Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

Η φράση: “Δεν συμφωνώ ούτε με μία λέξη από όσα λες, αλλά θα υπερασπίζω, και με το τίμημα της ζωής μου ακόμη, το δικαίωμά σου ελεύθερα να λες όσα πρεσβεύεις”, που λανθασμένα αποδίδεται στον Βολταίρο, έχει επικρατήσει να χρησιμοποιείται ως αντιπροσωπευτική του πνεύματος του κινήματος του Διαφωτισμού. Βεβαίως, ο Διαφωτισμός, ως πνευματικό κίνημα, έθεσε τις βάσεις για την επικράτηση της νεωτερικότητας, μέσω της εξιδανίκευσης των εννοιών του ατομισμού, του ορθολογισμού και της ισότητας. Σήμερα, περίπου τρεις αιώνες αργότερα, καθώς τρίζουν τα πνευματικά και ηθικά θεμέλια στα οποία οικοδομήθηκε ο σύγχρονος κόσμος, οι μοντέρνοι διαφωτιστές κηρύττουν: “Δεν συμφωνώ με κάποια από όσα λες και θα εμποδίσω, ακόμα και με το τίμημα της ελευθερίας και της ζωής σου, το δικαίωμά σου ελεύθερα να λες όσα πρεσβεύεις”

Ο περίφημος “αντιρατσιστικός” νόμος 4285 αποτελεί τη θεσμική κατοχύρωση της παραπάνω διακήρυξης: "Με φυλάκιση τριών μηνών έως τριών ετών και χρηματική ποινή 5.000 - 20.000 € τιμωρείται όποιος προκαλεί, διεγείρει ή προτρέπει σε πράξεις ή ενέργειες που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος κατά προσώπου ή ομάδας προσώπων που προσδιορίζονται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική καταγωγή, τον γενετήσιο προσανατολισμό και τη σωματική ακεραιότητα. Οι πράξεις διώκονται αυτεπαγγέλτως".

Πρόκειται για μία νομική ακροβασία, που βρίθει από επιτηδευμένες νομικές ασάφειες, επιτρέποντας στον κάθε δικαστή την ελεύθερη ερμηνεία - ανάλογα με τις προσωπικές απόψεις του ή τις εντολές του πολιτικού προϊσταμένου του - για το τι συνιστά “πρόκληση” και “διέγερση”. Μ' αυτόν τον τρόπο, οι νομοθέτες επιχειρούν να καλύψουν ένα ανύπαρκτο νομικό κενό με ξεκάθαρο στόχο να διώξουν συγκεκριμένους ιδεολογικούς και πολιτικούς αντιπάλους, καλυπτόμενοι από ένα πέπλο νομιμότητας ίσου μεγέθους περίπου με το φύλο συκής του Αδάμ. 

Καταρχάς, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν πρόκειται περί νόμου αλλά περί ενός απολυταρχικού διατάγματος, που εισάγει για πρώτη φορά αδικήματα γνώμης και έκφρασης. Θεμελιώδης αρχή του δικαίου είναι ότι οι νόμοι εκφράζουν την πλειοψηφία του λαού και αποτελούν την έκφραση του άγραφου δικαίου, που αποδέχεται η κοινωνία ως δεδομένο ή ως σωστό. Είναι προφανές ότι αυτός ο “νόμος” έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την παράδοση της παρρησίας και της ελευθερίας που έχουμε ως λαός και είναι ξένος προς την ιστορία μας και την ελευθερία του λόγου, που όσες φορές και αν ποδοπατήθηκε ποτέ δεν έπαψε να θεωρείται αναπόσπαστο μέρος της ταυτότητάς μας και του χαρακτήρα του έθνους μας. Εξ όσων γνωρίζουμε, αυτό το διάταγμα υπαγορεύτηκε στο εξωτερικό, μεταφράστηκε και, μετά από ένα επικοινωνιακό σόου στα ΜΜΕ, προωθήθηκε και ψηφίστηκε - μετά από πολλές παλινωδίες - από το κοινοβούλιο, χωρίς να υπάρξει καμία λαϊκή απαίτηση, καμία ανάγκη και, κυρίως, χωρίς να υπάρχει κανένα προηγούμενο στο εθιμικό μας δίκαιο. 

Κάποιοι θα ισχυριστούν ότι όλα αυτά είναι υπερβολές και ότι ο νόμος που πέρασαν οι “πατέρες του έθνους” στο κοινοβούλιο είναι για να προστατέψουν την κοινωνική ειρήνη από τις “προσβλητικές ιδέες” και τα “κηρύγματα μίσους” των “ακραίων”, που μπορεί να οδηγήσουν στις διακρίσεις, στο μίσος ή ακόμα και στη βία. Κάποιοι, πάλι, μπορεί να θεωρήσουν ότι τραγικοποιούμε την κατάσταση. Αποδεικνύεται, όμως, ότι το διάταγμα που ψηφίστηκε από το ελλαδικό κοινοβούλιο είναι ένα τερατούργημα που καταργεί ένα από τα θεμελιωδέστερα δικαιώματα, αυτό της ελεύθερης έκφρασης, ανοίγοντας το δρόμο για περισσότερες καταχρηστικές απαγορεύσεις. 

Όσο βλακώδης και να είναι μία ιδέα πρέπει να αντιμετωπίζεται με σεβασμό ή με αδιαφορία, με αγάπη ή μίσος αλλά όχι με απαγορεύσεις. Τι θα προσέφερε, λόγου χάρη, η λογοκρισία ή η απαγόρευση της έκφρασης των, προσβλητικών και ανιστόρητων, απόψεων της Ρεπούση, του Λιάκου και των ομοίων τους, εκτός από τη μυθοποίησή τους; Τι θα προσέφερε η απαγόρευση της προκλητικά βέβηλης παράστασης του Corpus Christi του Τέρενς ΜακΝάλι ή ο ξεδιάντροπα βλάσφημος πίνακας του Τιερί ντε Κορντιέ, “Πότισε με” (εκσπερμάτωση πάνω σε ένα σταυρό) και τόσων άλλων μοντέρνων έργων “τέχνης”; Το ζήτημα είναι να υπάρξει η σωστή παιδεία και η πνευματική καλλιέργεια, ώστε τέτοιου είδους “ιδέες” και “καλλιτεχνήματα” να μην βρίσκουν πρόσφορο έδαφος και να απορρίπτονται από το σύνολο του λαού. Και όχι, φυσικά, να υπερπροβάλλονται ή να χρηματοδοτούνται από το δημόσιο. 

Από πότε, όμως, η αλήθεια, η ιστορική αναζήτησή της και η έρευνα ιστορικών γεγονότων μετατράπηκαν σε προσβλητικές ιδέες; Τι έχει να φοβηθεί η Ιστορία από μερικούς “ακραίους” και “περιθωριακούς” τύπους που ερευνούν και αμφισβητούν την κατεστημένη καταγραφή της; Δεν πρόκειται, μήπως, για ξεκάθαρη επιβολή δια της βίας και ποινικοποίηση της διαφορετικής άποψής, χωρίς να επιτρέπεται καν η εξέταση των γεγονότων και των αποδείξεων; Γιατί ορισμένες ιστορικές περίοδοι και συγκεκριμένα γεγονότα να παραμένουν ταμπού και να απαγορεύεται η επανεξέτασή τους και η ιστορική έρευνα; 

Μήπως, όμως, αυτά τα υποτιθέμενα “κηρύγματα μίσους” αύξησαν τη βία και την εγκληματικότητα κατά των “ευπαθών κοινωνικών ομάδων” τα τελευταία έτη και άρα συνιστούν ηθική αυτουργία στην πρόκληση εγκλημάτων; Εξ όσων γνωρίζουμε, όμως, και παρά την παθιασμένη προσπάθεια των ΜΚΟ και των ΜΜΕ να διαστρεβλώσουν την εικόνα, αυτά τα αποκαλούμενα “ρατσιστικά εγκλήματα” δεν αποτελούν παρά μία απειροελάχιστη σταγόνα στον ωκεανό της εγκληματικότητας, που εκτοξεύτηκε τα τελευταία είκοσι χρόνια. Η πραγματικότητα είναι πως οι Έλληνες αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία των θυμάτων εγκληματικών ενεργειών, ενώ οι “παράτυποι μετανάστες” - που ουδέποτε κατηγορούνται ως ρατσιστές – έχουν τον ρόλο του θύτη. Άρα, προς τι οι υποκριτικές κραυγές αγωνίας για την έξαρση “ρατσιστικής βίας”, που υφίσταται μόνο στα δελτία ειδήσεων; 

Είναι προφανές ότι, μέσω των ΜΜΕ, προβάλλεται μία εικονική πραγματικότητα για να δημιουργηθεί η κατάλληλη ψυχική κατάσταση ώστε να επιβληθεί η ομοιομορφία των πολιτικά ορθών απόψεων και να φιμωθούν οι φωνές που διαφωνούν μαζί τους και τολμούν να διαμαρτύρονται. Μετά από δεκαετίες εθνοαποδομητικής εκπαίδευσης, σπονσοραρισμένης τόσο από την κοσμοπολίτικη δεξιά όσο και από τη διεθνιστική αριστερά, μετά από συνεχείς επικοινωνιακές καταιγίδες “αντιρατσιστικής” προπαγάνδας, μαζική προβολή της αθρησκείας και του καταναλωτισμού ως τρόπου ζωής, όχι μόνο δεν έχει επέλθει η πλήρης εναρμόνιση με τις επιταγές της παγκοσμιοποίησης, αλλά η αντίδραση του κόσμου - έστω ενστικτώδης και αποσπασματική - είναι υπαρκτή. 

Μία από τις εκφράσεις αυτής της αντίδρασης είναι η ενίσχυση των εθνικιστικών κομμάτων και κινημάτων ανά την Ευρώπη. Προφανώς, η ποιότητα και οι θέσεις αυτών των σχηματισμών διαφέρουν. Η διατήρηση των εθνών ως ζωντανών οργανισμών, όμως, και η ανάκτηση της ευρωπαϊκής εθνοφυλετικής ταυτότητας αποτελούν τους βασικούς εχθρούς της παγκοσμιοποίησης και της νεωτερικότητας. Αποτελούν τη μοναδική μορφή αντίστασης σε έναν κόσμο όπου κάθε διαφορετικότητα πρέπει να ισοπεδωθεί, κάθε χρώμα και φυλή πρέπει να αναμιχθούν, κάθε λογική φωνή πρέπει να πάψει, κάθε παράδοση πρέπει να ξεχαστεί, κάθε διαφορετική θρησκεία πρέπει να ομογενοποιηθεί, κάθε εθνικό κράτος πρέπει να μπασταρδευτεί, κάθε οικονομία πρέπει να εξαρτάται από τους νόμους της αγοράς, κάθε απόκλιση από την χυλώδη ομοιομορφία πρέπει να υποταχθεί, κάθε τι διαφορετικό και μοναδικό θεωρείται επικίνδυνο και πρέπει να εξαφανιστεί. 

Ας μην έχουμε αυταπάτες, λοιπόν, αυτός ο νόμος δεν είναι παρά η αρχή. Εξάλλου, και σε αρκετές άλλες χώρες της Ε.Ε. ισχύουν παρόμοιοι νόμοι, εξίσου ή και περισσότερο ανελεύθεροι και παράλογοι. Το ζητούμενο, πλέον, για όλους αυτούς που δραστηριοποιούνται πολιτικά, συλλογικά ή ατομικά, και εκφράζουν λόγο ενάντια στην παγκοσμιοποίηση και τη νεωτερικότητα είναι η πλήρης αντίληψη της κατάστασης και η προσαρμογή του λόγου και της δράσης σ' αυτήν, όχι με τη μορφή εκπτώσεων ή “μεταλλάξεων” αλλά με την απαραίτητη ποιοτική αναβάθμιση. Επίσης, ίσως αυτή η συγκυρία λειτουργήσει ευεργετικά καθιστώντας σαφές πως η αλληλεγγύη, σε αντιδιαστολή με τις έριδες και την προσωπική ματαιοδοξία, αποτελεί το μοναδικό εφόδιο που θα αποτρέψει τη φίμωση. Τέλος, είναι ιδιαίτερα σημαντικό, ακόμα και χωρίς καμία προοπτική ανάκλησης του νόμου, το να ενταθεί η προσπάθεια κατάδειξης της αντισυνταγματικότητας και της ανελεύθερης φύσης του, ώστε αυτές να κατανοηθούν από όσο περισσότερο κόσμο είναι εφικτό. 

Κλείνοντας, θα αναφερθούμε πάλι στον Βολταίρο παραθέτοντας μία φράση που ταιριάζει με την ουσία του περιεχομένου του νόμου 4285: “Για να μάθεις ποιος πραγματικά ασκεί εξουσία πάνω σου, απλά βρες ποιον δεν επιτρέπεται να κριτικάρεις”

του Ι. Χ.

Ταυτότητα

Αρχείο

Δημοφιλείς Αναρτήσεις

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -