Κυριακή, 17 Ιουλίου 2016

Το αποτυχημένο στρατιωτικό πραξικόπημα, που έλαβε χώρα στην Τουρκία το βράδυ της Παρασκευής, ήταν, αν μη τι άλλο, το πρώτο που είχε ζωντανή κάλυψη από τα τηλεοπτικά δίκτυα και από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης διεθνώς. Δεν γνωρίζουμε κατά πόσο αυτό το στοιχείο υπήρξε καθοριστικό για την έκβασή του - μετά από την έκκληση του Ερντογάν στους οπαδούς του, μέσω Face Time, για να βγουν στους δρόμους – ή εάν το αποτέλεσμα ήταν προκαθορισμένο, αλλά, σίγουρα, μπορούμε να αναφερόμαστε στο πιο θεαματικό και σχολιασμένο πραξικόπημα της ιστορίας. 

Λίγα εικοσιτετράωρα μετά την παράδοση των πραξικοπηματιών και ενώ οι συλλήψεις μελών της τουρκικής στρατιωτικής ηγεσίας συνεχίζονται, οι φωνές που μιλούν για στημένο – γιαλαντζί αν προτιμάτε - πραξικόπημα ακούγονται όλο και πιο δυνατά. Προφανώς, όταν αναφερόμαστε σε ένα πραξικόπημα με περισσότερους από 160 νεκρούς και πάνω από 1.000 τραυματίες, το οποίο φαίνονταν επιτυχημένο μέχρι και την ώρα της δημόσιας παρέμβασης του Ερντογάν, είναι πολύ εύκολο, βολικό, αλλά και ανεύθυνο, να απλουστεύουμε και να κρίνουμε αποκλειστικά εκ του αποτελέσματος. Λίγοι είναι σε θέση να γνωρίζουν την πλήρη εικόνα, αλλά φαίνεται εξαιρετικά απίθανο για κάποιον έμπειρο στρατιωτικό καριέρας να πάρει την απόφαση για να προχωρήσει σε ένα πραξικόπημα έχοντας τη στήριξη μόνο μίας μικρής μερίδας του τεράστιου τουρκικού στρατιωτικού μηχανισμού. Κάτι τέτοιο, όπως αποδείχθηκε, θα ήταν ερασιτεχνικό και αυτοκτονικό. Είτε, λοιπόν, ο Ερντογάν γνώριζε εκ των προτέρων και “επιτάχυνε” τις εξελίξεις προς όφελός του, είτε έμαθε στην πορεία και μπόρεσε να διαπραγματευτεί την αλλαγή των συσχετισμών – κάτι που ίσως δεν μαθευτεί ποτέ – το στρατιωτικό πραξικόπημα έλαβε τέλος με (προσωρινό τουλάχιστον) νικητή τον Ερντογάν, φέρνοντας στην επιφάνεια, όμως, όλες τις παθογένειες που χαρακτηρίζουν την ύπαρξη του τουρκικού κράτους, τόσο στο εσωτερικό του όσο και στις διεθνείς του σχέσεις. 

Καταρχήν, παρά την άρνηση του Γκιουλέν για συμμετοχή στο πραξικόπημα, όλες οι πληροφορίες έως τώρα συμφωνούν ότι επρόκειτο για ενέργεια της ενδοϊσλαμικής αντιπολίτευσης, χωρίς την ενεργή συμμετοχή των Κεμαλικών, των Κούρδων ή των εθνικιστών, οι οποίοι εξαρχής κράτησαν μία ουδέτερη στάση αρνούμενοι να αναμειχθούν. Αυτό το γεγονός, από μόνο του, είναι αρκετά σημαντικό και σηκώνει αρκετές ερμηνείες. Το μόνο σίγουρο είναι πως χωρίς τη στήριξη και τη συμμετοχή του μεγαλύτερου κομματιού της αντιπολίτευσης το πραξικόπημα ήταν καταδικασμένο να αποτύχει, όπως και έγινε. Το κατά πόσο υπήρξαν επαφές με την αντιπολίτευση και γιατί, εάν υπήρξαν, δεν ευοδώθηκαν, ίσως να αποτελεί και το κλειδί για την αποτυχία του εγχειρήματος. 

Από εδώ και πέρα, στο εσωτερικό της χώρας, ο Ερντογάν απέκτησε ένα καλό άλλοθι για να προχωρήσει στην περαιτέρω εδραίωση της θέσης του, συνεχίζοντας και εντείνοντας τις προγραφές των αντιφρονούντων. Σε μία ήδη πολωμένη κοινωνία, όμως, ο αυταρχισμός και η αλαζονεία - για τα οποία διακρίνεται το καθεστώς Ερντογάν - επιβαρύνουν το τεταμένο κλίμα. Είναι πολύ πιθανόν, λοιπόν, το γιαλαντζί πραξικόπημα να αποδειχθεί Πύρρειος νίκη για τον Ερντογάν και να αποτελέσει το πρελούδιο μίας απότομης πτώσης, την οποία επιθυμούν και απεργάζονται αρκετές δυνάμεις. 

Σε διεθνές επίπεδο, το πραξικόπημα ήρθε, όχι τυχαία, σε μία περίοδο επαναπροσέγγισης της Τουρκίας με Ρωσία και Ισραήλ, με τις ΗΠΑ να εμφανίζονται ενοχλημένες, με το ζήτημα της Συρίας και των μεταναστευτικών ροών να παραμένει ανοιχτό και με τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Ε.Ε. να μπαίνουν σε νέα φάση, μετά το BREXIT και τα συνεχιζόμενα τρομοκρατικά χτυπήματα σε ευρωπαϊκό έδαφος. Το ζητούμενο, πλέον, είναι το κατά πόσο η Τουρκία θα ξεσκεπαστεί ως η ασταθής τριτοκοσμική χώρα που είναι και θα απομονωθεί ή εάν θα καταφέρει ο Ερντογάν να πείσει τους, πρόθυμους, συνομιλητές του ότι αποτελεί τη μοναδική δύναμη σταθερότητας στη χώρα, εκβιάζοντας για περισσότερες παροχές και ευνοϊκότερες συμφωνίες. Το αμέσως ερχόμενο χρονικό διάστημα θα αποδείξει αν ο Ερντογάν είναι αναλώσιμος ή όχι και αυτό θα έχει άμεσο αντίκτυπο στην εδραίωσή του στο εσωτερικό. 

Στην Ελλάδα, από την άλλη πλευρά, τα ΜΜΕ πανηγυρίζουν για τον “δημοκρατικό λαό που πήρε την κατάσταση στα χέρια του” βλέποντας το ισλαμικό ασκέρι του Ερντογάν να λιντσάρει αγρίως τους πραξικοπηματίες. Παγιδευμένη σ' αυτή τη μόνιμη φαντασιακή φιλελεύθερη φενάκη, η κυβέρνηση καλείται να λύσει το πρόβλημα της έκδοσης ή μη των οκτώ πραξικοπηματιών, γνωρίζοντας εκ των προτέρων πως ό,τι και να πράξει θα έχει ως αποτέλεσμα το άνοιγμα νέων αντιπαλοτήτων και κινδύνων. Σε περίπτωση που υπήρχε, έστω και υποτυπωδώς, ένα σχέδιο εξωτερικής πολιτικής με γνώμωνα το εθνικό συμφέρον, η κρίση στην Τουρκία θα αποτελούσε ευκαιρία για την Ελλάδα ώστε να κλείσει αρκετά από τα ανοιχτά διμερή ζητήματα και να εδραιώσει τη θέση της. Με τις συγκεκριμένες συνθήκες, όμως, είμαστε καταδικασμένοι να ξαναζήσουμε την εξαγωγή της τουρκικής κρίσης για ακόμη μία φορά και να ευχόμαστε να είναι περιστασιακή. 

Κλείνοντας αυτή τη μικρή αναφορά στο γιαλαντζί πραξικόπημα θα σταθούμε σε δύο σημεία: Το πρώτο είναι η στιγμή που ο παντοδύναμος, έως τώρα, Σουλτάνος εμφανίστηκε τρωτός και αδύναμος όσο ποτέ στο διαδίκτυο και στα μέσα, που ο ίδιος λογόκρινε, με τις πληροφορίες να λένε ότι ετοιμάζονταν να ζητήσει άσυλο στη Γερμανία. Η ειρωνία της κατάστασης είναι εμφανής. Το δεύτερο σημείο έχει να κάνει με το κατά πόσο είναι εφικτό ένα στρατιωτικό πραξικόπημα στον εικοστό πρώτο αιώνα και σε μία χώρα που, αν και τριτοκοσμική, δεν είναι υποσαχάρια ή αμιγώς ασιατική. Το γιαλαντζί πραξικόπημα της Τουρκίας απέδειξε πως μία τέτοιου είδους ανατροπή μάλλον δεν είναι εφικτή, αλλά μένει να αποδειχθεί κατά πόσο δεν ήταν απλά ένα crash test για παρόμοιες εξελίξεις που έρχονται στο άμεσο μέλλον, ίσως πιο αποτελεσματικές, με τη μορφή μιας “πορτοκαλί επανάστασης” αυτή τη φορά. 

του Χρήστου Καρανικόπουλου

Ταυτότητα

Αρχείο

Δημοφιλείς Αναρτήσεις

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -