Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2015

Μετά το πανηγύρι της τελευταίας εκλογικής διαδικασίας και την άνετη εκλογική επικράτηση του Σύριζα, η χώρα πέρασε σε ένα νέο επίπεδο, καθώς η “δεύτερη φορά Αριστερά” καλείται να εφαρμόσει το Τρίτο Μνημόνιο (ή Συμφωνία αν προτιμάτε), που ήλθε ως αποτέλεσμα της δεκαεπτάωρης αποτυχημένης διαπραγμάτευσης της “πρώτη φορά Αριστερά”. Όποιος κι αν ήταν ο νικητής, το μετεκλογικό πρόγραμμα ήταν ήδη διαμορφωμένο, γεμάτο με όσες μεταρρυθμίσεις και “μεταρρυθμίσεις” προσπαθούσαν να επιβάλλουν οι δανειστές και εταίροι της χώρας μας, ευελπιστώντας (αναλόγως της προτίμησης έκαστου κριτή των εξελίξεων) στην αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας ή στην πλήρη καταστροφή του κοινωνικού και παραγωγικού ιστού του ελληνικού κράτους. Πράγματι, λίγες ημέρες κιόλας μετά τη νίκη του συνδυασμού Σύριζα και Ανεξαρτήτων Ελλήνων, τα πρώτα “μπιλιετάκια” της Εφορίας μάς ενημέρωσαν για τις οφειλές μας, ενώ ο “άδικος φόρος που θα καταργήσουμε άμεσα” ΕΝΦΙΑ έμεινε για να προστεθεί στις υποχρεώσεις όποιου διαθέτει έστω και ελάχιστη ακίνητη περιουσία. 

Η μεγάλη κατακραυγή, όμως, δεν προήλθε από την εξοντωτική φορολογία, ούτε από τις αλλαγές που φέρνει η νέα κυβέρνηση. Η ελληνική κοινωνία, ίσως και αυτομαστιγώμενη από τις ενοχές που έχουν δημιουργηθεί για την σπάταλη κρατική διαχείριση των προηγουμένων δεκαετιών και τις “λαμογιές” που αποτελούσαν τον κανόνα, εξάντλησε τις διαμαρτυρίες της μουρμουρίζοντας στις ουρές των τραπεζών, ή διαμαρτυρόμενη μεγαλοφώνως σε καφετέριες και καφενεία. Το κεφάλι πια έχει σκύψει μετά από πέντε χρόνια συνεχόμενης ύφεσης και φοροεπιδρομών, ενώ τα περιβόητα capital controls έχουν υπονομεύσει την αξιοπιστία του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Και ενώ τα προβλήματα διαχείρισης του κράτους, από μια άπειρη κυβέρνηση που αναλαμβάνει να φέρει εις πέρας δομικές αλλαγές σε αυτό, κυριαρχούν στην εσωτερική πολιτική ζωή, και το “μεταναστευτικό” πρόβλημα μεγαλώνει και αποκτά όχι απλά πανευρωπαϊκές, αλλά διεθνείς διαστάσεις, πριν λίγες ημέρες ένα στέλεχος της κυβέρνησης προέβη σε μία δήλωση με αποτελέσματα που ελάχιστοι περίμεναν. 

Ο Νίκος Φίλης, υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων στη νέα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, δεν είναι ένας νεόκοπος κεντρογενής (κοινώς πρώην Πασόκος) ή ένα στέλεχος δεύτερης γραμμής που αναδείχθηκε τα τελευταία χρόνια. Είναι ένα σημαίνων στέλεχος της ανανεωτικής αριστεράς, που απετέλεσε τον κορμό του κάποτε Συνασπισμού, ενώ για χρόνια - μέχρι την εκλογή του ως βουλευτής - είχε την κρίσιμη θέση του διευθυντή της κομματικής εφημερίδας του ΣΥΡΙΖΑ, της Αυγής. Και μέσα από αυτή την θέση του, ήταν υπεύθυνος για την ανάδειξη της πολιτικής του σημερινού κυβερνώντος κόμματος, όχι μόνο στην οικονομία, αλλά και στα υπόλοιπα επίπεδα. Πριν λίγες ημέρες, όντας καλεσμένος σε τηλεοπτική εκπομπή και αφού ερωτήθηκε από έναν εκ των τηλεθεατών, επιβεβαίωσε παλαιότερη άποψή του, που τον τοποθετεί στο πλευρό των αναθεωρητών της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, αποδίδοντας στους διωγμούς των Ποντίων χαρακτήρα εθνοκάθαρσης και όχι γενοκτονίας, όπως αυτή έχει αναγνωριστεί τόσο από το Ελληνικό κοινοβούλιο, όσο και από πλειάδα ιστορικών. Ήταν το επιστέγασμα μίας σειράς “άτυχων” δηλώσεών του: “Πόσα μακαρόνια μπορεί να φάει μια οικογένεια”, αναρωτιόταν μετά την άνοδο του ΦΠΑ σε τρόφιμα, ενώ δεν δίστασε να χαρακτηρίσει τον πρωθυπουργό “εύπορο”, όταν ρωτήθηκε για τον ΦΠΑ στην εκπαίδευση και τα ιδιωτικά σχολεία. Όποια όμως κι αν ήταν η αντίδραση σ’ αυτές τις δηλώσεις, τίποτα δεν συναγωνίζεται όσα ακολούθησαν την εκ μέρους του αμφισβήτηση της γενοκτονίας των Ποντίων. 

Οφείλουμε εδώ να αποσαφηνίσουμε πως η δήλωση Φίλη δεν είναι “προσωπικές απόψεις”, όπως θέλησαν οι κυβερνητικές διαρροές να την κατηγοριοποιήσουν. Αντίθετα, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα σκέψης μεγάλου μέρους της ελληνικής αριστεράς, έχοντας εκφραστεί από πολλά στελέχη τόσο του πολιτικού κόσμου, όσο και από ιστορικούς και διανοητές που έχουν ταχθεί ιδεολογικά σ’ αυτόν τον χώρο - με πιο γνωστή την πρώην βουλευτή της ΔΗΜΑΡ, Ρεπούση, υπεύθυνη για τον χαρακτηρισμό της σφαγής στην προκυμαία της Σμύρνης ως “συνωστισμό” στα σχολικά βιβλία, που κόστισε τη θέση της τότε υπουργού Παιδείας Μαριέττας Γιαννάκου και δημιούργησε έντονους τριγμούς στην κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. 

Η στάση αυτή, που εκπροσωπείται και στον πανεπιστημιακό χώρο από τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Λιάκο, έχει αρκετές παραμέτρους. Αρκετοί, ίσως, θυμούνται την πρωτοστατούσα ομάδα δημοσιογράφων του Ιού, στην αλήστου μνήμης Ελευθεροτυπία, να επιτίθεται σε κάθε τι εθνικό, με το πρόσχημα της αντεθνικιστικής αναγκαιότητας, προσβάλλοντας ό,τι δεν συμφωνούσε με τη διεθνιστική τους αντίληψη. Αυτό, όμως, ήταν απλά η απαρχή μιας συντονισμένης επίθεσης στην εθνική μνήμη, όχι εν ονόματος της ιστορικής έρευνας, αλλά ως σταυροφορία απέναντι σε ό,τι αποτέλεσε συστατικό στοιχείο της διαμόρφωσης και συνειδητοποίησης του σύγχρονου ελληνικού έθνους. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία προβάλλεται ως πρότυπο συμβίωσης των διαφόρων εθνοτικών ομάδων (η χρήση της λέξης έθνος αποφεύγεται όπως ο διάολος αποφεύγει το λιβάνι), ενώ η βάναυση συμπεριφορά του κυρίαρχου τουρκικού στοιχείου υποβαθμίζεται, αφού πρώτα γίνει ο απαραίτητος διαχωρισμός μεταξύ του απλού τουρκικού λαού και των κυρίαρχων τάξεων. Έτσι, ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ κατηγορείται για τον πολιτικά επιβεβλημένο αφορισμό της Ελληνικής Εθνεγερσίας, αλλά αποσιωπάται ο απαγχονισμός του από τον τουρκικό όχλο και η διαπόμπευσή του από το εβραϊκό στοιχείο της Κωνσταντινούπολης. Ο Μακεδονικός Αγώνας παρουσιάζεται ως εθνοκάθαρση των ντόπιων “Μακεδόνων”, από μισθοφόρους Έλληνες και αρνησιπάτριδες γηγενείς, που υπέκυψαν στη γοητεία του ελληνικού χρυσού. H Μικρασιατική εκστρατεία αναφέρεται ως εισβολή και ως κατοχή των δύστυχων Τούρκων που υπέφεραν, ενώ, γενικότερα, το ελληνικό έθνος παρουσιάζεται ως ανακάλυψη του 18ου αιώνα, που πλάστηκε από Ευρωπαίους ρομαντικούς, συνδυάζοντας τις ξένες προς τον ελληνισμό φυλετικές ομάδες που κατοικούσαν στη γεωγραφική περιοχή των νοτίων Βαλκανίων και της Ανατολίας, ουδεμία εκ των οποίων δεν είχε την παραμικρή σχέση με τους αρχαίους Έλληνες. 

Δεύτερη παράμετρο, αποτελεί η υιοθέτηση της μοναδικότητας του Shoah, του ολοκαυτώματος δηλαδή των Εβραίων κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Κατά την κοσμοθέαση αυτών των “ιστορικών”, που είναι άμεσα συνδεδεμένη με την πολιτική τους τοποθέτηση, υπάρχουν δύο πλευρές στην ιστορία: Ο καπιταλισμός, μακρύ χέρι του οποίου αποτέλεσαν και τα φασιστικά καθεστώτα του μεσοπολέμου - αλλά και γενικότερα απότοκο του οποίου αποτελεί ο εθνικισμός - και από την άλλη πλευρά οι μαρξιστικές εκφάνσεις και δυνάμεις στην πορεία της ιστορίας, που εκφράζουν την πρόοδο, τον ανθρωπισμό, τα ανθρώπινα δικαιώματα και γενικώς ό,τι πιο ευγενές και άξιο έχει εμφανιστεί στην πορεία της εξέλιξης του ανθρώπου. Και γι’ αυτόν τον λόγο - επειδή αυτή η θεώρηση είναι το άσπρο-μαύρο, το καλό εναντίον του κακού, η πρόοδος εναντίον της βαρβαρότητας - η δαιμονοποίηση του εθνικισμού αποτελεί παράγοντα ύψιστης σημασίας. Μόνο ένα εθνικιστικό καθεστώς μπορεί να προβεί σε πράξεις εγκληματικές, όπως η γενοκτονία, και φυσικά ένα εθνικιστικό καθεστώς ευρωπαϊκής χώρας, καθώς ο λευκός Ευρωπαίος είναι το υποκείμενο της κριτικής τους. Η ταυτόχρονη αποστροφή για κάθε μορφή θρησκευτικού αισθήματος εκφράζεται ως αμέριστη υποστήριξη του κοσμικού κράτους που δημιούργησε ο Κεμαλισμός (ο οποίος σήμερα οδεύει προς εξαφάνιση), επομένως υιοθετείται η οπτική της σύγχρονης τουρκικής ιστορίας και οι ευθύνες είτε βαραίνουν τον ελληνικό στρατό ή παραμένουν μετέωρες, αναζητώντας σχεδόν έναν αιώνα μετά τους ενόχους. Αντιγράφοντας, ουσιαστικά, τη θεώρηση του Ισραηλινού Κράτους, επιζητούν την ανάδειξη της μοναδικότητας του Shoah, προβάλλοντας ότι μόνο οι Εβραίοι έχουν υποστεί τέτοια μεταχείριση. Ένας ο εκλεκτός λαός, ο εβραϊκός, και ένας ο ανθρωπότυπος υπεύθυνος για τα μεγαλύτερα δεινά της ανθρώπινης ιστορίας, ο λευκός Eυρωπαίος εθνικιστής. Η αποδοχή ύπαρξης και άλλων γενοκτονιών, πόσο δε μάλλον να έχουν διαπραχθεί από εξωευρωπαϊκούς λαούς, δημιουργεί τριγμούς στο οικοδόμημα που έχουν φτιάξει, υποβαθμίζοντας τη δαιμονοποίηση του εθνικισμού. 

Η τρίτη και τελευταία παράμετρος είναι οι διωγμοί που υπέστησαν οι Πόντιοι από το Σοβιετικό καθεστώς. Πριν μερικές δεκαετίες, επί “υπαρκτού σοσιαλισμού”, εξέχουσα θέση είχε για τους αριστερούς η ΕΣΣΔ, έχοντας πολλές φορές σημασία μεγαλύτερη και από την πραγματική τους πατρίδα. Και ο Ποντιακός Ελληνισμός, ήταν ένα από τα μεγάλα θύματα των εθνοκαθάρσεων που εξαπέλυσαν οι Σοβιετικοί. Κατά τη δεκαετία του 1930, όταν ο “Πατερούλης” Στάλιν εξαπέλυε την NKVD κατά δικαίων και αδίκων, στο στόχαστρο ήταν και οι λαοί που είχαν χαρακτηριστεί ως “αντιδραστικοί” και φίλα προσκείμενοι προς ιδέες αντίθετες με όσα πρέσβευε ο κομμουνισμός. Οι θρήσκοι Πόντιοι, με την έντονη εθνική ταυτότητα, ήταν ένας από αυτούς τους λαούς. Οι πιστοί της, εξ αποκαλύψεως στον Μαρξ, θρησκείας του κομμουνισμού, αρνούνται να αποδεχθούν πολλά από τα εγκλήματα που τελέστηκαν από την Σοβιετική Ένωση. (Το Χολομόντορ – ο οργανωμένος λιμός που μάστισε την Ουκρανία και θεωρείται από αρκετούς ιστορικούς γενοκτονία – καθώς και η σφαγή στο Κατύν, είναι μερικά μόνο εξ αυτών). Και έτσι ακριβώς αντιμετωπίζεται και η γενοκτονία των Ελλήνων του Εύξεινου Πόντου. 

Δεν είναι τυχαία, λοιπόν, η δήλωση του Υπουργού Παιδείας ενός αποτυχημένου κράτους. Είναι δήλωση σύμφωνη με την κοσμοθέαση της εν Ελλάδι μαρξιστικής αριστερής διανόησης. Η δήλωση, όμως, αυτή δεν πέρασε απαρατήρητη. Το ακριβώς αντίθετο: Οι Ποντιακές οργανώσεις, που σε τεράστιο βαθμό είχαν στηρίξει προεκλογικά τον ΣΥΡΙΖΑ, ξεσηκώθηκαν και απαιτούν την παραίτηση του Νίκου Φίλη από τον υπουργικό θώκο. Δεν ήταν απλά μια άστοχη δήλωση. Ήταν μία προσβολή στο θυμικό και την ιστορία μεγάλου τμήματος του ελληνισμού, μία υποβάθμιση των σχεδόν 382.000 θυμάτων. Και ο θυμός ξεχείλισε. 

Η υποστήριξη ενός κόμματος μπορεί να παρομοιαστεί με την πίστη σε μία θρησκεία, υπό την έννοια ότι η ψήφος στηρίζει ολόκληρο το οικοδόμημα, και όχι έναν μόνο τομέα. Είναι “take it or leave it”. Όπως δεν είναι δυνατόν να επιλέξει κάποιος να πιστεύει, για παράδειγμα, στον Δία, αλλά όχι στον Ποσειδώνα ή τον Άδη, έτσι και αντίστοιχα, όταν ψηφίζει κάποιος ΣΥΡΙΖΑ, στηρίζει όλο το κόμμα, και όχι μόνο την πρότασή του στην οικονομία. Και προεκλογικά, οι θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ στα εθνικά θέματα και στην ιστορική θεώρηση ήταν γνωστά, καθώς είχαν εκφραστεί πολλάκις και ποικιλοτρόπως εδώ και πολλά χρόνια. Ο κοινοβουλευτισμός, όμως, δεν επιτρέπει στον ψηφοφόρο τη διατύπωση αντιρρήσεων, αλλά επιβάλλει την επιλογή με βάση του τι κρίνει καθένας ως πρωτεύοντα στοιχείο. Και μιας και κυριαρχεί η οικονομοκεντρική θεώρηση της ζωής και της πολιτικής, η επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ έγινε κατά βάση για τη στάση του στα οικονομικά θέματα. Η προσβολή στην ιστορική μνήμη του ελληνισμού επηρέασε και πολλούς από εκείνους που τον είχαν ψηφίσει στις πρόσφατες εκλογές. Ο θυμός, όμως, δεν είναι καλός σύμβουλος. 

Για τον συνειδητοποιημένο εθνικιστή, η Μνήμη, συλλογική και εθνική, δεν λειτουργεί όπως στους υπόλοιπους. Ο εθνικιστής, δεν περιμένει να θιγεί για να τρέξει να την υπερασπιστεί. Για τον εθνικισμό, δεν ήταν απαραίτητη η δήλωση Φίλη για να αναγνωρίσει τα εκατοντάδες χιλιάδες θύματα που έχει θρηνήσει το έθνος μας. Και εκεί είναι η μέγιστη διαφορά από την μάζα όσων ένιωσαν θιγμένοι από τον υπουργό Παιδείας. Εκείνοι, όσοι δεν ασπάζονται τη φυσική κοσμοθέαση του εθνικισμού, αντέδρασαν, δεν έδρασαν. Κινήθηκαν μετά το “χαστούκι”, ξύπνησαν όταν πια διαπίστωσαν πως ο υπουργός, υπεύθυνος για τη διαπαιδαγώγηση της νέας γενιάς, συμμερίζεται απόψεις αντίθετες με τα ιστορικά μας βιώματα. 

Ο εθνικιστής δρα, δεν αντιδρά. Η Μνήμη, δεν περιμένει τον (κάθε) Φίλη για να αναδείξει την ύπαρξή της. Για εμάς, οι σφαγές, οι διώξεις, οι εθνοκαθάρσεις, οι γενοκτονίες και όλες οι απώλειες που έχουμε υποστεί ως έθνος, δεν είναι ένα δευτερεύον στοιχείο μίας θεωρητικής ύπαρξης, αλλά ένα πρωτεύον στοιχείο της πρακτικής μας ζωής: Ο πόνος για όσα έχουμε βιώσει ως έθνος στη μακραίωνη ιστορία μας, η υπερηφάνεια για όσα έχουμε πετύχει, η αδήριτη ανάγκη να σταθούμε αντάξιοι των προγόνων μας, η σιγή μας μπροστά στο μεγαλείο όσων έχουμε κληρονομήσει, το άγχος να κάνουμε τους απογόνους μας να αισθανθούν κι αυτοί υπερήφανοι για μας. 

Έχοντας ως κέντρο βάρους της σκέψης μας το σύνολο του ελληνικού έθνους, οι πράξεις μας και η στάση ζωής μας γενικότερα δεν επικεντρώνεται γύρω από τον εαυτό μας, αλλά προς όφελος όλου του έθνους. Για εμάς, ο Πόντος, η Μικρά Ασία, η Κύπρος, η Βόρειος Ήπειρος, το Μοναστήρι, δεν είναι λέξεις γραμμένες σε βιβλία, δεν είναι “χαμένες πατρίδες”, δεν είναι τόποι μακρινοί και ξεχασμένοι. Είναι τόποι ιεροί, ποτισμένοι με το αίμα, τον ιδρώτα και τα δάκρυα των προγόνων μας. Και δεν περιμένουμε μια μέρα τον χρόνο, στους επίσημους εορτασμούς, για να τιμήσουμε τους νεκρούς μας, γιατί, εν τέλει, η στάση ζωής μας έχει περιγραφεί απόλυτα από τον ποιητή: 

Γνώμες, καρδιές, όσοι Έλληνες, 
ό,τι είστε, μην ξεχνάτε, 
δεν είστε από τα χέρια σας 
μονάχα, όχι. Χρωστάτε 
και σε όσους ήρθαν, πέρασαν, 
θα ‘ρθούνε, θα περάσουν. 
Κριτές, θα μας δικάσουν 
οι αγέννητοι, οι νεκροί. 

του Παναγιώτη Λουκά

Ταυτότητα

Αρχείο

Δημοφιλείς Αναρτήσεις

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -