Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

Πέρασαν δύο χρόνια συναγωνιστή, απ όταν δύο νέοι εθνικιστές, δύο μέλη της Χρυσής Αυγής, άφηναν την τελευταία τους πνοή στην λεωφόρο Ηρακλείου. Ήταν άγνωστοι σε μένα και γνωστοί σε άλλους. Δυστυχώς, δεν όρισε η μοίρα να ανταμωθούμε σε κοινές πορείες ή σε εθνικιστικές συζητήσεις. Κι όμως, βίωσα τον χαμό τους σαν να έχασα τον πιο κοντινό μου άνθρωπο. “Ον γαρ οι θεοί φιλούσιν, αποθνήσκει νέος”, έλεγαν οι σοφοί μας πρόγονοι, ρήση αντιπροσωπευτική για όλους εμάς που πιστεύουμε σε μία βαθύτερη θεώρηση των πραγμάτων. 

Το χρονικό γνωστό, “δεν είναι ώρα να διεγείρουμε μνήμες και πάθη”. Καλά βολευόμαστε στην ένοχη σιωπή μας, όπως στην ένοχη σιωπή τους βρίσκονται και οι ελληνικές αρχές, που επί δύο χρόνια συγκαλύπτουν τους ενόχους. Στην ένοχη σιωπή που επέβαλλαν τα ΜΜΕ της χώρας μας, σαν να μην έγινε ποτέ το άνανδρο φονικό. Έτσι και εμείς, καταβεβλημένοι από την καθημερινότητα που μας επέβαλλαν να ζούμε, στεκόμαστε αδρανείς μπροστά στις εξελίξεις. Σιωπηλοί, με το κεφάλι σκυφτό μπροστά στο μικρό μνημείο που φτιάχτηκε στη γωνιά της Λ. Ηρακλείου. Σκεπτικοί και απαθείς. 

Πριν το ξημέρωμα της πρώτης Νοεμβρίου του 2013, και για αρκετές εβδομάδες, σύσσωμο το αδύναμο εθνικιστικό κίνημα της χώρας μας, παρά τις πολλαπλές εκλογικές νίκες της Χρυσής Αυγής, δέχτηκε ένα ανελέητο κυνηγητό. Οι αρχές, δίχως διακρίσεις, οδήγησαν δεκάδες εθνικιστές στη φυλακή. Από τους βουλευτές ενός κοινοβουλευτικού κόμματος, έως τον τελευταίο υποστηρικτή πατριώτη πιτσιρικά. Τα πταίσματα γίνανε κακουργήματα, οι πετσέτες μπάνιου γίναν τεκμήρια ενοχής και ο “βιασμός” των προσωπικών δεδομένων, πρωτοσέλιδα και κεντρικά θέματα σε εφημερίδες και δελτία ειδήσεων. Εν μία νυκτί ανασύρθηκαν υποθέσεις οι οποίες, όντας “τραβηγμένες από τα μαλλιά”, χρησιμοποιήθηκαν για άλλοθι ενός πολιτικά σαθρού συστήματος. Δημιουργήθηκε μια πόλωση ενός ολόκληρου μεταπολιτευτικού συστήματος εναντίον του εθνικισμού και εμείς μείναμε ανίσχυροι να παρακολουθούμε τα “θηρία” να σπαράζουν τον έναν δικό μας μετά τον άλλον. Ήταν ηλίου φαεινότερο πως το σύστημα διψούσε για αίμα. 

Κανείς, όμως, δεν το πίστεψε πραγματικά. Και αυτό είναι το λάθος μας. Ένα σοβαρό στοιχείο ανωριμότητας, από τα πολλά που διέπουν το ελληνικό εθνικιστικό κίνημα. Έχουμε ακούσει τις αφηγήσεις των Μεσσήνιων για τις σφαγές στο Μελιγαλά. Έχουμε παρακολουθήσει συγκεντρώσεις τιμής και μνήμης για πεσόντες εθνικιστές σε όλη την Ευρώπη. Έχουμε έναν Έλληνα νεκρό, για τον οποίο όλοι έχουμε διαβάσει, τον Μίκη Μάντακα. Έχουμε διαβάσει για την ωμή βία που χρησιμοποιούν οι διεθνιστές ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Όμως, πάντα πιστεύαμε μέσα μας, ακόμα και όσοι έχουν βρεθεί σε πεζοδρομιακές συμπλοκές με πολιτικούς αντιπάλους, πως αυτά ανήκουν σε ένα παράλληλο σύμπαν. Ποτέ δεν κατανοήσαμε την ελληνική πολιτική πραγματικότητα. Πως όλοι αυτοί που στην πρώτη ευκαιρία τολμούν να μας κατηγορούν, διατρανώνοντας πως γι αυτούς η υπέρτατη ιεραρχία των ηθικών αξιών βρίσκεται στην ευπροσηγορία, είναι αυτοί που σε δεύτερο χρόνο σχεδιάζουν να μας εξοντώσουν δια της βίας με κάθε μέσο. 

Η θυματοποίηση ουδέποτε αποτέλεσε πολιτικό όπλο στην “φαρέτρα” των εθνικιστών. Όπως κάποιοι, αρκετές γενιές νωρίτερα, γέμιζαν κούφια φέρετρα με πέτρες για να παριστάνουν πως είχαν θύματα... Όμως, ποιες είναι οι ευθύνες μας μπροστά στα γεγονότα που μας ξεπερνούν; Τι προστάζει η λογική μας όταν συλλογιζόμαστε τα ονόματα των Φουντούλη και Καπελώνη; Να μένουμε στην απάθεια και στο διχασμό; Ή να αφουγκραστούμε τα σημεία των καιρών και να αποτινάξουμε τις “παιδικές ασθένειες” που μας τρώνε την ψυχή; Κάποιοι μας θέλουν ανίσχυρους, αποκομμένους από την κοινωνία, και το καταφέρνουν. Προσπαθούν να μας αποτρέψουν να μεταλαμπαδεύσουμε τις ιδέες μας, φοβούμενοι πως αυτές θα γιγαντωθούν. Οφείλουμε, λοιπόν, να φανούμε αντάξιοι των φόβων τους. 

Το εθνικιστικό κίνημα στην Ελλάδα έχει γεννήσει μεγάλες μορφές, από διάφορες τάξεις και ομάδες της κοινωνίας. Στρατιωτικοί, πολιτικοί, ποιητές, καλλιτέχνες, Ιερείς, επιστήμονες, επιχειρηματίες, φοιτητές, άνεργοι, πλούσιοι, νέοι και γέροι, άντρες και γυναίκες. Ανάμεσα σ’ αυτούς, πλέον, στέκουν σαν φωτεινοί φάροι ο Γιώργος Φουντούλης και ο Μανώλης Καπελώνης, στους οποίους έχουμε ηθική υποχρέωση. Είναι κάπου εκεί, με τον Μάντακα και τόσους άλλους νεκρούς εθνικιστές, για να μας δίνουν κουράγιο και έμπνευση. Είναι το αίμα των Ηρώων και των Μαρτύρων, λοιπόν, που αποτελεί την κινητήριο δύναμη όλων όσων είναι διατεθειμένοι να πολεμήσουν για όσους είναι αγέννητοι και για όσους είναι νεκροί. Είναι καθήκον όλων μας το αίμα να μην πάει χαμένο. Είναι καθήκον όλων μας να υπερασπιστούμε αυτή τη γραμμή αίματος και αυτόν τον πολιτισμό, που χιλιάδες χρόνια στέκει εδώ, και σήμερα πολεμά για την επιβίωσή του ενάντια στον σύγχρονο κόσμο τους. Τον κόσμο της ανηθικότητας και της ύλης. Τον κόσμο της βιολογικής και πνευματικής καταστροφής της Ευρώπης. Μ’ αυτό το σκεπτικό, ο Αγώνας μας είναι Αγώνας της Μνήμης ενάντια στην Λήθη. Πρώτη Νοεμβρίου σήμερα, συναγωνιστή, θυμάσαι; 

του Δημήτρη Μπουγιώτη

Ταυτότητα

Αρχείο

Δημοφιλείς Αναρτήσεις

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -