Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2014

Οι τάσεις στη μυθιστοριογραφία και τον κινηματογράφο αποκαλύπτουν πολλά περισσότερα από τις βαθύτερες επιθυμίες και φιλοδοξίες μας. Αποκαλύπτουν τους φόβους μας, όχι μόνο ατομικά αλλά και σε επίπεδο συλλογικής συνείδησης των γενεών ως σύνολο. Το είδος του τρόμου είναι ιδιαίτερα χρήσιμο όταν εξετάζουμε τη μαζική ψυχολογία και μέσω των δεκαετιών παραγωγής ταινιών τρόμου μπορούμε να παρατηρήσουμε το πώς εξελίσσονται και αλλάζουν αυτοί οι φόβοι. Όταν ένα συγκεκριμένο μοτίβο στις ταινίες τρόμου γίνεται κυρίαρχο στη δημοτικότητα, καθορίζει τη νοοτροπία (και κατά συνέπεια το φόβο) μιας ολόκληρης γενιάς. Παραδόξως, το καθοριστικό σημείο της σύγχρονης γενιάς στον κινηματογράφο είναι κάτι το απρόσμενο: Το ζόμπυ, ένα όρθιο πτώμα, έχει εισβάλλει στις οθόνες μας διασκορπίζοντας την αποσύνθεση και διάφορα ανθρώπινα μέλη εδώ και εκεί. Το ζόμπυ παρουσιάζεται ως ο νέος μας φόβος αλλά ταυτόχρονα εμφανίζονται και άλλες τάσεις, όπως τα “γοητευτικά” βαμπίρ, που παρουσιάζονται ως άνθρωποι με μια περίεργη επιθυμία για αιματώδη υγρά. Τι σημαίνει, λοιπόν, αυτό και πώς αντανακλά τη μαζική ψυχολογία σε μία ευρύτερη κοινωνικοπολιτική προοπτική; Για να απαντήσουμε σ' αυτό, θα πρέπει να εστιάσουμε σε δύο κρίσιμους παράγοντες: Γιατί τα ζόμπυ γίνονται ολοένα και πιο τρομακτικά ενώ οι βρικόλακες λιγότερο; Η απάντηση θα εμπλέξει κάτι πολύ πιο τρομακτικό και από τους δύο τύπους απέθαντων: Την πολιτική. 

Το ζόμπυ είναι ένα δημιούργημα της μυθολογίας και της μαγείας. Ένα πτώμα προερχόμενο από τους νεκρούς ζωντανεύει ως αποτέλεσμα τελετών βουντού ή μαύρης μαγείας, κατά μία απόκρυφη παράδοση. Ακόμη και σήμερα υπάρχουν ορισμένα μέρη στον κόσμο όπου υπάρχει ο φόβος για αυτά τα ζόμπυ, όπως το Θιβέτ, η νοτιοανατολική Ασία και η Αϊτή. Υπάρχουν ακόμη και άνθρωποι που ισχυρίζονται ότι τα ζόμπυ υπάρχουν στ' αλήθεια. Όμως, το δικό τους ζόμπυ, αυτό το δημιούργημα του μύθου που ελέγχεται από τους μάγους, είναι πολύ διαφορετικό από αυτό που παρουσιάζεται σήμερα στους κινηματογράφους. Το σύγχρονο ζόμπυ, κατά κύριο λόγο, είναι δημιούργημα της επιστήμης. Η υπόθεση με τα ζόμπυ που προέκυψαν από κάποια ασθένεια ή από κάποιο πείραμα όπου κάτι πήγε λάθος παρουσιάζεται σε αρκετές ταινίες, με τα πιο γνωστά παραδείγματα να είναι η μάστιγα των ζόμπυ που προκλήθηκε από τον “ιό της λύσσας”, τόσο στην ταινία “28 μέρες μετά” όσο και στη συνέχεια της “28 εβδομάδες μετά”. Στη δεύτερη ταινία, όπου έχουμε ξανά μόλυνση του ανθρώπινου πληθυσμού με το ιό που τους μετατρέπει σε ζόμπυ, ο αμερικανικός στρατός σε μία προσπάθεια να περιορίσει το φαινόμενο καταλήγει, κατά τη συνήθη τακτική του, να σκοτώσει τελικά πιο πολλούς αθώους ανθρώπους παρά ζόμπυ. Μία ακόμη δημοφιλής ταινία με ζόμπυ είναι ο “Παγκόσμιος πόλεμος Ζ”, που έχει πάλι το ίδιο μοτίβο – μία ταχύτατη και αυξανόμενη εμφάνιση πληθώρας ζόμπυ σε πολυσύχναστες πόλεις, που οδηγούν στην επικείμενη κατάρρευση της Αμερικής και στη συνέχεια του υπόλοιπου κόσμου. Το Ισραήλ καταφέρνει να γλυτώσει για αρκετό διάστημα από την εμφάνιση των ζόμπυ σφραγίζοντας τα τείχη του και μην αφήνοντας κανέναν να εισέλθει. Δυστυχώς, όμως, παρ' όλα αυτά τα ζόμπυ τελικά καταφέρνουν να υπερκεράσουν τις όποιες άμυνες και εισέρχονται εντός του Ισραήλ (οδηγούμενα από μία δυνατή προσευχή μάλιστα) καθιστώντας και αυτή τη χώρα θύμα εισβολής αμέτρητων ζόμπυ. Οποιαδήποτε προσπάθεια να αποκλείσεις αυτά τα νέα τερατώδη προϊόντα της επιστήμης δεν πετυχαίνει. Τα ανεπιθύμητα ζόμπυ έχουν απλά τον τρόπο να μπαίνουν παντού. 

Το κλειδί για να κατανοήσουμε αυτή τη μάστιγα των αφηνιασμένων ζόμπυ στον σύγχρονο κινηματογράφο είναι να αναλύσουμε το συμβολισμό τους. Πλέον, τα ζόμπυ είναι αποτέλεσμα της επιστήμης και αποκομμένα από το προηγούμενο υπερφυσικό υπόβαθρό τους. Η δυτική κοινωνία δεν φοβάται πλέον τη μαγεία αλλά την επιστήμη. Όχι την επιστήμη την ίδια, ως αντικείμενο, αλλά την ανεξέλεγκτη επιστήμη, που έχει αποχωριστεί κάθε έννοια ηθικής. Είναι ο φόβος για την αδεξιότητα και την απροσεξία της ανθρωπότητας απέναντι στη φύση και για την επιστήμη που δεν ελέγχεται από ηθική δεοντολογία. Το ζόμπυ μεγαλώνει μέσα στο μυαλό ως ένα σύμβολο της απόστασης του σύγχρονου ανθρώπου από τη φύση και της τυφλής πίστης του στην επιστήμη. Όπως ο Dr. Frankenstein βρίσκει το τέλος του από τα χέρια του πλάσματος που ο ίδιος δημιούργησε. Είναι ο φόβος μας ότι δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε την επιστήμη πως δεν θα κάνει κάποιο τρομερό λάθος. 

Αυτό μας φέρνει σε μία άλλη πρόσφατη ταινία με ζόμπυ: “Ο στρατός του Φρανκενστάιν”, που συνδυάζει εξαιρετικά μετασχηματισμένα ζόμπυ μαζί με τον “καλό” Dr. Frankenstein. Κάπου στην Πολωνία του Β' παγκοσμίου πολέμου, ο Dr. Frankenstein ανακυκλώνει Γερμανούς και Ρώσους στρατιώτες στο δικό του στρατό των απέθαντων. Ο Dr. Frankenstein, που τώρα είναι Πολωνός αντί για Γερμανός, έχει έναν καταψύκτη γεμάτο από αναπληρωματικούς. Ωστόσο, ο Dr. Frankenstein έχει ένα ευγενές κίνητρο: Θέλει να σταματήσει τον πόλεμο στην Πολωνία και ακόμη να προσπαθήσει να βάλει τους κομμουνιστές και τους εθνικοσοσιαλιστές να μιλήσουν ο ένας στον άλλο, ακόμη και με μεταμόσχευση εγκεφάλου, δημιουργώντας μία “Τρίτη Θέση”. Όπως είναι αναμενόμενο, η “Τρίτη Θέση” πάει τρομακτικά λάθος, καθώς το να είσαι ταυτόχρονα και “αριστερός” και “δεξιός” οδηγεί τα θύματα σε πνευματική κατάρρευση. Μία ακόμη φορά παρουσιάζεται το μοτίβο της επιστήμης που προκαλεί αμόκ. Ο πόλεμος καταστρέφει την Πολωνία, αλλά η λύση του Dr. Frankenstein είναι πολύ πιο βίαιη και διεστραμμένη από τον ίδιο τον πόλεμο. 

Τα άλλα καθοριστικά χαρακτηριστικά των ζόμπυ είναι η ατελείωτη πείνα τους και η απόλυτη απουσία σκέψης. Το ζόμπυ έχει ελάχιστους σκοπούς: Να επιτεθεί, να μολύνει άλλους και να φάει ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, να καταναλώσει. Είναι, για την ακρίβεια, ο τέλειος καταναλωτής, αφού δεν μπορεί να δημιουργήσει από μόνο του τίποτα. Ο μοναδικός σκοπός του είναι να καταναλώσει και να μολύνει και άλλους μετατρέποντάς τους σαν και αυτό. Προφανώς, ως μεταφορά σε επίπεδο μαζικής ψυχολογίας, αποτελεί μία αλληγορία όχι για μία δημοκρατική κοινωνία αλλά για μία καταναλωτική. Η πραγματική δημοκρατία έχει πεθάνει εδώ και πολύ καιρό και μόνο μερικά αφελή παιδιά εξακολουθούν να πιστεύουν σ' αυτό το παραμύθι. Έχει περάσει μεγάλο διάστημα από τότε που το μοντέλο ελέγχου έχει γίνει στη βάση καταναλωτών/παραγωγών. Οι εταιρίες και η οικονομική βιομηχανία ελέγχουν την κοινωνία και ως εκ τούτου είναι παραγωγοί. Σε ένα οικονομικά βασισμένο μοντέλο κοινωνικής εξουσίας έχουν επιτύχει να ασκούν την εξουσία παράγοντας αγαθά τα οποία στη συνέχεια καταναλώνονται. Όσο υπάρχουν καταναλωτές αυτό το μοντέλο του οικονομικού ελέγχου θα συνεχίζεται. Το ζόμπυ, ανίκανο να σκεφτεί και διαρκώς πεινασμένο, είναι γι' αυτούς ο καλύτερος καταναλωτής. 

Το ζόμπυ είναι η σκοτεινή πλευρά της συλλογικής μας συνείδησης, ο φόβος ότι ο ναρκισσισμός μας και οι ηδονιστικές παρορμήσεις μας ωθούν στο να θέλουμε συνεχώς περισσότερο και περισσότερο. Δεν ικανοποιούνται ποτέ και είναι εκτός ελέγχου, δημιουργώντας μία γενιά ανίκανη να σκεφτεί πέρα από τα θέλω της και τις ανάγκες της στιγμής. Αυτό το οποίο δεν παράγει, δεν έχει αξία και αυτό που καταναλώνει το κάνει απερίσκεπτα. Έτσι, το ζόμπι ως μία μεταφορά της σκοτεινής πλευράς του σύγχρονου ανθρώπου αναπαριστά τον πολιτικό φόβο της δημοκρατίας που μετατρέπεται σε καταναλωτική. Μία απρόσωπη μάζα, χωρίς ίχνος ατομικότητας, “πεινώντας” διαρκώς για περισσότερο και περισσότερο, μέχρι το σημείο που τελικά αυτή η “πείνα” θα μας στρέψει τον έναν εναντίον του άλλου, καταστρέφοντας ολόκληρο τον πολιτισμό. Το ζόμπυ είναι ο φόβος του εαυτού μας και του τέρατος στο οποίο μεταμορφωνόμαστε. Ο φόβος που έχουμε ο ένας για τον άλλο, ως ασυνείδητα μαινόμενα τέρατα. 

Βρυκόλακας και ρομαντισμός 

Ο παραδοσιακά τρομακτικός Νοσφεράτου είχε και αυτός τη δική του δραματική αύξηση της δημοτικότητας, αλλά σε ένα τελείως διαφορετικό είδος. Ενώ με τα ζόμπυ είχαμε μία έκρηξη τρόμου τα τελευταία χρόνια, με τους βρυκόλακες τα χαρακτηριστικά τους είχαν μια πιο αργή και λεπτή μεταμόρφωση. Από τις πρώτες ταινίες της δεκαετίας του 1920-30, η εικόνα του βρυκόλακα έχει γίνει προοδευτικά όλο και λιγότερο τρομακτική και αντίστοιχα περισσότερο ερωτική. Ενώ, στην αρχή, ήταν το αντικείμενο του φόβου, ο βρυκόλακας έχει μετατραπεί σε αντικείμενο πόθου. Οι απεικονίσεις των βρυκολάκων, από τον Dracula έως τις πιο πρόσφατες ταινίες Underworld, Twilight και ακόμα το Ann Rice’s Vampire Chronicles, παρουσιάζουν σταδιακά μία εικόνα βρυκόλακα που πλησιάζει περισσότερο το αντικείμενο του πόθου, παρά είναι τρομακτική. Επιπλέον, οι βρυκόλακες στις περισσότερες δημοφιλείς ταινίες δεν παρουσιάζονται ως τα τέρατα αλλά ως οι κύριοι πρωταγωνιστές. Έχουν προσωπικότητα σαν τους ανθρώπους, με λίγες εξαιρέσεις: Πρώτον, πίνουν ακόμα αίμα και δεύτερον είναι ανώτεροι από άποψη ικανοτήτων και μακροζωίας. 

Αν και ο βρυκόλακας είναι και ο ίδιος απέθαντος, ανήκει σε τελείως διαφορετική τάξη από το ζόμπυ. Ο βρυκόλακας είναι σχεδόν αποκλειστικά ανώτερης τάξης: Ένας κόμης, μία κόμισσα, μέλος μίας προνομιακής μυστικής κοινωνίας. Χωρίς αμφιβολία ο βρυκόλακας είναι αριστοκράτης, εκτός από λίγες περιπτώσεις της δεκαετίας του 1930. Ο βρυκόλακας, που κάποτε θεωρούνταν ο απόλυτος φόβος της νύκτας στον σύγχρονο κινηματογράφο και τη μυθιστοριογραφία, έχει υποστεί μία δραστική αλλαγή. Δεν είναι πλέον τρομακτικός και αποκρουστικός αλλά, αντίθετα, από τη δεκαετία του 1980 και έπειτα, παρουσιάζεται ως ελκυστικός, γλυκός, μορφωμένος και ως αντικείμενο ερωτικού πόθου. Ακόμη και το Twilight, παρά τις όποιες διανθίσεις, είναι ένα ρομάντζο για μαθήτριες, όπου ο βρυκόλακας είναι ο απόλυτος γόης. 

Αυτό φυσικά είναι και η φρίκη του βρυκόλακα, ότι κάτω από την αριστοκρατική γοητεία, τον πλούτο και τη σαγήνευση, το δύσμοιρο θύμα είναι ένα απλό δείπνο και ποτέ οι “ευκολόπιστες τροφές” δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στην αίγλη του. Ακριβώς όπως το ζόμπυ είναι η μεταφορά του φόβου της δημοκρατίας, ο βρυκόλακας ήταν η απεικόνιση του φόβου για την αριστοκρατία. Κομψός και όμορφος, αλλά σαν ένα φίδι που έχει θανατηφόρα δόντια. Αυτά τα αρχαία αριστοκρατικά πλάσματα θα σηκωθούν το βράδυ και αφού φορέσουν το ευγενικό τους προσωπείο θα ξεδιψάσουν τη δίψα τους πάνω σε μη προνομιούχους, απλούς λαϊκούς ανθρώπους. Ο βρυκόλακας είναι μία προφανής αλληγορία για την παλιά αριστοκρατία, που εκμεταλλευόταν τον απλό λαό, “πίνοντας του το αίμα”, χορταίνοντας έτσι τη δίψα της για πλούτο, εξουσία και προνόμια. 

Όμως, αυτή η παλιά αριστοκρατία έχει ξεπέσει πλέον. Τώρα πια δεν κατέχει δύναμη, ούτε είναι αντικείμενο φόβου. Ο φόβος του παλιού αριστοκρατικού καθεστώτος έχει εξαφανιστεί, δεν είναι πλέον τρομακτικό, και επειδή ο βρυκόλακας άρχισε να σπανίζει (σημ. μτφ: μεταφορικά) έχει αρχίσει να γίνεται αντικείμενο πόθου. 

Ζόμπυ εναντίον Βρυκόλακα: Η εξιλέωση της αριστοκρατίας 

Αν τα ζόμπυ απεικονίζουν τους φόβους της γενιάς μας, της δημοκρατικής καταναλωτικής κοινωνίας, της επιστήμης και της φύσης σε κατάσταση εκτός ελέγχου, τότε οι βρυκόλακες θα μπορούσε να ειπωθεί ότι είναι σχεδόν το αντίθετο, σε μία παρόμοια απέθαντη κατάσταση, που δεν τρομάζει πλέον, αντίθετα μάλιστα μετατρέπεται σε κάτι το ελκυστικό. Μία αθάνατη γραμμή αίματος, δύναμης, ομορφιάς και πολιτισμού. Όσο το ζόμπυ είναι ο άγριος ανεξέλεγκτος καταναλωτής, που αντιπροσωπεύει τους φόβους μας στη σύγχρονη δημοκρατία, το παραδοσιακό τέρας, ο αριστοκράτης βρυκόλακας, έχει πλέον πάψει να μας φοβίζει, μας σαγηνεύει και παρουσιάζεται στον κινηματογράφο ως αντικείμενο του πόθου. Η παλιά αριστοκρατία, αν και αδύναμη, τώρα μας μαγεύει. 

Όσο το ζόμπυ είναι η εικόνα των κοινωνικών μας φόβων, ο βρυκόλακας έχει μετατραπεί στο να απεικονίζει τις επιθυμίες μας. Η αριστοκρατία, ως εκ τούτου, δεν φοβίζει πλέον τους ανθρώπους, όπως κάνει πια η απρόσωπη μάζα της δημοκρατίας. Η αριστοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον βρυκόλακα, έχει πια εξιλεωθεί και σε υποσυνείδητο επίπεδο είναι και επιθυμητή. Ο σκοτεινότερός μας φόβος, όπως αποκαλύπτεται από τις τάσεις στον σύγχρονο τρόμο, δεν είναι πλέον το να μας κυβερνούν κάποιοι επίλεκτοι λίγοι, αλλά ο δικός μας εκφυλισμός σε μία άμορφη, ασυνείδητη, μαινόμενη ορδή καταναλωτών, που αναπόφευκτα καταστρέφει τον πολιτισμό μας μέσα από τη δική μας απληστία και την έλλειψη αυτοσυγκράτησης. 

Μετάφραση, για το Ιδεάπολις, του Κ. Παπαδόπουλου

Ταυτότητα

Αρχείο

Δημοφιλείς Αναρτήσεις

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -