Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2015

Ζούμε μέσα σ' ένα αποχαυνωμένο πλήθος – άθροισμα εγώ, που αρκείται να παρασύρεται από το ρεύμα για μια ζωή και να το ακολουθεί άβουλα, σαν ένα κοπάδι από νεκρά ψάρια. Προσπαθούμε απεγνωσμένα, με όλες τις δυνάμεις μας, να κολυμπήσουμε ενάντια στο ρεύμα. Λυσσασμένα, σπασμωδικά, ένα κουράγιο ακόμα, μια απλωτή ακόμα. Να καταφέρουμε να αντισταθούμε, να αισθανθούμε ζωντανοί, έστω για μια στιγμή. Μια στιγμή τόσο μικρή και ασήμαντη, μα τόσο πολύτιμη. Μια πνοή ελευθερίας που έχει περισσότερη αξία από μια ολόκληρη ζωή. Ένας σκοπός, που νοηματοδοτεί την ύπαρξη. 

Ζούμε ανάμεσά τους. Ανάμεσα σ' αυτούς που ποσοτικοποίησαν απόλυτα όλες τις αξίες. Ανάμεσα σ' αυτούς που εξηγούν την ύπαρξή τους με όρους της αγοράς. Ανάμεσα σ' αυτούς που μετρούν τη ζωή τους με ψήφους, με ίντσες τηλεόρασης, με πίξελς κάμερας, με κιλά κρέατος, με το ύψος τραπεζικών λογαριασμών, με ημέρες διακοπών, με αιτήματα φιλίας στο facebook, με likes και με κοινοποιήσεις. Κι αναζητούμε το φίλτρο και την ποιότητα μέσα από την ποσότητα 

Προσπερνούμε την ουρά των μηδενικών που περιμένουν να γίνουν viral και τραβάμε για την ανηφόρα. Παλεύουμε ν' ανοίξουμε ένα μονοπάτι σε μια κακοτράχαλη και δύσβατη ανηφοριά, που κάποτε θυμόμαστε να μας είχε αναφερθεί στο μύθο της Αρετής και της Κακίας. Και κάποιες φορές χάνουμε το δρόμο μας. Κι αναρωτιόμαστε τι νόημα έχουν όλα αυτά. Κι αν είμαστε ξεχωριστοί ή ανόητοι. Κι αν θα υπάρξει ένα μικρό αποτέλεσμα ποτέ, τόσο μικρό μα τόσο σημαντικό ώστε να μπορέσουμε να κρατηθούμε από αυτό. Και καμιά φορά κοιτάζουμε γύρω μας και δεν βλέπουμε τίποτα. Μόνο ερημιά. Κι άλλοτε αυτή η ερημιά γίνεται γαλήνη και μέσα της τρεμοπαίζουν χιλιάδες αστέρια. Μα τις περισσότερες φορές είναι τρομακτικά χαώδης. 

Ζούμε ανάμεσά τους και ακούμε τους παράλληλους μονολόγους τους. Μία πολύβουη και άσχημη μάζα. Μια Βαβυλωνία που διασκεδάζει την καταστροφή της. Γλεντοκοπά την εποχή της φαυλότητας. Μαζί με την αίσθηση του καθήκοντος, ίσως αυτή η αποστροφή για τη μάζα να είναι και η πιο πειστική δύναμη για να συνεχίσουμε να σηκώνουμε το βάρος. Το βάρος που μόνοι μας, εθελοντικά, επιλέξαμε να κουβαλούμε. Και κάνουμε ένα βήμα ακόμα. Μια απλωτή ακόμα. 

Και μέσα στο γέλιο του πλήθους, προσπαθούμε να διακρίνουμε το βλέμμα του παιδιού. Το οικείο βλέμμα. Τον όρκο της συνέχειας. Τη δύναμη για το επόμενο βήμα. Τους αγέννητους και τους νεκρούς. Και κάπου κάπου διακρίνουμε και άλλους σαν εμάς. Το ίδιο ταλαιπωρημένους, το ίδιο καταραμένους. Και νιώθουμε μια κάποια ανακούφιση στο φορτίο. 

Ζούμε ανάμεσά τους. Σύγχρονοι Προμηθείς, με τον γυπαετό να μας κατατρώει τα σωθικά αιώνια. Με τα αισθήματα να αντιπαλεύουν μέσα μας. Τόση αγάπη για το είδος και τόσο μίσος για την κατάπτωση. Με τόση αλαζονεία και τόση ταπεινότητα ταυτόχρονα. Τόσο μικροί κι ασήμαντοι, που μέσα στην ασημαντότητά μας νιώθουμε έτοιμοι να αγγίξουμε τον Ήλιο. Να πετάξουμε και να γκρεμοτσακιστούμε σαν τον Ίκαρο. Να κατατροπώσουμε όλους τους ανεμόμυλους του Δον Κιχώτη. Ατρόμητη ελαφρότητα, ίσως κι αφέλεια. Όμως, αλήθεια, ποιοι γράφουν την Ιστορία; Αποκρινόμαστε στον εαυτό μας συνωμοτικά και παρηγορητικά. 

Κι άλλοτε λουφάζουμε. Γλείφουμε τις πληγές μας κι αφήνουμε το ρεύμα να μας παρασύρει λυτρωτικά. Κι άλλοτε πεισμώνουμε και σηκωνόμαστε και ουρλιάζουμε. Θέλουμε να σπάσουμε τα τείχη με το ουρλιαχτό μας. Με τις γροθιές μας. Με τα κεφάλια μας. Και δεν μας νοιάζει τίποτα. Γιατί τα κοράκια μόνο να κράζουν γνωρίζουν. Και δεν αντιλαμβάνονται το τραγούδι μας. 

Ζούμε ανάμεσά τους. Και πασχίζουμε να θυμόμαστε, ευχή και κατάρα, πως η ελπίδα ήταν το τελευταίο κακό στο κουτί της Πανδώρας. 

του Χρήστου Καρανικόπουλου

Ταυτότητα

Αρχείο

Δημοφιλείς Αναρτήσεις

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -