε κάποιος. Με τα παραπάνω δεν εννοούμε, προφανώς, να αρχίσουν οι εθνικιστές να εγγράφονται και να συμμετέχουν σωρηδόν σε συλλογικότητες στις οποίες δεν έχουν κανένα έρεισμα για να κάνουν κάποιου είδους προσηλυτισμό. Κάτι τέτοιο θα ήταν ανούσιο και θα επέφερε τα αντίθετα αποτελέσματα από τα προσδοκώμενα. Αυτό που θέλουμε να τονίσουμε είναι πως η συλλογική οργάνωση σε ευρύτερα κοινωνικά σχήματα είναι επιβεβλημένη υποχρέωση του πολίτη και αποτελεί πολύ σημαντικότερο μέσο αντίστασης – και για το ζήτημα της λαθρομετανάστευσης - από μία στενή κομματική ή ιδεολογική ταυτότητα, η οποία περιχαρακώνει και περιθωριοποιεί. 

Σε άμεση συνάφεια με τα παραπάνω, οφείλουμε να εξετάσουμε τις δυνατότητες που δίνει το νομικό πλαίσιο της χώρας μας σχετικά με τον έλεγχο των αποφάσεων της εξουσίας - για το λαθρομεταναστευτικό και όχι μόνο - καθώς και με την παρεμπόδιση της εφαρμογής τους. Αυτό είναι που αναφέρεται ως νομιμότητα στον τίτλο του κειμένου και δεν πρέπει να συγχέεται με τη νομιμοφροσύνη ή την τυφλή εμπιστοσύνη σε κράτος και θεσμούς, που αναφέρθηκε παραπάνω. Πόσο μάλλον όταν έχει αποδειχθεί ότι κι αυτή ακόμα η δικαιοσύνη είναι χειραγωγίσιμη. Όμως, έστω κι έτσι, το κράτος οφείλει να υπακούει στους νόμους που το ίδιο θεσπίζει. Ο κρατικός λειτουργός (είτε είναι υπουργός είτε διευθυντής εκπαίδευσης είτε αστυνομικός είτε οποιοσδήποτε υπάλληλος) έχει ευθύνη απέναντι στους πολίτες και στο νόμο. Όταν παίρνονται επικίνδυνες αποφάσεις που έχουν να κάνουν, για παράδειγμα, με τη δημόσια υγεία και την ασφάλεια, τότε αυτός που τις εγκρίνει είναι υπόλογος και υπάρχουν τα νομικά εργαλεία, ώστε να τεθεί υπό των ευθυνών του αλλά και να μπλοκάρει η εφαρμογή των αποφάσεών του. Η Αριστερά, πάλι, έχει δείξει τον δρόμο για τέτοιου είδους πρακτικές σε πολλές περιπτώσεις και με επιτυχία. Έστω κι αν τα κίνητρά της ήταν αρκετές φορές σκοτεινά. Αλήθεια, πόσες αποφάσεις έχουν περάσει στο ντούκου, επειδή κανένας φορέας δεν ασχολήθηκε σοβαρά ώστε να τις καταργήσει μέσω της δικαιοσύνης; Ακόμα, όμως, κι αν πιστεύει κανείς ότι όλα είναι φτιαχτά και στημένα, μήπως η διεκδίκηση μέσω της δικαστικής οδού μπορεί να αγοράσει τον απαραίτητο χρόνο για την οργάνωση άλλου είδους διεκδικήσεων; 

Για να χρησιμοποιηθεί, βέβαια, η νομιμότητα ως μέσο αντίστασης χρειάζονται σοβαρότητα, υπόσταση, πόροι και επιτελείο. Είναι προφανές ότι δεν μπορεί να επικαλεστεί τη νομιμότητα μία απρόσωπη και ανερμάτιστη μάζα. Αυτή, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να σκούζει, να σπάσει καμία τζαμαρία και να ανταλλάσσει likes στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ίσως γι' αυτόν τον λόγο, της έλλειψης δηλαδή των παραπάνω χαρακτηριστικών, αναπτύσσεται - ως άμυνα - και μία εύκολη, ανώνυμη, υπερεπαναστατική ρητορική, η οποία έχει ως μόνο στόχο την ανατροφοδότηση, που οδηγεί σ' έναν φαύλο κύκλο. Η ουσία, όμως, είναι η εθνοφυλετική επιβίωση, όχι η διατήρηση ενός αντιδραστικού cult. 

Οι καιροί έχουν αλλάξει. Αυτό σημαίνει πως έχουν αλλάξει ή έχουν ενταθεί και τα προβλήματα, αλλά και πως η αντιμετώπισή τους πρέπει να αλλάξει κι αυτή, ώστε να γίνει πιο αποτελεσματική. Το ζήτημα της λαθρομετανάστευσης άρχισε να απασχολεί τους Έλληνες από τη δεκαετία του '90 και ύστερα, αλλά πλέον το πρόβλημα έχει περάσει σε εντελώς διαφορετικό επίπεδο. Ως εκ του αποτελέσματος, οι αποτυχημένες πρακτικές αντιμετώπισης των περασμένων δεκαετιών οφείλουν να αναθεωρηθούν και να αλλάξουν. Οι λύσεις δεν είναι εύκολες, ούτε μαγικές, αλλά είναι μπροστά μας. Είναι στο χέρι μας το κατά πόσο μπορούμε να τις δούμε και να προσαρμοστούμε στα νέα δεδομένα. Όντας έξω από την κοινωνία, αυτοπεριχαρακωμένοι και αυτοπεριθωριοποιημένοι, κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο. Αναμασώντας τα ίδια τσιτάτα, γαυγίζοντας και κάνοντας κύκλους γύρω από την ουρά μας δεν πρόκειται να πάμε μακριά. Κι αυτό δεν είναι αποδεκτό, διότι δεν έχουμε περιθώρια ήττας. Για μας και τα παιδιά μας. 

του Χρήστου Καρανικόπουλου

Ταυτότητα

Αρχείο

Δημοφιλείς Αναρτήσεις

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -