Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

Η μέγγενη (ή μέγκενη) είναι ένας σταθεροποιητικός μηχανισμός, ο οποίος, με διάφορες παραλλαγές, χρησιμοποιήθηκε κατά καιρούς και ως μηχανισμός βασανιστηρίων. Η ιδιότητα αυτού του μηχανισμού να σφίγγει υπερβολικά το αντικείμενο οδήγησε πολλούς κειμενογράφους να τον χρησιμοποιήσουν σε εύστοχες παρομοιώσεις με το πρόγραμμα χρηματοοικονομικής σταθερότητας που εφαρμόζεται τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, καθώς η πολιτική ύφεσης που ακολουθείται εμφανίζει παρόμοια εφαρμογή σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο. 

Είναι ευρέως παραδεκτό ότι την τελευταία πενταετία, που οι ελληνικές κυβερνήσεις κατέφυγαν στον μηχανισμό στήριξης της Ε.Ε. και του Δ.Ν.Τ., τα αποτελέσματα της, υποδεικνυόμενης από την τρόικα, δημοσιονομικής πολιτικής είναι απολύτως αρνητικά μια και - πέρα από τη φτωχοποίηση ενός μεγάλου κομματιού του πληθυσμού, τα τεράστια ποσοστά ανεργίας και τη μείωση του Α.Ε.Π. - το χρέος της χώρας έχει αυξηθεί σε απόλυτους αριθμούς και χαρακτηρίζεται πλέον ανοιχτά από πολλούς έγκυρους αναλυτές ως μη βιώσιμο. Προσπερνώντας πολιτικές κρίσεις και οικονομίστικους τεχνικούς όρους, είναι χρήσιμο να ανατρέξουμε στην έως τώρα συλλογική αντίδραση της νεοελληνικής κοινωνίας μπροστά στη χρηματοπιστωτική μέγγενη, σε μία προσπάθεια να ερμηνεύσουμε την κατάσταση και να προβλέψουμε το εγγύς μέλλον. 

Η πρόσφατη εκλογή του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς – με την σκληρή αντιμνημονιακή προεκλογική γραμμή - στην κυβέρνηση αποτελεί το σημείο καμπής αυτής της πενταετούς πορείας. Όλα αυτά τα χρόνια, πέρα από κάποιες ανολοκλήρωτες κινήσεις, όπως το “κίνημα της πατάτας”, κάποιες καπελωμένες πρωτοβουλίες, όπως το κίνημα “Δεν πληρώνω”, και κάποιες αμφιλεγόμενες προσπάθειες, όπως των “Αγανακτισμένων”, η νεοελληνική κοινωνία απέτυχε να επιδείξει σύμπνοια, αλληλεγγύη και δημιουργικότητα, δείχνοντας ότι δεν αντιλαμβάνεται την κρισιμότητα της κατάστασης. Αντιθέτως, έβγαλε στην επιφάνεια όλα τα κουσούρια της, οδηγούμενη σε μία εμφυλιοπολεμικού τύπου πόλωση. Οι συγκρίσεις με τα παραδείγματα της Ισλανδίας (με την άμεση αποπομπή της κυβέρνησης και τη λαϊκή συνταγματική αναθεώρηση) και της Αργεντινής (με την ανάπτυξη ανταλλακτικής οικονομίας και αυτοδιαχείρισης μονάδων παραγωγής) είναι αναπόφευκτες διότι, ακόμα και στις περιπτώσεις που κάτι δεν πέτυχε ή δεν δούλεψε, τουλάχιστον οι κοινωνίες των συγκεκριμένων χωρών έδειξαν ότι γνωρίζουν τι θέλουν, ότι είναι ώριμες και ότι προσπαθούν να βρουν λύσεις στα προβλήματά τους, αντί να μεμψιμοιρούν και να τα διαιωνίζουν. 

Η αντιμνημονιακή συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝ.ΕΛ. εκλέχτηκε, θεωρητικά, για να οδηγήσει τη χώρα στη μεταμνημονιακή εποχή και μ' αυτή τη δέσμευση ανέλαβε τη μετεκλογική διαπραγμάτευση σχετικά με τη συνέχιση ή όχι του δανειακού προγράμματος. Σε επικοινωνιακό επίπεδο, η διαπραγμάτευση του τελευταίου δεκαπενθήμερου κρίνεται απολύτως επιτυχημένη, απλώς και μόνο επειδή έχει να συγκριθεί με τη μη διαπραγμάτευση και την άνευ όρων συγκατάθεση των προηγούμενων κυβερνήσεων. Εξάλλου, η μπολσεβικομπουρζουάδικη ανετίλα είχε ανέκαθεν ιδιαίτερη μεταχείριση από τα ΜΜΕ και αυτό συνέβαλε στη δημιουργία ενός αρχικού κλίματος ψυχολογικής ανάτασης. Επί της ουσίας, όμως, όπως άλλωστε σχολιάστηκε εκτενώς ένθεν κακείθεν, αυτό που κατάφερε η κυβέρνηση της αριστεράς ήταν να κερδίσει χρόνο, επικυρώνοντας τη δανειακή σύμβαση μαζί με όλες τις δεσμεύσεις της και μεταθέτοντας απλώς το πρόβλημα της ολοκλήρωσης του δανειακού προγράμματος για το καλοκαίρι. 

Κι ενώ όλα τα παραπάνω είναι λίγο ή πολύ γνωστά και περισσότερο ή λιγότερο αποδεκτά, η ουσία βρίσκεται αλλού: Κάθε διαπραγματευτικό επιχείρημα έχει βαρύτητα ανάλογη με την απειλή της ρήξης. Όταν η πλευρά η οποία υποτίθεται ότι διεκδικεί είναι πασιφανές ότι στερείται οργανωμένου εναλλακτικού σχεδίου και δυνατότητας ελιγμού, τότε είναι προφανές ότι δεν υπάρχει διαπραγμάτευση επί της ουσίας, παρά μόνο επαιτεία και πόλεμος εντυπώσεων. Οι εντυπώσεις, όμως, διαρκούν βραχυπρόθεσμα και δεν φέρνουν αποτελέσματα. 

Παίρνοντας ως δεδομένο ότι η μέγγενη του χρηματοπιστωτικού συστήματος οδηγεί την ελληνική κοινωνία σε έναν αργό και επώδυνο θάνατο, το ερώτημα είναι εάν υπάρχει η δυνατότητα και, κυρίως, η ειλικρινής διάθεση ρήξης με τους “θεσμούς” στην πολύ πιθανή περίπτωση που τα αποτελέσματα της ελληνικής πρότασης το καλοκαίρι δεν είναι ικανοποιητικά (ή ακόμα και στην όχι τόσο πιθανή περίπτωση που αυτή απορριφθεί τελικά από τα κοινοβούλια των εταίρων). Σ' αυτή την περίπτωση πόσο αποφασισμένη και πόσο προετοιμασμένη είναι η ελληνική κοινωνία να αφήσει τη βολική μέγγενη των “θεσμών”; Έχει τις απαραίτητες ποιότητες για να τα καταφέρει; 

Κατά καιρούς έχουν αναπτυχθεί πολλές προτάσεις για τη χάραξη μίας εναλλακτικής πολιτικής έξω από τη μέγγενη του προγράμματος σταθερότητας. Άλλες βάσιμες και εφικτές και άλλες τελείως εξωπραγματικές και γελοίες. Από την κήρυξη του χρέους ως επαχθούς, από τη στροφή στις B.R.I.C.S για δανειοδότηση, από την αξιοποίηση των φυσικών πόρων, από τη διεκδίκηση του κατοχικού δανείου, από την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα, μέχρι τις κατοχικές αποζημιώσεις και τα άσωτα τρισεκατομμύρια της E.N.D., οι περισσότεροι εισηγητές αυτών των προτάσεων κρύβουν μία σημαντική λεπτομέρεια: Καμία από αυτές - ή ενδεχομένως και άλλες – τις κινήσεις δεν πρόκειται να προσφέρει αυτόματες και εύκολες λύσεις. Σε περίπτωση που η παρούσα συγκυβέρνηση, ή κάποια άλλη, πάρει την απόφαση της ρήξης, τότε είναι αναπόφευκτο ότι θα ακολουθήσει μία μακρά περίοδος πραγματικής φτώχειας και ανέχειας για το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού. Πόσοι από τους λαϊκιστές βουλευτές το έχουν συνειδητοποιήσει αυτό και είναι έτοιμοι να πάρουν την ευθύνη, για να πεινάσουν, όμως, μαζί με τον λαό και όχι να μεταναστεύσουν σε κάποιον εξωτικό προορισμό; Πόσοι από τους νυν αγανακτισμένους ψηφοφόρους, που, όμως, τόσα χρόνια πουλούσαν την ψυχή τους στον διάβολο για μία αργομισθία και μία τακτοποίηση αυθαιρέτου, έχουν συνειδητοποιήσει την κατάσταση και έχουν αλλάξει πραγματικά τις προτεραιότητες και τις συνήθειές τους; 

Η ρήξη, για να είναι λυτρωτική και να φέρει την ανάταση, χρειάζεται καταρχήν κοινή συνείδηση και συλλογικότητα. Χρειάζεται κάποιοι να εμπνεύσουν και να τραβήξουν μπροστά. Χρειάζεται οργάνωση, αλληλεγγύη και αλληλοσεβασμό. Χρειάζεται θυσίες προσωπικές και συλλογικές. Χρειάζεται ολιγάρκεια σε υλικά αγαθά. Χρειάζεται την ανάδειξη των καλύτερων στοιχείων όλου του κοινωνικού δυναμικού. Χρειάζεται να ανασύρουμε από τη συλλογική μας μνήμη όλες εκείνες τις ποιότητες που κατέστησαν ανθεκτικό τον ελληνισμό μέσα στους αιώνες και καταπιέζονται για χρόνια. 

Όσο βολική κι αν φαίνεται η μέγγενη, ο ελεύθερος άνθρωπος θα θέλει πάντα να αποδράσει. Ο έξυπνος άνθρωπος θα προσπαθήσει να διαμορφώσει εκείνες τις απαραίτητες συνθήκες, ώστε η απόδρασή του να είναι επιτυχημένη. Για να είμαστε ειλικρινείς, στο τουρκομπαρόκ μετασοβιετικό φιλελεύθερο Λάντερν στο οποίο ζούμε δεν υπάρχουν ούτε οι ελάχιστες απαραίτητες συνθήκες για μία επίπονη, αλλά αξιοπρεπή, απελευθέρωση από τη μέγγενη. Για τη διαμόρφωσή τους έχουμε ήδη αργήσει, όμως δεν έχουμε κι άλλη επιλογή. Ας αρχίσουμε ξεχωρίζοντας το μέρος της λύσης από τα μέρη του προβλήματος. 

του Χρήστου Καρανικόπουλου

Ταυτότητα

Αρχείο

Δημοφιλείς Αναρτήσεις

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -