Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015

Αν θα έπρεπε να ορίσει κανείς χωρο-χρονικά τη γέννηση του κινήματος του αντι-Διαφωτισμού, η καλύτερη επιλογή θα ήταν το καλοκαίρι του 1774 στο Μπίκεμπουργκ της Βεστφαλίας. Ήταν τότε που ο τριαντάχρονος Λουθηρανός πάστορας Γιόχαν Γκότφριντ φον Χέρντερ συνέταξε με πυρετώδη ενασχόληση τριών εβδομάδων το βιβλίο του “Μία ακόμη φιλοσοφία της Ιστορίας για τη διάπλαση της ανθρωπότητας”, με στόχο να ορθώσει ανάχωμα στην επέλαση των επικίνδυνων ιδεών του Διαφωτισμού από τη Γαλλία προς τη Γερμανία. Ο Χέρντερ, θιασώτης μίας κοινοτιστικής θεώρησης έναντι μίας ψευδεπίγραφης διαφωτιστικής παρόρμησης, μίας δομικά πνευματικής γνώσης έναντι ενός άτοπου μυθισμού, ενός ηρωικού πεπρωμένου έναντι μίας εκσυγχρονιστικής και υλιστικής λογικής της προόδου, αμφισβήτησε άμεσα τα πνευματικά προτάγματα του διδασκάλου του Εμμάνουελ Κάντ και συμπορεύθηκε φιλοσοφικά με τον Γερμανό εθνικιστή Γιόχαν Γκέοργκ Χάμαν, ο οποίος διακατεχόταν από ένα έντονο αντι-διαφωτιστικό πνεύμα, αλλά και μία πρωτόγνωρη – για τα δεδομένα της εποχής - προσκόλληση στο μεσαιωνικό γερμανικό μυστικισμό. Η ανάπτυξη της θεωρίας του πολιτισμικού εθνικισμού έμελλε να τροφοδοτήσει έναν πνευματικό χείμαρρο προς τα τέλη του 19ου αιώνα, προσδίδοντας αξιακό φιλοσοφικό υπόβαθρο στις αντι-διαφωτιστικές θεωρίες. 

Η επίμονη αναζήτηση πολιτικών στοιχείων στη θεωρία του πολιτισμικού εθνικισμού κρίνεται άτοπη από τη στιγμή που ο ίδιος ο Χέρντερ απέρριψε φιλοσοφικά και ιδεολογικά, από την πρώτη κιόλας στιγμή, την έννοια της προόδου και της κοινωνικής ευημερίας ως αποτέλεσμα της άμεσης επικράτησης και εφαρμογής πολιτικών διεργασιών από τις εκάστοτε ηγεσίες. Ο εθνικισμός του, πράγματι, ήταν βαθύτατα απολιτικός. Άλλωστε, καθ’ αυτή η θεωρία του πολιτισμικού εθνικισμού εδράζεται σε μία συστηματική διαδικασία αποτίμησης των πολιτικών και κοινωνικών ζητημάτων υπό το πρίσμα της πολιτισμικής ποικιλίας, της γλώσσας, των κωδίκων συμπεριφοράς, των κοινών μύθων και παραδόσεων, παρά των ειδικά πολιτικών κατηγοριών. Το παραπάνω, φυσικά, διέπεται από μία σχέση άμεσης αλληλεξάρτησης με καθ’ αυτό το αξιακό υπόβαθρο του Χέρντερ. Η έντονη καχυποψία του απέναντι στην έννοια του νεωτερικού κράτους και η σύλληψή του ως απέραντου γραφειοκρατικού μηχανισμού, ικανού να ποδοπατά και να αγνοεί τα χαρακτηριστικότερα έθιμα των τοπικών κοινοτήτων, έτειναν σε μία φιλοσοφική πορεία πλήρους αποκήρυξης και διαγραφής της έννοιας του πολιτικού, αλλά και ταυτόχρονης εναλλακτικής θεώρησης στο ζήτημα της ριζικής παλινόρθωσης των κοινωνικών δεσμών. Σε αντιδιαστολή με τα προτάγματα μίας ευρύτερης ιστορικής, πολιτικής και κοινωνικής συγκυρίας, που ακόμη και σήμερα αναγνωρίζεται ως ”η μόνη αυθεντική φωνή”, ο Χέρντερ, αρθρώνοντας μια εξαιρετικά αντιδραστική θεώρηση, αμφισβήτησε ρητά τις διαφωτιστικές αρχές και τα εχέγγυά τους, προτάσσοντας το πολιτισμικό έναντι του μονοσήμαντα πολιτικού, το κοινοτικό έναντι του ατομικού, το δίκαιο μιας αμιγώς ταυτοτικής παράδοσης έναντι του αχανούς και του πολιτισμικά απροσδιόριστου. Άλλωστε, η απόπειρα να ταξινομηθούν φαινόμενα ως συγκεκριμένα παραδείγματα καθολικών και ρητά πολιτικών νόμων, αποτελούσε κατάρα για τον Χέρντερ, καθώς θεωρούσε πως η σύγκριση πραγμάτων ουσιαστικά μοναδικών είναι η τύφλωση ως προς ένα πεδίο εμπειρίας. 

Απέναντι στην ηθική και πνευματική κατάπτωση των εισηγητών της έννοιας του συμβολαιακού – πολιτικού έθνους, ο Χέρντερ επέμενε στην αντίληψη περί ικανότητας των επιμέρους βαθύτατα πολιτισμικών κοινοτήτων να προσδίδουν αξία και νομιμότητα στο κράτος. Η σταδιακή ή ολοκληρωτική τελμάτωση της παρακμής, που είχε επέλθει λόγω της πλήρους επικράτησης των θεωρητικών προταγμάτων της νεωτερικότητας, οδήγησε αναπόφευκτα στην υιοθέτηση αισθημάτων απέχθειας απέναντι στις έννοιες της καλαισθησίας και της κοσμιότητας της υψηλής γαλλικής κουλτούρας. Αντ’ αυτών, ο Χέρντερ εκθείαζε τα φυσικά προϊόντα, τον αυθορμητισμό και τον πρωτότυπο τρόπο σκέψης των ανεπιτήδευτων κοινοτήτων που είχαν την ιδιαίτερη ικανότητα να λειτουργούν ως “πνεύματα”, κατά τη βεμπεριανή έννοια του όρου. Σε αντίθεση με τη φιλοσοφία του ωφελιμιστικού ατομισμού, που έχει κατορθώσει να παγιωθεί πλήρως στο εσωτερικό των σύγχρονων κοινωνιών, τα “πνεύματα” κατόρθωναν να αντιπαραβάλλουν έναν ηθικό ατομισμό, ο οποίος διατηρούσε ορισμένα βασικά ψήγματα από το κεντρικό αξιακό υπόβαθρο του αντίστοιχου ωφελιμιστικού, αλλά ήταν σε θέση να μετριάζει τις εγωιστικές συμπεριφορές των ατομικοτήτων, διασφαλίζοντας έναν κώδικα καθολικής ηθικής τάξης. Η αδυναμία εγκόλπωσης του παραπάνω ηθικού αξιώματος από τα σπλάχνα της νεωτερικής κοινωνίας, συνεπαγόταν έλλειψη ενός συνόλου αντιλήψεων, ιδεών και πεποιθήσεων, αλλά και απουσία μιας μορφής συλλογικής συνείδησης που υποβοηθούσε την κατανόηση του ρόλου των ατόμων εντός των κοινωνικών πλαισίων. Ο συγκερασμός, με άλλα λόγια, μεταξύ κοινωνικής και ηθικής ευταξίας, αλλά και χάραξης εσωτερικών ψυχο-συναισθηματικών νοητών πορειών αυτοπροσδιορισμού θα μπορούσε να επέλθει αποκλειστικά και μόνο από την καθολική επικράτηση των επιμέρους κοινοτήτων. 

Στο ίδιο πλαίσιο, η προσπάθεια φιλοσοφικής θεώρησης της ζωής επιδιδόταν σε μία διαδικασία ανάλυσής της ως εσώτερης πάλης μεταξύ φύσης και παράδοσης, καθώς ευδοκιμούσε η αντίληψη πως η εδραίωση ενός συγκεκριμένου κοινωνικού κλίματος, σε συνδυασμό με το φυσικό περιβάλλον οδηγούσαν στην ενθάρρυνση κοινοτιστικών διεργασιών, αλλά και άσκησης επιρροής της καθεστηκυίας πολιτικής τάξης εκ μέρους τους. Αναδύεται, επομένως, μία πολιτισμική παράδοση, η οποία αποτελεί κληρονομιά μιας δεδομένης πάλης, τη στιγμή που παρουσιάζεται ως ένα είδος αποκτημένης σοφίας που επιτρέπει την λήψη καίριων αποφάσεων χωρίς την ταυτόχρονη προσφυγή στο στάδιο του σχεδιασμού. Σε αντιδιαστολή με τις διαφωτιστικές αντιλήψεις, τα κριτήρια βάσει των οποίων αποτιμάται αξιακά μία κοινωνία, δεν θα πρέπει να είναι τα υποτιθέμενα καθολικά αξιώματα του φιλοσόφου, αλλά η ισχύς των εθνοτικών στοιχείων που προσδίδουν πολύπλευρη διάσταση στο μοναδικό αγώνα της κοινωνίας για ύπαρξη. Στα πλαίσια μιας αξιακά πολύτιμης ιδιαιτερότητας, τα έθνη είναι υποχρεωμένα, όχι μόνο να αγωνιστούν ενάντια στην τάση που ανάγει την ιστορία σε μία κατάσταση πραγμάτων βάσει αυθαίρετων γενικεύσεων, αλλά και στην κυρίαρχη, κατά τον Διαφωτισμό, συνήθεια να κρίνονται ιστορικές περίοδοι από την οπτική του παρόντος. Δεν αρκεί, για παράδειγμα, να απορρίψει κανείς την άγνοια και τις δεισιδαιμονίες των σκοτεινών χρόνων της μεσαιωνικής περιόδου, αλλά η κάθε περίοδος ή πολιτισμός να γίνουν στοιχεία κατανοητά ως μία μοναδική συμβολή του ανθρώπινου πνεύματος, στην οποία καταλυτικό ρόλο διαδραματίζει η συναισθηματική ταύτιση ως απαραίτητη διαδικασία σύλληψης των ανθρώπινων κοινωνιών. 

Διαπερνώντας τα ευρεία πλαίσια του ιδεαλισμού και κατ’ ανάγκη ασχολούμενος με την πνευματική στενότητα και την αποσάθρωση του κυνισμού των πολιτικών πρακτικών, ο Χέρντερ έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου για μία συνολική αμφισβήτηση της έννοιας του έθνους, προερχόμενης από τους λανθασμένους πολιτικούς χειρισμούς της εκάστοτε ηγεσίας και του κρατικού μηχανισμού. Υπό το μανδύα της συμβολαιακής του σύλληψης, το έθνος - ως σύστημα συνταγματικής συγκρότησης, παρά ως σύνολο όμοιων φυλετικών και πολιτισμικών χαρακτηριστικών - τείνει να μετατραπεί σε μηχανισμό κρατικής καταστολής. Ο άκρατος δεσποτισμός και η δικτατορική διακυβέρνηση των θιασωτών της πολιτική ορθότητας, οδηγεί στη διαμόρφωση ενός καθολικά δέσμιου έθνους, προκλητικά απογυμνωμένου από την οποιαδήποτε διάσταση ιδιαιτερότητας και πνευματισμού. Η έντεχνη ηθικοποίηση του αρμόζοντος και συνάμα αντεθνικού, η συνολική άγνοια και υποτίμηση της ιδιαιτερότητας του κοινοτικού και το ψευδεπίγραφο επίστρωμα πολιτικού ορθολογισμού προς κάλυψη της εθνικής απελευθέρωσης, οδήγησαν στην πλήρη παγίωση των διαφωτιστικών ιδεών, ως τέτοιων ελάχιστα διαφοροποιημένων από ένα πνεύμα μεσαιωνικού σκοταδισμού. Άλλωστε, η υιοθέτηση μίας ρητορικής δοξασιών στο όνομα των θεσμών και ενός φυλετικά απροσδιόριστου πολιτικού έθνους, κάτι πρωτόγνωρο για την έως τότε εποχή, δεν θα μπορούσε παρά να καθυστερήσει για πολλούς αιώνες τη διαδικασία απομυθοποίησης μιας φαύλης προπαγάνδας, που έθετε σε εξισωτικά πλαίσια τον συνταγματισμό με τον εθνικισμό. 

Συμπεραίνοντας, καταληκτικά, αντιλαμβάνεται κανείς, πως παρά το ότι ο Χέρντερ πέθανε σχετικά νωρίς (1803), η χρονολογική ιδιαιτερότητα συγγραφής των φιλοσοφικών του έργων, αλλά και το αντιδραστικό τους υπόβαθρο, τον οδήγησαν να προβεί σε μία συστηματική και δριμεία σύγκρουση με τον πνευματικό δαρβινισμό των εισηγητών της έκφανσης του συνταγματικού έθνους. Η αντικρουόμενη στην παραπάνω έννοια, αυτή του πολιτισμικού έθνους, ανά το πέρας των ετών κρίθηκε μόνη ικανή να παρουσιαστεί ως άξια μεγιστοποίησης μιας συνολικής πνευματικής, ηθικής και πολιτισμικής ενδυνάμωσης, στην ιδέα της οποίας, τα άτομα θυσιάζουν τα συμφέροντα και τη ζωή τους. Παρά τον όποιο σημερινό μερικό ιδεολογικό παραγκωνισμό της, η ικανότητά της προς πρόσδοση συνολικού οράματος την έχει καταστήσει κυρίαρχη στο πάνθεον των αναστοχαστικών θεωριών. Η ολοκληρωτική της αναβίωση εναπόκειται στη δράση και στην αποφασιστικότητα των φύσει συνεχιστών της. 

του Ζ. Β.

Ταυτότητα

Αρχείο

Δημοφιλείς Αναρτήσεις

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -