Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015


Πριν λίγες εβδομάδες, ξέσπασε μία θύελλα αντιδράσεων παγκοσμίως καθώς ένας Αμερικανός οδοντίατρος, αφού πλήρωσε πρώτα κάποιες χιλιάδες δολάρια, σκότωσε και κράτησε ως τρόπαιο ένα λιοντάρι, κατά τη διάρκεια ενός κυνηγιού. Τότε, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γέμισαν από καταδίκες όψιμων οικολόγων, ζωόφιλων και υπερασπιστών της Φύσης, που, έμπλεοι αρνητικών αισθημάτων, προέτασσαν τη φυσική ισορροπία απέναντι στην ανθρώπινη συμπεριφορά και παρέμβαση. Και μετά το αβλαβές ξέσπασμα, η μάζα επέστρεψε στην πεζή καθημερινότητά της, επιβεβαιώνοντας σε κάθε δυνατή περίπτωση ότι άγεται και φέρεται από τους ταγούς των επιβαλλόμενων μοτίβων με τη χρήση του συναισθηματισμού, κατά πώς βολεύει τα συμφέροντα των κυρίαρχων ελίτ της Ευρώπης, οδηγούμενη τροχάδην προς μια εφιαλτική κοινωνία, βγαλμένη από τις ονειρώξεις των πολιτισμικών μαρξιστών της Σχολής της Φρανκφούρτης. 

Σήμερα, το αίσθημα αυτό στρέφεται στις μάζες των μεταναστών και προσφύγων που εισρέουν καθημερινώς μέσω της Μεσογείου - και κυρίως μέσω Ελλάδος και Ιταλίας - προς όλη την ηπειρωτική Ευρώπη. Το δράμα των γυναικόπαιδων βρίσκεται καθημερινά στις οθόνες των τηλεοράσεων και στις πρώτες σελίδες των εφημερίδων και των ιστοσελίδων, οι πονεμένες ιστορίες τους προκαλούν ρίγη συγκίνησης στους εύπλαστους τηλεθεατές και κάθε αντίρρηση προς αυτή την εισβολή κατηγοριοποιείται αμέσως - εκ των άνωθεν - ως “ρατσιστική”, απάνθρωπη και βάναυση. “Και τι θέλετε δηλαδή, να τους βυθίζουμε και να τους πνίγουμε”; Πόσες φορές, άλλωστε, δεν έχει ακουστεί αυτή η φράση ως επιχείρημα στις συζητήσεις περί της λαθρομετανάστευσης, η οποία στην πορεία των ετών μετατράπηκε σε “μεταναστευτικές ροές”, για να αποκαλείται στις ημέρες μας “προσφυγικό ζήτημα” (η μάχη των λέξεων είναι ίσως η μήτρα της ιδεολογικής μας προσπάθειας). Και εκεί είναι που έρχεται η συνειδητοποίηση πως οι σύγχρονες ευρωπαϊκές κοινωνίες είναι βαθύτατα διχασμένες. 

Ο σύγχρονος άνθρωπος, για να μετακομίσει από τις σπηλιές σε ένα τεχνητά διαμορφωμένο περιβάλλον και να μετατραπεί στο κυρίαρχο είδος πέρασε από μεγάλες δυσκολίες. Δυσκολίες που ξεπέρασε βασιζόμενος στα ένστικτά του και στη φύση του: Αναζητώντας την αναπαραγωγή και την επιβίωση, τη δική του και των απογόνων του. Απογυμνώνοντας την ανθρώπινη ιστορία και φτάνοντας μέχρι τον πυρήνα, όλες οι ανθρώπινες πράξεις βασίζονται ακριβώς σ' αυτή τη θέληση, στην επιβίωση του ατόμου και των γονιδιακά κοντινών του – η οποία επεκτάθηκε ώστε να συμπεριλαμβάνονται όσοι ενώνονται από μια κοινή καταγωγή, είτε σε επίπεδο έθνους, είτε ακόμα πιο διευρυμένα σε επίπεδο φυλής. Τις τελευταίες δεκαετίες, όμως, η σύγχρονη θέαση της ανθρώπινης ύπαρξης ακολουθεί μάλλον αφύσικες ατραπούς. Οι ίδιοι διαμορφωτές της κοινής γνώμης, που καταδίκαζαν την εκτέλεση του λιονταριού από τον οδοντίατρο μιλώντας για τον σεβασμό που οφείλει ο άνθρωπος απέναντι στη φύση, είναι αυτοί που πρωτοστατούν και στη διαμόρφωση μίας κοσμοαντίληψης αντίθετης σε κάθε έννοια φυσικής σκέψης και φυσικού νόμου. Και η Ευρώπη διχάζεται όσο πάει και περισσότερο. 

Σύμφωνα με τα επίσημα στατιστικά στοιχεία του ΟΗΕ, από τους εισερχόμενους λαθρομετανάστες στην ΕΕ το 51% προέρχεται, τυπικά, από την σε εμπόλεμη κατάσταση Συρία, όπου εδώ και πέντε χρόνια ο Μπασάρ Αλ Άσαντ παλεύει μόνος του σχεδόν ενάντια στο Ισλαμικό Χαλιφάτο - αντάρτικες ομάδες που πρόσκεινται στην Αλ Κάιντα και μισθοφόρους των ΗΠΑ και του Ισραήλ, που επιδιώκουν την καταστροφή ενός σύγχρονου κοσμικού κράτους της Μέσης Ανατολής. Το υπόλοιπο 49% προέρχεται από το Αφγανιστάν, το Πακιστάν και το Ιράκ. Μόνο το 25% αυτών είναι γυναίκες και παιδιά, τις ιστορίες των οποίων υπερτονίζουν τα Μέσα Μαζικής Εξαπάτησης για να πουλήσουν συναίσθημα και να δακρύσει η γιαγιά που ζει μόνη της σε ένα διαμέρισμα με μειωμένη σύνταξη και κινδυνεύει να πέσει θύμα του υπόλοιπου 75%. Όπως έχει αποσαφηνιστεί, άλλωστε, και στο σχετικό άρθρο του Χρήστου Μπίσδα στην ιστοσελίδα μας, ελάχιστοι είναι εκείνοι που πράγματι μπορούν κατά το Διεθνές δίκαιο να αιτηθούν την απόδοση του καθεστώτος του πρόσφυγα, είτε στην Ελλάδα, είτε γενικότερα στην Ευρώπη. Και φυσικά, εφόσον πρόκειται για άντρες σε στρατεύσιμη ηλικία, με δεδομένο πως η νόμιμη κυβέρνηση της Συρίας έχει κηρύξει επιστράτευση, θεωρούνται λιποτάκτες και δεν εμπίπτουν σε καμία περίπτωση σε όσους δικαιούνται να ζητήσουν άσυλο. 

Ελλάδα και Ιταλία έχουν αναδειχθεί σε πύλες εισόδου των εποίκων στην Ευρώπη, οι ροές των οποίων έρχονται για να επικαθίσουν σε έναν πληθυσμό γηρασμένο, που φθίνει και βαίνει σταδιακά να καταστεί η απόλυτη μειοψηφία σε έναν πλανήτη που όλοι οι υπόλοιποι αυξάνονται με δραματικούς ρυθμούς. Η σημερινή κρίση, όμως, δεν αποτελεί παρά την τελευταία πράξη ενός δράματος που ξεκίνησε στην Ευρώπη μετά την λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Στα ερείπια μιας ηπείρου κατεστραμμένης από τον πόλεμο, και με τις αποικιακές αυτοκρατορίες να καταρρέουν, συνέρρευσαν εκατοντάδες χιλιάδες προερχόμενοι από τις πρώην αποικίες, κυρίως στην Αγγλία και στην Γαλλία, ενώ σε Βέλγιο και Γερμανία η ανάγκη για εργατικά χέρια καλύφθηκε από μετανάστες προερχόμενους σε μεγάλο βαθμό από την Τουρκία - κάτι που οδήγησε σήμερα το Βερολίνο να αποτελεί τη μεγαλύτερη Τουρκική πόλη στην Ευρώπη μετά την Κωνσταντινούπολη, τη δε Τουρκική κοινότητα να αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στις γερμανικές εκλογές. Στις Γαλλικές και Αγγλικές μεγαλουπόλεις υπάρχουν ολόκληρες γειτονιές στις οποίες κατοικούν αποκλειστικά μετανάστες προερχόμενοι από αφρικανικές και ασιατικές χώρες, ενώ η εξέλιξη της τεχνολογίας έχει επιτρέψει την ευκολότερη διατήρηση της κουλτούρας του τόπου καταγωγής τους, αποτρέποντας την όποια αφομοίωση θα μπορούσε να επέλθει. 

Έχοντας ως πρότυπο τις ΗΠΑ, και αναζητώντας φθηνά εργατικά χέρια, οι κυβερνήσεις των χωρών της Δυτικής Ευρώπης άνοιξαν τις πύλες εισόδου, αλλά παρέβλεψαν δύο βασικούς παράγοντες: Οι ΗΠΑ αποτελούν ένα νέο έθνος, χωρίς συνεκτικούς ιστορικούς δεσμούς, παρά μόνο των δύο τελευταίων αιώνων, ενώ η μετανάστευση που τις γιγάντωσε αρχικά προέρχονταν από την Ευρώπη και είχε ως καταλυτικό παράγοντα το κοινό υπόβαθρο κουλτούρας που υπάρχει στους ευρωπαϊκούς λαούς (αντιθέτως, οι Κινέζοι μετανάστες ακόμα και σήμερα αντιστέκονται σε μεγάλο βαθμό στην ολική αφομοίωσή τους). 

Στην Ευρώπη, αυτή η συνταγή δεν απέδωσε. Δεν ήταν δυνατόν να αποδώσει άλλωστε. Η ίδια η ιστορία έχει αποδείξει εμπράκτως, παρά την άρνηση των “εμφορούμενων ανθρωπισμού” να αποδεχθούν τα οφθαλμοφανή συμπεράσματα, πως μεγάλες μάζες ανθρώπων προερχόμενων από εντελώς διαφορετικά πολιτισμικά υπόβαθρα είναι αδύνατον να αφομοιωθούν σε μια ήδη υπάρχουσα κι οργανωμένη κοινωνία. Κι αυτό είναι εμφανέστατο πια σε ολόκληρο τον κόσμο, πόσο μάλλον στην Ευρώπη, όπου οι κοινότητες των μεταναστών δεν θέλουν να αφομοιωθούν πια. 

Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που ολόκληρα προάστια στην γαλλική πρωτεύουσα είχαν καεί ολοσχερώς από εξεγέρσεις των δεύτερης και τρίτης γενιάς μεταναστών κατοίκων τους ή που στην Γερμανία γυναίκες εκτελούνταν για λόγους τιμής και η κατάσταση πάει από το κακό στο χειρότερο. Τα εκλογικά αποτελέσματα μεγάλων ευρωπαϊκών κρατών εξαρτώνται πλέον σε μεγάλο βαθμό από τη μαζική στήριξη των οργανωμένων κοινοτήτων των μεταναστών, ενώ, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, περισσότεροι μουσουλμάνοι έχοντες ευρωπαϊκές υπηκοότητες έχουν καταταγεί στην ISIS παρά στους στρατούς των χωρών που διαμένουν. 

Με αρχική αναγωγή σε θρησκευτικό επίπεδο, μιας και οι περισσότεροι εξωευρωπαϊκής καταγωγής είναι μουσουλμάνοι, το 2010 αποτελούσαν το 6% του πληθυσμού της Ευρώπης (περίπου 13 εκατομμύρια) και υπολογίζεται πως το 2030 θα είναι το 8%. Ο αριθμός αυτός θα μεγαλώσει κατά πολύ, καθώς ο μέσος όρος ηλικίας τους είναι τα 32 έτη - σε αντίθεση με τον μέσο όρο των γηγενών που είναι τα 40 έτη – και το κυριότερο είναι ότι κάνουν παιδιά ενώ οι οικογένειες των γηγενών, χαμένες στα όνειρα του καταναλωτισμού και της εύκολης ζωής περιορίζονται μόλις σε έναν ή δύο απογόνους. Επίσης, διατηρούν την κουλτούρα τους ζωντανή, όπως και τον αξιακό κώδικα της πατρίδας τους, σε αντίθεση με την κουλτούρα της ευρωπαϊκής χώρας στην οποία διαβιούν. Οι πολιτικές της αφομοίωσης απετέλεσαν την κυρίαρχη τάση σε χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά απέτυχαν παταγωδώς, όπως κυνικά και απροκάλυπτα ομολόγησε η καγκελάριος της Γερμανίας πρόσφατα. Τα εκατομμύρια των δεύτερης, τρίτης και τέταρτης γενιάς πια μεταναστών δικαιώνουν όσους στέκονται κριτικά στο φαινόμενο της μετανάστευσης, αρνούμενοι να αφομοιωθούν οριστικά, προτάσσοντας ως κυρίαρχη την ταυτότητα της χώρας καταγωγής τους και ταυτόχρονα οικειοποιούμενοι των όποιων στοιχείων τους συμφέρουν από τη χώρα διαμονής τους. 

Απέναντι σ' αυτό το φαινόμενο, η απλή αντίθεση στις μεταναστευτικές ροές του σήμερα είναι μόνο η μισή αντιμετώπιση ενός υπαρκτού προβλήματος. Ο εποικισμός της Ευρώπης δεν ξεκινά τώρα - συντελείται εδώ και μισό αιώνα τουλάχιστον - και πρέπει να αντιμετωπιστεί δομικά, όχι απλά προστατεύοντας τα εξωτερικά σύνορά μας, αλλά επαναδιεκδικώντας τις ίδιες τις πατρίδες μας από τους εξωευρωπαϊκής καταγωγής “συμπολίτες” μας, που αποτελούν αριθμητικά ένα αξιοσέβαστο πλήθος. Σ' αυτή την κατεύθυνση δραστηριοποιείται η κίνηση remigration, επαναπροώθησης ή αντίστροφης μετανάστευσης, όπως έχει αρχίσει να υποστηρίζεται από διάφορες φωνές σε όλη την Ευρώπη. Είναι η οργανωμένη προσπάθεια επιστροφής των νεότερης γενιάς μεταναστών στις χώρες προέλευσής τους ηθελημένα, μετά από διακρατικές συμφωνίες και δημιουργώντας στις χώρες επιστροφής συνθήκες ελκυστικές για την επιστροφή τους. Η ανακοπή των λαθροεποίκων δεν είναι δυνατή όταν η υπεργεννητικότητα και η πολιτική αστάθεια σπρώχνουν εκατοντάδες χιλιάδες σε αναζήτηση μιας “καλύτερης ζωής” στην Ευρώπη. Αντί για επιδόματα πρόνοιας και παροχή στέγασης, όπως συμβαίνει τώρα, θα έπρεπε τα χρήματα αυτά να διατεθούν στη δημιουργία υποδομών στις χώρες προέλευσης. Οι κυβερνήσεις μπορούν να καταφύγουν στη δύναμη της προπαγάνδας, μέσω των ΜΜΕ, προβάλλοντας τις δυνατότητες και τις επιλογές που θα έχουν όσοι επιστρέψουν. Από τη στιγμή που κατά κύριο λόγο αισθάνονται Αλγερινοί, Μαροκινοί, Τούρκοι και Πακιστανοί, γιατί πρέπει να συνεχίσουν να διαμένουν στην Ευρώπη και να μην επιστρέψουν στις χώρες προέλευσής τους, ώστε και να ζουν σύμφωνα με τα παραδοσιακά ήθη και έθιμά τους και να βοηθήσουν εμπράκτως στην καλυτέρευση των εκεί συνθηκών; Η δική μας πρόταση πρέπει να είναι ακριβώς η ενίσχυση της εθνικής τους ταυτότητας και όχι η ανούσια προσπάθεια μετάδοσης ενός πολιτισμού που δεν ανταποκρίνεται στην παραδοσιακή θεώρηση που κληρονόμησαν από τους προγόνους τους. Να αποδεχθούν την κληρονομιά τους, να μην προσπαθούν - όσοι το κάνουν - να ενταχθούν σε ένα πολιτισμικό σύστημα εντελώς εκτός των αξιακών τους καταβολών και να νιώσουν περήφανοι προσπαθώντας να αναπτυχθούν εντός των δικών τους κοινοτήτων, στις χώρες τους, και όχι σε γκέττο και αποκλεισμένες γειτονιές στην Αθήνα, στο Παρίσι, στο Βερολίνο ή στο Λούτον. 

Αν δεν προσπαθήσουμε ως Ευρωπαϊκά Έθνη να συνδυάσουμε την προάσπιση των συνόρων μας με την ενεργητική λύση του προβλήματος του πληθυσμού των εντός των τειχών αλλογενών, τότε πολύ απλά είμαστε καταδικασμένοι να περάσουμε ακόμα πιο γρήγορα στην ανυπαρξία. Δεν χρειαζόμαστε κυβερνήσεις που θα χαρίζουν σπίτια στους εποίκους, ούτε κοινωνικά επιδόματα που θα τους εξασφαλίζουν άνετη ζωή. Χρειαζόμαστε κυβερνήσεις που θα φροντίζουν ώστε τα σύνορά μας να είναι απαραβίαστα και τα όποια κεφάλαια μπορούν να διαθέσουν θα επενδύονται στις χώρες προέλευσης και θα σταματούν την εισβολή πριν καν ξεκινήσει. Γιατί, αν δεν γίνει αυτό, τότε η ιστορία μάς έχει δείξει τι έχει συμβεί σε ανάλογες περιπτώσεις. Η νότια Ευρώπη έχει ξανακατακτηθεί από τους μουσουλμάνους και η ανατολική από τους Μογγόλους - αυτά σε περιόδους όπως η σημερινή, περιόδους παρακμής και με υπογεννητικότητα. Όταν, όμως, υπήρξε η αλλαγή αυτής της πορείας, τότε η ήπειρός μας γέμισε αίμα από τις Σταυροφορίες και τους πολέμους προς επανάκτηση των πατρώων εδαφών. 

Το τότε με το σήμερα, όμως, έχει μεγάλες διαφορές. Σήμερα, μιλάμε για “πολίτες” των ευρωπαϊκών κρατών. Σήμερα, η κυρίαρχη κουλτούρα είναι απλά αδύναμη να αντισταθεί στην επέλασή τους, δίνοντας έμφαση στην “λευκή ενοχή”, στην αυτοκτονική ανοχή προς την εισβολή, βασιζόμενη σε πραγματικές ή φαντασιακές πράξεις των Ευρωπαίων. Σήμερα, η υπογεννητικότητα στην Ευρώπη δημιουργεί τέτοια κενά που η αντίσταση σε λίγο θα είναι σχεδόν μάταιη. Γι’ αυτό και οφείλουμε να παλέψουμε αντιπροτείνοντας ρεαλιστικές λύσεις, γι’ αυτό και επιβάλλεται να ανοίξουμε εμείς δρόμους, γι’ αυτό και πρέπει να παλέψουμε για την προστασία κάθε τμήματος της υπόστασης των εθνών μας. 

Σε μια ήπειρο που οδεύει ηθελημένα προς την αυτοκτονία, ας λειτουργήσουμε ως κήρυκες ελπίδας και κομιστές της ριζοσπαστικής παράδοσης, ρεαλιστικά και συνάμα ιδεαλιστικά. Είναι η μόνη μας επιλογή. 

του Παναγιώτη Λουκά

Ταυτότητα

Αρχείο

Δημοφιλείς Αναρτήσεις

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -