Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

“Το να σκοτώσεις έναν φασίστα δεν είναι έγκλημα”. Σύνθημα των Ιταλών αριστερών στα πέτρινα Χρόνια του Μολυβιού, όταν δολοφονούσαν οικογένειες Ιταλών εθνικιστών, όταν έκαιγαν ζωντανά ανήλικα παιδιά, που οι γονείς τους έκαναν το έγκλημα να είναι εθνικιστές. Το κράτος οπλίζει, η αριστερά τραβάει τη σκανδάλη. Έτσι συνέβαινε στα Χρόνια του Μολυβιού, έτσι έγινε και στην Ελλάδα της μεταπολιτευτικής σήψης. Μία μηχανή με δύο επιβαίνοντες σταματά μπροστά στην είσοδο των γραφείων της Χρυσής Αυγής του Νέου Ηρακλείου και οι σφαίρες αρχίζουν να πέφτουν βροχή αδιακρίτως. Δύο νέοι εθνικιστές, δύο νέοι “φασίστες”, ο Γιώργος Φουντούλης και ο Μάνος Καπελώνης, πέφτουν άμεσα νεκροί, ενώ ένας τρίτος, ο Αλέξανδρος Γέροντας, τραυματίζεται σοβαρά και νοσηλεύεται για μήνες. Το έγκλημά τους; Δεν έμειναν στα σπίτια τους, δεν έγιναν “λογικοί”, δεν φοβήθηκαν, ήταν συνειδητοποιημένοι ιδεαλιστές που, σε πείσμα των καιρών, επέλεξαν, μέσα από το μετερίζι τους, να παλεύουν για ιδέες και έννοιες απαγορευμένες. Δεν ήταν δολοφόνοι. Δεν ήταν υπόκοσμος. Δεν ήταν απόκληροι της ζωής. Δεν ήταν περιθώριο. Ήταν απλά δύο από μας. Μέχρι εκείνο το μοιραίο απόγευμα. 

Ένας χρόνος πέρασε από τη δολοφονική επίθεση, με τα αισθήματα, όμως, να παραμένουν έντονα, σα να ήταν χθες, και τα ερωτήματα και τους προβληματισμούς να φουντώνουν όλο και περισσότερο. Ένας χρόνος και οι φυσικοί αυτουργοί της δολοφονίας παραμένουν ελεύθεροι. Ένας χρόνος και οι ηθικοί αυτουργοί της δολοφονίας κυκλοφορούν ακόμη στα πάνελς των καναλιών, νομοθετούν, κρίνουν, παίρνουν αποφάσεις για το μέλλον μας και δείχνουν με το δάχτυλο. Αλήθεια, τι ακριβώς άλλαξε μετά από έναν χρόνο; Πόσο άλλαξε η πολιτική κατάσταση στη χώρα μετά από αυτή την άγρια δολοφονία, που ήρθε για να αναβιώσει εμφυλιοπολεμικές μνήμες; Πόσο αλλάξαμε εμείς; Τι συνειδητοποιήσαμε και τι διορθώσαμε; 

Όπως γράφει και το σύνθημα στον τοίχο, η αριστερά δεν έχει ιστορία αλλά ποινικό μητρώο. Και, για να συμπληρώσουμε, συνεχίζει να κάνει τα πάντα για να το επιβεβαιώνει. Η αριστερά που δυόμιση μήνες νωρίτερα απέδιδε πολιτικές ευθύνες σε έναν ολόκληρο πολιτικό χώρο για το φόνο του Παύλου Φύσσα και ζητούσε αίμα για εκδίκηση, επιστράτευσε όλες τις εφεδρείες της στο χώρο των ΜΜΕ και της δήθεν διανόησης για να αποποιηθεί των ευθυνών της, φτάνοντας να ισχυριστεί με τον πιο πρόστυχο τρόπο ότι πίσω από το έγκλημα βρίσκονταν η ίδια η Χρυσή Αυγή. Η αριστερά, που έμαθε μια ζωή να σπεκουλάρει με το αίμα, δεν είχε καν την αξιοπρέπεια να αφήσει ανενόχλητους τους συγγενείς και τους πολιτικούς συντρόφους των νεκρών να αποδώσουν τιμές, διοργανώνοντας παράλληλα με την εκδήλωση μνήμης μία αντισυγκέντρωση οπερέτα. 

Η μεγαλύτερη πολιτική ήττα των εθνικιστών, σχετικά με την ωμή δολοφονία των δύο νέων ακτιβιστών, είναι η αποτυχία να καταδειχθούν συγκροτημένα και ενωμένα οι πολιτικές προεκτάσεις αυτής της ενέργειας στο ευρύτερο κοινό. Μίας πολιτικής δολοφονίας η οποία εκτελέστηκε επαγγελματικά, ενταγμένη στο σύγχρονο κυνήγι μαγισσών ενάντια στην άνοδο του εθνικισμού στην Ελλάδα. Μίας πολιτικής δολοφονίας η οποία στρέφεται ενάντια σε όλους τους Έλληνες με εθνοκεντρική σκέψη και δράση. 

Η μεγαλύτερη ελπίδα που γέννησε αυτή η τραγωδία είναι η συνειδητοποίηση, σε όσους τουλάχιστον έχουν τη δυνατότητα αυτής της λειτουργίας, πως αυτό το σύστημα εξουσίας, που διαμορφώθηκε μεταπολιτευτικά για να διαφεντεύει τις τύχες του ελλαδικού προτεκτοράτου, είναι έτοιμο να χρησιμοποιήσει κάθε θεμιτό ή αθέμιτο μέσο για να διατηρηθεί ανέπαφο. Για να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, η αριστερά είναι σάρκα από τη σάρκα αυτού του συστήματος και για όσους βρίσκονται απέναντί του δεν έχει καμία απολύτως σημασία η επί μέρους προσπάθεια πολιτικής διαφοροποίησης. Υπάρχει ένα κελί ή μια σφαίρα για όλους, ό,τι κι αν δηλώνουν. 

Επειδή εμείς δεν υπάρχουμε για να αποδίδουμε τις ευθύνες που πρέπει στους ιδεολογικούς μας αντιπάλους, αλλά για να αναλαμβάνουμε τις δικές μας ευθύνες απέναντι στα σημεία των καιρών, μπροστά σε τέτοια περιστατικά δεν χωρούν μικρόψυχες πρακτικές ούτε φυγόπονοι. Η πρώτη πολιτική δολοφονία εθνικιστών ήρθε στη χώρα μας το 2013, κάτι που από παλιά, στα πηγαδάκια των συναγωνιστών, ήταν αυτονόητο πως κάποτε θα συνέβαινε και συνέβη με τον πιο τραγικό τρόπο. Η τρικυμία δεν κόπασε και στο μέλλον διαφαίνονται ακόμα μεγαλύτερες φουρτούνες να μας περικυκλώνουν. Η δίψα για αίμα των αντιπάλων μας είναι μεγάλη. Το μίσος του κράτους και του παρακράτους δεν χωράει στο μυαλό μας. Δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο. Εμείς γνωρίζαμε πως θα οδηγηθούμε σε τέτοιες καταστάσεις. Αλλά, δυστυχώς, δεν κάναμε τίποτα να το αλλάξουμε. Μέσα από τον πολιτικό μας λόγο, από τις πράξεις μας, μέσα από την ίδια μας την ύπαρξη, η αλλαγή που θέλουμε να επιτύχουμε θα έρθει όταν αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι τον τρόπο προσέγγισής και σκέψης. Όταν διευρύνουμε τους ορίζοντές μας και κατανοήσουμε πως ο αγώνας γίνεται μέσα από την κοινωνία και όχι περιχαρακωμένοι στα στρατόπεδά μας. Όταν ενώσουμε τις δυνάμεις μας για να αντιμετωπίσουμε τον κοινό εχθρό που μας δολοφονεί, μας συκοφαντεί και προσπαθεί να μας εξαφανίσει. Και όχι απέναντι σε φανταστικούς και αόρατους εχθρούς. Αυτοί που φέρνουν το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, αυτοί που φωνάζουν για άμεση νομιμοποίηση των μεταναστών, αυτοί που διατρανώνουν πως η εθνική συνείδηση είναι μια απάτη, αυτοί που καθορίζουν τις ζωές μας υπό το πρίσμα της οικονομίας, αυτοί που δεν έχουν ιδανικά και ιδεώδη, αυτοί που φυλακίζουν ανθρώπους για τις ψήφους. Αυτοί που δεν σέβονται ούτε την απόδοση τιμής σε νεκρούς. Αυτοί είναι ο εχθρός μας, αυτούς οφείλουμε να πολεμήσουμε για να μην υπάρξουν ποτέ ξανά περιστατικά σαν του Νέου Ηρακλείου. 

Ο Γιώργος και ο Μάνος έχασαν την ζωή τους, εκτελέστηκαν από το μεταπολιτευτικό σύστημα γιατί αρνήθηκαν να υπακούσουν σ’ αυτό και να σαγηνευτούν από τις σειρήνες του υλισμού. Πέρασαν σε ένα άλλο επίπεδο, έγιναν Μάρτυρες, έγιναν σύνθημα στα χείλη μας, φλόγα στις καρδιές μας, πυρωμένη και ζωντανή ανάμνηση. Περπατούν ανάμεσά μας γιατί εξυψώθηκαν πάνω από το θνητό, έγιναν σύμβολα. Σύμβολα όχι απλά της Χρυσής Αυγής, αλλά όλων των Ελλήνων εθνικιστών, όλων των Ευρωπαίων εθνικιστών, όλων των συνειδητοποιημένων αγωνιστών για τη διατήρηση του πολιτισμού και των πανάρχαιων αξιών που υπερασπίζεται ο εθνικισμός. Μόνο το Αίμα κυλάει τους τροχούς της Ιστορίας, τρέφει το δικό μας Ύγκντρασιλ, μας μιλάει από τα βάθη των αιώνων της ιστορίας μας μέχρι το απώτατο μέλλον των απογόνων μας. Το αίμα των Μαρτύρων μας, το όνομα των Μαρτύρων μας, η μνήμη τους, μας χαλυβδώνουν. Μας υπενθυμίζουν τη θνητότητά μας και το βάρος της υπεράσπισης των αιωνίων αξιών που πέφτει στους ώμους μας. Με δυο ονόματα παραπάνω χαραγμένα στο ποτάμι της Μνήμης, με δύο συναγωνιστές νεκρούς, δολοφονημένους από το κράτος και το παρακράτος της ελλαδικής “δημοκρατίας”, έχουμε έναν παραπάνω λόγο να μην λιποψυχήσουμε, να μην προδώσουμε, να προχωρήσουμε ρομαντικά, απέλπιδα, μανιασμένα, μέχρι την τελική νίκη. Κι ας την ζήσουν οι απόγονοί μας και όχι εμείς. Γιατί το επιβάλλουν οι αξίες μας, το επιβάλλει η Τιμή μας, το επιβάλλει το αίμα του Γιώργου Φουντούλη και του Μάνου Καπελώνη που πότισε τους δρόμους της Αθήνας. Εκείνο το μοιραίο βράδυ. 

Από τη συντακτική ομάδα

Ταυτότητα

Αρχείο

Δημοφιλείς Αναρτήσεις

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -