Κυριακή, 26 Ιουνίου 2016

Το δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου 2016 για την παραμονή ή όχι της Βρετανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτέλεσε τη μεγάλη προεκλογική δέσμευση των Συντηρητικών στις εκλογές του περασμένου χρόνου, με προφανή στόχο την υφαρπαγή της ψήφου των ευρωσκεπτικιστών. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, οριακό αλλά ξεκάθαρο, με διαφορά λίγο πάνω από ένα εκατομμύριο ψήφους υπέρ της αποχώρησης και ποσοστά 51,9% έναντι 48,1%, άνοιξε τον ασκό του Αιόλου όχι μόνο για το βρετανικό πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο, αλλά για το μέλλον ολόκληρης της Ευρώπης. 

Λίγα εικοσιτετράωρα μετά την απόφαση για BREXIT, με τις χρηματοπιστωτικές αγορές να δέχονται τις πρώτες ενστικτώδεις πιέσεις και το στρατόπεδο των Βρυξελλών να αναδιπλώνεται, θα τολμήσουμε μία ψύχραιμη ανάγνωση της κατάστασης. 

Η πολιτική ατζέντα και τα αποτελέσματα 

Καταρχήν, κάτι το οποίο κρίνεται ως ιδιαίτερα σημαντικό και πρέπει να εμπεδωθεί είναι ότι η ψήφος υπέρ του BREXIT δεν είναι ίδια με μία ψήφο αγανάκτησης νοτιοευρωπαίων P.I.G.S., δεν έχει τα ίδια χαρακτηριστικά ούτε γίνεται να κριθεί με τα ίδια κριτήρια. Πέρα από τις προφανείς διαφορές, τις οποίες συναντάμε σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση, ο Βρετανός ψηφοφόρος, του οποίου το βιωτικό επίπεδο έχει πέσει σαφέστατα τα τελευταία χρόνια, δεν αντιμετωπίζει σε καμία περίπτωση την άμεση και καταφανέστατη παρέμβαση των “θεσμών” στην καθημερινότητά του, στο βαθμό που την αντιμετωπίζει ο Έλληνας για παράδειγμα. Δεν έχει μνημόνιο, προαπαιτούμενα, “κόφτη”, ούτε καν ευρώ. Το κατά πόσο αυτή η πραγματικότητα ευνοεί την ευθυκρισία είναι κάτι το οποίο σηκώνει ερμηνείες. Αυτό που είναι σίγουρο, όμως, είναι ότι η ψήφος υπέρ του BREXIT δεν μπορεί να κατηγορηθεί ως επιπόλαια ή αντιδραστική ψήφος αγανάκτισης ορισμένων απελπισμένων αλλά, αντιθέτως, αποτελεί συνειδητή αποδοκιμασία ενάντια στον πυρήνα του σχεδίου της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, όπως αυτό εφαρμόζεται. Ως εκ τούτου, αποτελεί και τρανή απόδειξη αποτυχίας του εγχειρήματος της Ε.Ε. στο σύνολό του, εάν τα μέχρι τώρα αποτελέσματα δεν ήταν αρκετά. 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, από το Σύμφωνο των Βρυξελλών μεταπολεμικά μέχρι και σήμερα, εξελίχθηκε πάνω σε μία συνεχή διεύρυνση σε πλάτος και σε βάθος. Μέχρι τις 23 Ιουνίου 2016, το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, πάνω στις συγκεκριμένες φιλελεύθερες γραφειοκρατικές βάσεις, διαπραγματευόταν διακρώς την ένταξη νέων χωρών – ακόμη και εκτός Ευρώπης, βλέπε Τουρκία – αλλά και τον αυξανόμενο συγκεντρωτισμό των υπερεξουσιών του διευθυντηρίου των Βρυξελλών. Πλέον, θα πρέπει να διαπραγματευτεί και να διαχειριστεί την ηχηρή αποχώρηση ενός από τους πυλώνες της ευρωπαϊκής οικονομίας και όχι μόνο. 

Επιστρέφοντας στα του δημοψηφίσματος, οφείλουμε να σταθούμε και να αναλύσουμε το αποτέλεσμα, η οριακή διαφορά του οποίου αναδεικνύει τον έντονο κοινωνικό και πολιτικό διχασμό στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ακόμα και να ήταν αντίστροφο το αποτέλεσμα, βέβαια, η αποτυχία της Ε.Ε. και η έλλειψη ελκυστικότητας στα μάτια των Βρετανών είναι δεδομένη διότι, σε αντίθετη περίπτωση, ένα επιτυχημένο εγχείρημα θα έπρεπε να απολαμβάνει την ευρεία αποδοχή και όχι να είναι αντικείμενο debate. Επίσης, δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε ότι το συγκεκριμένο αποτέλεσμα επετεύχθη παρά την πίεση ολόκληρου του πολιτικού (πέραν του UKIP και των εθνικιστικών κομμάτων), μηντιακού και οικονομικού κατεστημένου, το οποίο επιστράτευσε κάθε είδους θεμιτό ή αθέμιτο καταστροφολαγνικό επιχείρημα ενάντια στην επιλογή της εξόδου. Σ' αυτό το πλαίσιο, επιστρατεύτηκε ακόμα και ο συναισθηματικός εκβιασμός, στον απόηχο της δολοφονίας της βουλευτού των Εργατικών και υπέρμαχου της παραμονής Jo Cox, σε μία υπόθεση η οποία πυροδότησε αρκετά, βάσιμα ή αβάσιμα, σενάρια συνομωσιολογίας στα οποία δεν χρειάζεται να επεκταθούμε. 

Προτού προχωρήσουμε στην ανάλυση του αποτελέσματος πρέπει να ανοίξουμε μία παρένθεση και να αναφέρουμε δύο σημαντικά στοιχεία που προέκυψαν από την όλη διαδικασία: Καταρχάς, οι δημοσκοπήσεις πλέον έχουν μετατραπεί ξεκάθαρα σε εργαλείο χειραγώγησης και αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με την ελληνική πραγματικότητα αλλά, όπως είδαμε και στο δημοψήφισμα του BREXIT και στην περίπτωση του Εθνικού Μετώπου της Γαλλίας και αλλού, αποτελεί ευρέως διαδεδομένη πρακτική παγκοσμίως. Κατά δεύτερον, η άμεση ανακοίνωση της παραίτησης Κάμερον μετά την αποτυχία της εκστρατείας του στο δημοψήφισμα, έστω κι αν είναι σε βάθος τριμήνου, κάνει αναπόφευκτη τη σύγκριση με τους χειρισμούς Τσίπρα στην αντίστοιχη περίπτωση. Για να το θέσουμε αλλιώς, η διαφορά της ελληνικής πολιτικής σκηνής με αυτή της Ευρώπης δεν έχει να κάνει, φυσικά, με το ότι οι δικοί μας πολιτικοί είναι κακοί και διεφθαρμένοι ενώ οι ευρωπαίοι όχι. Η ειδοποιός διαφορά είναι ότι στην Ευρώπη, σε θεσμικό επίπεδο, το σύστημα δείχνει να λειτουργεί τουλάχιστον στο επίπεδο του να κρατούνται τα προσχήματα, ενώ στην Ελλάδα η κατάχρηση της εξουσίας έχει φτάσει σε τριτοκοσμικά επίπεδα. 

Κλείνοντας την παρένθεση, καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος έπαιξε σίγουρα η ψυχοσύνθεση και το συλλογικό ασυνείδητο των Βρετανών. Διαχρονικά, άλλωστε, η στάση της Βρετανίας απέναντι στην Ε.Ε. ήταν απόμακρη, κριτική, έως και υπονομευτική. Παρά το γεγονός ότι αναφερόμαστε σε μία κατεξοχήν φιλελεύθερη, πολυπολιτισμική και πολυφυλετική κοινωνία υπάρχουν ακόμα ζωντανά ψήγματα συλλογικής μνήμης, της παλαιάς δόξας μίας αποικιοκρατικής Αυτοκρατορίας στην οποία “ο ήλιος δεν έδυε ποτέ”. Αυτό το συλλογικό ασυνείδητο μπορεί να έχει εξοστρακιστεί από τις κοσμοπολίτικες μητροπόλεις και να έχει εκφυλιστεί σε έναν φολκλορικού τύπου σωβινισμό, συνεχίζει όμως να δυσκολεύεται να προσαρμοστεί σε μία Ε.Ε. κάτω από την απόλυτη γερμανική ηγεμονία καθώς και να παίρνει μονίμως τη θέση της 51ης πολιτείας των Η.Π.Α. ως πιστός υποτακτικός. Ως εκ τούτου, οι προτροπές των Η.Π.Α. και των ευρωπαίων πολιτικών υπέρ της παραμονής λειτούργησαν μάλλον αποτρεπτικά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αυτό εκφράστηκε σε όλες τις επαρχιακές περιοχές της Αγγλίας, οι οποίες ψήφισαν υπέρ της εξόδου, σε αντιδιαστολή με το Λονδίνο, το Μάντσεστερ και το Λίβερπουλ όπου υπήρξε σαφής πλειοψηφία υπέρ της παραμονής. Με το ίδιο σκεπτικό μπορεί να ερμηνευτεί και η ψήφος υπέρ της παραμονής στη Σκωτία και τη Βόρειο Ιρλανδία, όχι τόσο ως θετική ψήφος υπέρ της Ε.Ε. αλλά, περισσότερο, ως ζυγισμένη ψήφος ενάντια στην αγγλική κυριαρχία. Εξάλλου, αμέσως μετά το αποτέλεσμα του BREXIT άνοιξε ξανά η συζήτηση για νέο αποσχιστικό δημοψήφισμα στη Σκωτία. 

Περνώντας στην πολιτική ατζέντα που καθόρισε το αποτέλεσμα, η βασική επιχειρηματολογία στάθηκε σε δύο σημεία: Οι υποστηρικτές της παραμονής υπερτόνισαν με κάθε τρόπο το οικονομικό κόστος της εξόδου, αναφερόμενοι σε χαμένες επιδοτήσεις, στην ισοτιμία της στερλίνας, στο εμπορικό ισοζύγιο. Αυτή η επιχειρηματολογία, όμως, δεν έπιασε πέρα από τα λαμπερά φώτα του City, αναδεικνύοντας τον έντονο κοινωνικό διχασμό στον οποίο αναφερθήκαμε παραπάνω. Πέρα από τη Βρετανία που γνωρίζουν οι φοιτητές και οι τουρίστες υπάρχει και η Βρετανία που ζει από το επίδομα ανεργίας, που δεν μπορεί να πιάσει τις τιμές των σπιτιών, που δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί από το σύστημα υγείας, που βλέπει τις νεροποντές να πλημμυρίζουν τα σπίτια της και να θέτουν εκτός λειτουργίας την ηλεκτροδότηση, που ζει ως μειονότητα σε ισλαμοποιημένες γειτονιές και πόλεις, που δεν έχει ανοιχτές business με την Ευρώπη ούτε παίρνει επιδοτήσεις. Πάνω απ' όλα, υπάρχει αυτή η Βρετανία που δεν έχει πια εμπιστοσύνη στις πολιτικές και κοινωνικές ελίτ, που νιώθει το κοινωνικό χάσμα να μεγαλώνει. Όπως ο ψαράς που διαδηλώνει στον Τάμεση ενάντια στην αλιευτική πολιτική της Ε.Ε. για λόγους επιβίωσης και βλέπει τον Bob Geldof και άλλους πολυεκατομμυριούχους να τον βρίζουν χειρονομώντας. Η βρετανική κοινωνία, εξάλλου, είναι για αιώνες διαρθρωμένη ταξικά με πολύ αυστηρό τρόπο. Η κοινωνική κινητικότητα που υπάρχει αλλού στην Ευρώπη συναντάται σε πολύ μικρότερο βαθμό σε μία κοινωνία με Sirs και Λόρδους. Ήδη, μετά την ανακοίνωση του BREXIT, άρχισαν οι πρώτες φωνές που αμφισβητούν το αποτέλεσμα χρεώνοντάς το σε υπέργηρους συντηρητικούς και κατωτέρου μορφωτικού επιπέδου ψηφοφόρους. Τέτοιου είδους αντιδράσεις, όμως, περισσότερο εντείνουν το υπάρχον πρόβλημα παρά το εκτονώνουν. 

Από την άλλη πλευρά, βασικό επιχείρημα για την υποστήριξη της εξόδου από την Ε.Ε. υπήρξε το μεταναστευτικό, το οποίο βρισκόταν πολύ ψηλά στην ατζέντα και των δύο στρατοπέδων. Ενάμιση μήνα μετά την ανάληψη των καθηκόντων ως δημάρχου του Λονδίνου από τον Πακιστανικής καταγωγής μετανάστη δεύτερης γενιάς Sadiq Khan, με την εισροή μεταναστών στο Η.Β. να φτάνει τις 290.000 για το προηγούμενο έτος μόνο (με τα πραγματικά στοιχεία να λένε για 500.000), η διοίκηση του Κάμερον υποσχέθηκε ως άμεσο στόχο τη διαπραγμάτευση με την Ε.Ε. για τον περιορισμό της μετανάστευσης στις 100.000 ετησίως. Όταν, όμως, η κατάσταση έχει φτάσει ήδη στο απροχώρητο, όταν υπάρχουν ολόκληρες πόλεις στις οποίες ο αγγλικός πληθυσμός αποτελεί μειοψηφία, όταν οι διαφυλετικές εντάσεις και η εγκληματικότητα βρίσκονται στο κόκκινο και την ίδια στιγμή η Βρετανία δηλώνει της υποστήριξή της στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας, οι οποίες θα επιφέρουν ακόμα μεγαλύτερη πίεση στο μεταναστευτικό, τότε είναι απόλυτα λογικό να αποδοκιμαστεί αυτή η πολιτική – έστω κι αν κάτι τέτοιο δεν εκφράστηκε εμφανώς στις εθνικές εκλογές. 

Τι μέλλει γενέσθαι 

Όπως ήταν φυσικό, η αρχική αντίδραση των αγορών απέναντι στο αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος κατέγραψε αξιοσημείωτες πτώσεις στα χρηματιστήρια και στην ισοτιμία της στερλίνας έναντι του ευρώ και του δολαρίου. Βραχυπρόθεσμα, μέχρι να ξεπεραστεί το αρχικό σοκ και να διευκρινιστούν τα διαδικαστικά της αποχώρησης, αυτή η κατάσταση αναμένεται να συνεχιστεί και να εκτονώνεται σταδιακά. Ας μην ξεχνάμε, εξάλλου, ότι αρκετές οικονομίες της Ε.Ε. είναι άμεσα συνδεδεμένες εμπορικά με τη βρετανική και θα πρέπει να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα. Το μόνο σίγουρο είναι πως, υπό τις παρούσες συνθήκες, η βρετανική οικονομία βρίσκεται σε πολύ ευνοϊκότερη θέση για να διαχειριστεί το BREXIT απ' ότι θα ήταν η Ελλάδα σε ένα ενδεχόμενο ασύντακτο GREXIT με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Γι' αυτό και θα ήταν καλό να είμαστε πιο προσεκτικοί στις συγκρίσεις. 

Για να γίνει μία ασφαλής πρόβλεψη σχετικά με τη διόρθωση των αγορών θα πρέπει να αποσαφηνιστεί η διαδικασία αποχώρησης της Βρετανίας μετά από τις προβλεπόμενες διαπραγματεύσεις σύμφωνα με τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτή η διαδικασία, όσο κι αν υπάρχουν πιέσεις για την επίσπευσή της, αναμένεται να είναι μακρά και έχει άμεσο ενδιαφέρον για όλα τα ευρωπαϊκά κράτη με αυξημένα ποσοστά ευρωσκεπτικισμού – και είναι πολλά – έστω κι αν τα δεδομένα είναι διαφορετικά για τα μέλη της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης. Αναπόφευκτα, αυτή η διαδικασία αποχώρησης θα αποτελέσει τον οδοδείκτη για τον επόμενο υποψήφιο προς αποχώρηση. Οπότε, οι πολιτικές επιπτώσεις της βρετανικής αποχώρησης προηγούνται των οικονομικών και τις καθορίζουν. 

Αυτό που μένει να δούμε τώρα είναι η αντίδραση της Ε.Ε. απέναντι σ' αυτή τη δυσμενή εξέλιξη. Μία εκδικητική επίδειξη ισχύος απέναντι στη Βρετανία, προς γνώση και συμμόρφωση των υπολοίπων, θα ήταν ίσως επιθυμητή από τη γερμανική πλευρά, αλλά τα δεδομένα και ο συσχετισμός των δυνάμεων δεν καθιστούν ένα τέτοιο σενάριο εφικτό. Με δεδομένο ότι υπάρχουν πολλά ζητήματα ανοιχτά (εκλογές σε Ισπανία και Γαλλία, ενταξιακές διαπραγματεύσεις Τουρκίας, ελληνικό ζήτημα, μεταναστευτικό) και το ΒΡΕΧΙΤ ίσως ανοίξει άμεσα κι άλλα (αποσχιστικό δημοψήφισμα σε Σκωτία και Β. Ιρλανδία, δημοψηφίσματα για αποχώρηση σε άλλες χώρες) οι Βρυξέλλες είναι καταδικασμένες να ακολουθήσουν έναν από τους δύο δρόμους: Είτε αυτόν της εσωστρέφειας και της περιχαράκωσης - ο οποίος νομοτελειακά θα οδηγήσει αργά ή γρήγορα σε κατακερματισμό της Ένωσης και διάλυσή της, τώρα που έγινε η αρχή – είτε αυτόν της αλλαγής πλεύσης και της χαλάρωσης, από τον οποίο όμως έχουν απομακρυνθεί τόσο που δεν φαίνεται να υπάρχει η δυνατότητα να επαναπροσεγγίσουν. 

Αν, λοιπόν, μπορούμε να βγάλουμε ένα ασφαλές συμπέρασμα από το βρετανικό δημοψήφισμα, αυτό είναι ότι υπάρχει ακόμα προοπτική και δυνατότητα αντιστροφής της κατάστασης μέσα από το υπάρχον σύστημα. Όσο κι αν κάποια πράγματα φαίνονται προκαθορισμένα και ελεγχόμενα υπάρχει πεδίο επιρροής και δράσης για τις ριζοσπαστικές δυνάμεις. Αυτό που χρειάζεται είναι να αποφεύγεται η επανάληψη των ίδιων λαθών και να μεγιστοποιηθεί η αξιοποίηση των λιγοστών ευκαιριών. Αν θέλουμε, μάλιστα, να πάμε τη σκέψη μας κι ένα βήμα παραπέρα, το ζητούμενο από εδώ και πέρα είναι το κίνημα του ευρωσκεπτικισμού να τεθεί πάνω σε ορθές βάσεις - όπως είναι αυτές της καταγωγής, του πολιτισμού και της Παράδοσης – και όχι να εκφράζεται από ανερμάτιστους λαϊκιστές τύπου Φάρατζ και Καμμένου. 

Η ψήφος υπέρ της αποχώρησης της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί την πρώτη μεγάλη και εμφανή ρωγμή στο πλοίο του φιλελεύθερου γραφειοκρατικού μετασοβιετικού υπεροργανισμού μετά από πολλούς ισχυρούς κλυδωνισμούς. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο θα επιχειρηθεί να μπαλωθεί αυτή η ρωγμή και το πλοίο να συνεχίσει την πλεύση στα επικίνδυνα νερά της παγκοσμιοποίησης. Το κατά πόσο αυτό το πλήγμα θα αποβεί καίριο μένει να το διαπιστώσουμε. Το μόνο σίγουρο είναι πως το πλοίο δεν πρόκειται να παραμείνει το ίδιο. 

του Χρήστου Καρανικόπουλου

Ταυτότητα

Αρχείο

Δημοφιλείς Αναρτήσεις

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -