Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2015

“Το μέτωπο της Εκκλησίας κατά της Χρυσής Αυγής είναι πολύ σημαντικό, όχι μόνο γιατί διευρύνει το αντιφασιστικό τόξο, αλλά και γιατί αποτρέπει ένα σημαντικό σε μέγεθος ακροατήριο συντηρητικών, στην πλειοψηφία τους, ανθρώπων από το δεχτούν εύκολα τα ρατσιστικά κηρύγματα της Χρυσής Αυγής”. 

Το παραπάνω απόσπασμα, προέρχεται από μία ιστοσελίδα που ασχολείται ανάμεσα σε άλλα και με εκκλησιαστικά θέματα. Και πρόσκειται σε μία πλευρά της επίσημης Εκκλησίας, στην οποία ανήκει προφανώς και ο σημερινός Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος. Μία πλευρά η οποία αυτή την στιγμή, παρ όλες τις επί μέρους αντιδράσεις συγκεκριμένων ιεραρχών, δείχνει να κυριαρχεί στην χάραξη στρατηγικής της Εκκλησίας. 

Οι περισσότεροι από εμάς που ασχολούμαστε με την πολιτική – σε διάφορα επίπεδα - τείνουμε να υποτιμούμε τον ρόλο της Εκκλησίας. Είτε διότι θεωρούμε de facto ότι αυτή δεν ασχολείται με την πολιτική είτε διότι δεν έχουμε κανένα σημείο επαφής. 

Στην Ελλάδα, επί της εποχής των “χρυσών αγελάδων” του εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ και συγκεκριμένα της κυβέρνησης του Κ. Σημίτη, ο τότε Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος αποφάσισε να καλέσει τους Έλληνες να κατέβουν στον δρόμο, προκειμένου να αντιταχθούν στην υπόθεση της αφαίρεσης του θρησκεύματος από τις ταυτότητες. Τότε, εκτός από τις τεράστιες συγκεντρώσεις είχαμε και παράλληλες ενέργειες, όπως τη συλλογή υπογραφών, που μάλλον ως τελικό σκοπό είχαν τη διενέργεια δημοψηφίσματος. Χωρίς να γνωρίζω τι ακριβώς έγινε με εκείνες τις συλλογές υπογραφών, η υπόθεση ατόνησε και λίγο αργότερα με τον θάνατο του Αρχιεπισκόπου ξεχάστηκε τελείως. Όμως ακόμη και τότε, θυμάμαι ως νεαρός ακτιβιστής (τότε της Χρυσής Αυγής) να βρίσκομαι εκεί, ανάμεσα σε εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες στο κέντρο της Αθήνας. 

Σήμερα, όμως, η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική. Η Εκκλησία, ως θεσμός, λειτουργεί με πολύ συγκεκριμένο τρόπο, πάντα υποστηρικτικό των επιλογών της κεντρικής εξουσίας και ακόμη και για ζητήματα για τα οποία θα έπρεπε να έχει συγκεκριμένη θέση, παίρνει θέσεις οι οποίες ως μοναδικό στόχο έχουν να στηρίξουν την κυβέρνηση. 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η θέση της στο μεταναστευτικό. Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος λειτουργεί ως “φορέας” της πλέον διεθνιστικής και open borders λογικής. Σε κάθε επίπεδο σχεδόν, υιοθετεί την κυβερνητική ρητορεία. Χαρακτηριστικό απόσπασμα από δηλώσεις του: “Οι ζωές των μεταναστών στην Ελλάδα δεν αφορούν μόνο την Ελλάδα, αλλά όλες τις χώρες της Ε.Ε. Γι’ αυτό πρέπει οι μετανάστες που φτάνουν στα σύνορα της Ευρώπης να προωθούνται και να φιλοξενούνται και στις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε., αναλογικά με τον πληθυσμό της κάθε μίας”, σημείωσε ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, για να προσθέσει: “Όλοι αυτοί οι μετανάστες προέκυψαν από τις δικές μας ενέργειες, εμάς τους αποκαλούμενους ανθρώπους του δυτικού κόσμου. Εμείς οι ίδιοι, με τις ενέργειές μας, τους εξαναγκάσαμε να εγκαταλείψουν τις πατρίδες τους και τώρα τους στοιβάζουμε σαν πρόβατα για σφαγή”. 

Έχουμε, λοιπόν, μία πλήρη και ανόθευτη υιοθέτηση των ίδιων επιχειρημάτων που χρησιμοποιεί και η άκρα αριστερά. Δημιουργία ενοχών στους Έλληνες πολίτες που κατά κάποιο τρόπο ευθύνονται για τα δεινά του Πακιστάν, του Αφγανιστάν ή του Μαλί. Εσύ, αγαπητέ αναγνώστη, ευθύνεσαι για το γεγονός ότι οι Ταλιμπάν τρομοκρατούν στο Αφγανιστάν όσους δεν εφαρμόζουν τη Σαρία ή που δολοφονούν όσα κοριτσάκια πάνε σχολείο, σύμφωνα με τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο. Και εσύ έχεις υποχρέωση να τους “φιλοξενήσεις”. Και, επίσης, οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι, όπως π.χ. οι Βέλγοι ή οι Δανοί, είναι αναγκασμένοι κατά τον Ιερώνυμο να αποδεχθούν και αυτοί το ποσοστό που τους αρμόζει. 

Σε τι διαφέρει η προσέγγιση αυτή από τις open border οργανώσεις, από τους Μη Κυβερνητικούς των διαφόρων οργανώσεων που στριμώχνονται στα ελληνικά νησιά; Και ποιόν άλλον ωφελεί παρά αυτούς που έχουν άμεσα συμφέροντα βασισμένα στην παρουσία υψηλού αριθμού μεταναστών στην Ελλάδα και στην Ευρώπη; 

Δυστυχώς, η επίσημη Εκκλησία, στις δύσκολες για το Έθνος αυτές εποχές – με λίγες εξαιρέσεις – έχει μετατραπεί σε υπηρέτη της αριστερής ρητορικής. Και αυτό δεν είναι καθόλου ασήμαντο. Όπως αναφέρει το αρχικό απόσπασμα, η Εκκλησία, μέσω τέτοιου είδους δηλώσεων, μακρά από το να προσπαθεί απλά να ανακουφίζει τον ανθρώπινο πόνο, κάνει μία συγκεκριμένη πολιτική παρέμβαση, η οποίο επιτείνει την αποανθρωποποίηση αυτών που έχουν αντίθετη άποψη με το “ας περάσουν όλοι μέσα” στο μεταναστευτικό. 

Χαρακτηριστικό το παράδειγμα των ξεκάθαρα πολιτικών τοποθετήσεων από πλευράς Ιεραρχών ως προς το κόμμα της Χρυσής Αυγής. Στο ίδιο κείμενο από το οποίο προέρχεται η αρχική παράθεση, γράφεται: “Παρά το «θεάρεστο» έργο της, η Χρυσή Αυγή δέχτηκε αμέσως πυρά από μητροπολίτες, που την επέκριναν για τη στάση της, για τη γενικότερη πολιτική της κατά των μεταναστών, αλλά και για την προσπάθειά της να εμφανιστεί ως υπερασπιστής της Εκκλησίας. Πρώτος ο μητροπολίτης Σιατίστης Παύλος μίλησε με σκληρά λόγια κατά της Χρυσής Αυγής χαρακτηρίζοντας τις επιθέσεις κατά των μεταναστών αντιχριστιανικές. Ακολούθησαν πολλές ακόμη δημόσιες δηλώσεις μητροπολιτών κατά της Χρυσής Αυγής, αλλά και του ίδιου του Αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου, που τόνισε ότι «η Εκκλησία δεν έχει ανάγκη από προστάτες και σωτήρες»”. Στις αντιδράσεις διακρίνονται δύο γραμμές, από τη μια μεριά μια πιο επιθετική, με καταδίκη της ρητορείας της Χρυσής Αυγής, ως επί της ουσίας αντιχριστιανικής, κι από την άλλη μια μετριοπαθέστερη γραμμή “δυσαρέσκειας” για την προσπάθεια της Χρυσής Αυγής να εμφανιστεί ως υποστηρικτής της Εκκλησίας. Και παρ όλη την “ειρωνική” χρήση του όρου “θεάρεστο”, το κείμενο υπογραμμίζει μία αλήθεια: Ότι γενικότερα η Εκκλησία επέλεξε να συστρατευτεί με το πολιτικό σύστημα κατά της Χρυσής Αυγής, με πολύ λίγες και πάλι εξαιρέσεις. Γιατί; 

Η Εκκλησία είναι ένας οργανισμός ο οποίος έχει συσσωρεύσει χιλιάδες χρόνια γνώσης και εμπειρίας. Έχει επιβιώσει μακρύτερα από κάθε άλλον πολιτικό ή μη οργανισμό. Και, κατά πάσα πιθανότητα, απαύγασμα αυτής της εμπειρίας είναι το ότι πάντοτε είναι με το zeitgeist. Το πνεύμα, δηλαδή, της εποχής. Οι αριστεροί αρέσκονται να θεωρούν την Εκκλησία ως έναν συντηρητικό θέσμο. Και έχουν δίκιο. Όχι όμως με την έννοια που αυτοί δίνουν στον “συντηρητισμό”. Αλλά μάλλον με την έννοια της προάσπισης των κυρίαρχων ιδεών της εποχής, έτσι ώστε η Εκκλησία να μην δημιουργεί αντιπαραθέσεις με κανέναν άλλον κυρίαρχο “οργανισμό”, είτε αυτός είναι το κράτος, είτε είναι κάποιες δυναμικές ελίτ, ή και οι κυρίαρχες ιδέες. Υπ' αυτή την έννοια, η Εκκλησία είναι πάντα με την καθεστηκυία τάξη. Οι λίγες εξαιρέσεις, όπως αυτή του Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου, μάλλον λειτουργούν ως προς το να επιβεβαιώσουν τον κανόνα, όπως άλλωστε κάνει και η διαδοχή του από τον Ιερώνυμο. 

Και σε άλλα ζητήματα, όμως, η Ελλαδική Εκκλησία προτιμά να σιωπά. Ή τουλάχιστον απλά να μουρμουρίζει, χωρίς να θέλει να ακουστεί ιδιαίτερα. Ακόμη και σε ζητήματα που αφορούν την πνευματική πορεία των Ελλήνων, όπως παραδείγματος χάριν το ζήτημα του γάμου των ομοφυλοφίλων, μπορεί οι αντιδράσεις να υπάρχουν, όμως δεν φαίνεται να προωθούνται και ιδιαίτερα από αυτήν. 

Η περίπτωση της Γαλλίας 

Αξίζει εδώ να θυμηθούμε ότι στην Γαλλία, το περασμένο έτος, το ζήτημα του γάμου των ομοφυλοφίλων αποτέλεσε την αφορμή για μία έντονη κίνηση συντηρητικών και θρησκευόμενων Γάλλων, δίπλα στους οποίους στάθηκαν και Γάλλοι εθνικιστές και πατριώτες. Όσο και εάν εμείς ταυτιζόμαστε με ομάδες όπως αυτή των Identitaires ή κάποιοι άλλοι με το Εθνικό Μέτωπο της Μαρίν Λεπέν, η αλήθεια είναι ότι ο κύριος υποκινητής αυτών των εκδηλώσεων ήταν η μυριάδα των γαλλικών καθολικών οργανώσεων, μαζί με συγκεκριμένες πλευρές της Γαλλικής Εκκλησίας. 

Ιδιαίτερη εντύπωση είχε κάνει στον γράφοντα ένα περιστατικό που είχε λάβει χώρα γύρω από έναν τεράστιο πράσινο φουσκωτό δονητή, ο οποίος είχε τοποθετηθεί σε μία πλατεία εν είδει χριστουγεννιάτικου δέντρου. Κάτι το οποίο είχε προκαλέσει τις αντιδράσεις πολλών Γάλλων πολιτών. Με την αστυνομία να φυλά το δέντρο/δονητή, είχαμε μια όχι και τόσο “περίεργη” συνεργασία. Από τη μία πλευρά της πλατείας, όπου ήταν συγκεντρωμένα μέλη καθολικών οργανώσεων, ξεκίνησε μία “αναταραχή”, η οποία ανάγκασε τους παρόντες αστυνομικούς να κατευθυνθούν προς τα εκεί. Αμέσως, μια ομάδα από την άλλη πλευρά της πλατείας, όπου βρίσκονταν μέλη εθνικιστικών οργανώσεων, κατάφερε να μπει και να “σκάσει” το καλλιτεχνικό αυτό έκτρωμα. Τέτοιου είδους “συνεργασίες” υπήρξαν σε πολλά επίπεδα. 

Ανάλογα περιστατικά, όμως, έχουμε και σε ορθόδοξες χώρες, για να μην θεωρεί κανείς ότι είναι ζήτημα δόγματος, ορθόδοξου ή καθολικού. Στην γειτονική Σερβία, παραδείγματος χάριν, οι αντιθέσεις στα Gay Pride ήταν χώρος συνύπαρξης εθνικιστών και θρησκευόμενων. Στην Ρωσία το ίδιο. Αλλά και σε άλλες καθολικές χώρες, όπως π.χ. στην Πολωνία, η καθολική Εκκλησία είναι ένας από τους κύριους θεσμούς που αντιτίθεται στον εκφυλισμό της κοινωνίας. Τα παραδείγματα πολλά. Και αναρωτιέται κανείς γιατί στην Ελλάδα δεν υπάρχει σχεδόν καμία αντίδραση από πλευράς έστω όχι της επίσημης Εκκλησίας, αλλά θρησκευτικών οργανώσεων σε ζητήματα επικαιρότητας. Ή γιατί οι όποιες αντιδράσεις είναι τόσο μικρές και σποραδικές. Ακόμη και εάν λάβουμε υπόψη μας περιστατικά σχεδόν περιθωριακά, όπως η συστράτευση έξω από ένα θέατρο βουλευτών της ΧΑ και κάποιων παλαιοημερολογιτών, δεν προκύπτει κάποια ιδιαίτερη ζύμωση που να δείχνει μια κατεύθυνση. 

Ακόμη και εάν λάβουμε υπόψη μας λίγους και συγκεκριμένους Ιεράρχες, που άλλοτε παίρνουν δυναμικές θέσεις αλλά και άλλοτε απολογούνται, θα πρέπει να αναρωτηθούμε γιατί οι αντιστασιακές, προς τον εκφυλισμό και την αντικατάσταση πληθυσμού, δυνάμεις είναι τόσο ασθενείς στην χώρα μας. Γιατί η πλειοψηφία των Ιεραρχών στην Ελλάδα αποτελείται από φωνές οι οποίες προωθούν μία εντελώς αριστερίστικη αντίληψη της πραγματικότητας; Γιατί είναι τόσο λίγοι αυτοί οι οποίοι θα μπορούσαν να εκφράσουν, αν όχι ίδιες, παραπλήσιες με εμάς απόψεις; 

Όποιος προσπαθήσει να απαντήσει από θεολογική αφετηρία σε αυτού του είδους τα ερωτήματα, θέλοντας να μας πει για τους “φτωχούς και τους ξένους”, θα έχει διαπράξει εξαρχής λάθος, καθώς η ύπαρξη ιεραρχών σε άλλες χώρες του ιδίου δόγματος, που πρεσβεύουν εντελώς αντίθετες με της δικής μας εκκλησίας θέσεις, του αφαιρεί κάθε πιθανότητα να μας πείσει. Άρα, το ζήτημα είναι αλλού. Και οι ρίζες του προβλήματος δεν βρίσκονται σε κάποιο εδάφιο της Παλαιάς ή της Καινής Διαθήκης, αλλά μάλλον στην επικυριαρχία της αριστερίστικης λογικής σε κάθε πλευρά της ελληνικής πραγματικότητας. 

Το θέμα που προκύπτει, όμως, είναι το πώς μπορούμε να κινηθούμε εμείς ως εθνικιστές, ως πολιτικές οντότητες, σε σχέση με την υπάρχουσα κατάσταση. Κάποιοι από εμάς ίσως αισθάνονται προδομένοι από τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η Εκκλησία, ενώ κάποιοι άλλοι ίσως αισθάνονται επιβεβαιωμένοι καθότι υπήρξαν εξαρχής επιφυλακτικοί έναντι της Εκκλησίας, ως θεσμού. Και οι δύο αυτές προσεγγίσεις είναι εντελώς λανθασμένες. Και έχουν ως βάση τους μία εντελώς λανθασμένη προσέγγιση της Εκκλησίας, όχι ως Θεσμού αλλά ως Πνευματικής Αρχής. Όπως προείπαμε, η Εκκλησία ως θεσμός αλλάζει ρητορική και συμπεριφορά ανάλογα με τις επικρατούσες στην κοινωνία τάσεις. Και λειτουργεί πάντα αμυντικά ως προς την προάσπιση αυτών. Όχι όμως με τρόπο τέτοιο που είναι ο ρυθμιστικός παράγοντας για την επιβίωσή τους. Και αυτό διότι ως θεσμός δεν περιορίζεται από συγκεκριμένα πρόσωπα. Από τη στιγμή που οι κυρίαρχες ιδέες δεν είναι πια κυρίαρχες, η Εκκλησία θα αρχίσει να υπερασπίζεται τις νέες κυρίαρχες ιδέες. Λίγο πολύ όπως η Αστυνομία. Που υπό τις εντολές του ΣΥΡΙΖΑ ή της ΝΔ φυλακίζει εθνικιστές και της οποίας οι συνδικαλιστικές οργανώσεις μαζεύουν σήμερα τρόφιμα και ρούχα για μετανάστες. Αλλά που εάν κάποιος άλλος βρίσκεται στην θέση του ΣΥΡΙΖΑ θα πράττουν διαφορετικά. 

Ως εκ τούτου, η δική μας αντίθεση στην Εκκλησία είναι τόσο ανόητη όσο και η αντίθεση στην Αστυνομία. Όπως και η δική μας λαγνεία στην Εκκλησία είναι τόσο ανόητη όσο και η λαγνεία στην Αστυνομία. Η δική μας θέση έναντι σε αυτούς τους θεσμούς θα πρέπει να είναι ξεκάθαρα ουδέτερη. Επισημαίνοντας φυσικά τις λάθος ή τις σωστές πράξεις, αλλά κατανοώντας ότι ο ρόλος τους είναι μεν απαραίτητος για την κοινωνία, εξαρτάται όμως και από την ίδια την υφή της κοινωνίας. 

του Δημήτρη Παπαγεωργίου

Ταυτότητα

Αρχείο

Δημοφιλείς Αναρτήσεις

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -