Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της 18ης Σεπτεμβρίου, σχετικά με την ανεξαρτησία της Σκωτίας από το Ηνωμένο Βασίλειο, έφερε την ξεκάθαρη, αλλά σε καμία περίπτωση άνετη, επικράτηση των δυνάμεων που επιθυμούν τη συνέχιση της υφιστάμενης πολιτικής κατάστασης, πυροδοτώντας, όμως, μία έντονη συζήτηση επί μίας σειράς προβληματισμών, στους οποίους θα αναφερθούμε αναλυτικότερα. 

Ιστορικά, το Ηνωμένο Βασίλειο προέκυψε από την ένωση των Βασιλείων της Σκωτίας και της Αγγλίας το 1707, μετά από μία σειρά αιματηρών πολέμων που διήρκεσαν το μεγαλύτερο μέρος του 14ου αιώνα, ενώνοντας δύο ευρωπαϊκά φύλα με διακριτές διαφορές στην καταγωγή, την ιστορία, τον πολιτισμό, την παράδοση και τη συνείδηση. Η πολιτειακή ένωση επηρέασε σημαντικά τη Σκωτία, βελτιώνοντας αισθητά το βιωτικό επίπεδο στη χώρα και καθιστώντας την ένα από τα εμπορικά, πνευματικά και βιομηχανικά κέντρα της Ευρώπης του 18ου αιώνα, κατά τη διάρκεια της Βιομηχανικής Επανάστασης και του Σκωτσέζικου Διαφωτισμού. Και η συνεισφορά της Σκωτίας στο Ηνωμένο Βασίλειο, όμως, είναι εξίσου σημαντική λόγω των φυσικών πόρων, της στρατιωτικής παράδοσης και της πνευματικής κληρονομιάς. Μπορούμε, λοιπόν, να καταλήξουμε με σιγουριά ότι χωρίς την ένωση των δύο Βασιλείων, η Βρετανική Αυτοκρατορία δεν θα είχε υπάρξει ποτέ και η ιστορία θα είχε εξελιχθεί πολύ διαφορετικά. 

Παρά την κοινή πορεία αιώνων, τις κοινές φυλετικές ευρωπαϊκές ρίζες και τις αναπόφευκτες προσμείξεις, οι κέλτικης καταγωγής Σκωτσέζοι έχουν καταφέρει να διατηρήσουν αλώβητη την εθνοτική διαφορετικότητά τους και να ξεχωρίζουν από τους γερμανικής καταγωγής Αγγλοσάξωνες. Η ανάγκη για την πολιτική έκφραση αυτής της διαφορετικότητας εκφράστηκε από το 45% ενός εκλογικού σώματος 4,3 εκατομμυρίων πολιτών - της Βρετανικής Κοινοπολιτείας και με διαβατήριο της Ε.Ε. - ηλικίας από δεκαέξι ετών και πάνω. Αυτή η, ξεκάθαρη μεν, διαφορά του 10% αφορά επί της ουσίας λιγότερες από τετρακόσιες χιλιάδες ψήφους, οι οποίες αν αναλυθούν σε επίπεδο ανθρωπογεωγραφίας με ηλικιακά κριτήρια και με βάση το τι ψήφισαν οι κοινότητες των μεταναστών, καθώς και αν ληφθούν υπόψη οι καταγγελίες που εκφράστηκαν από Ρώσους παρατηρητές για υποψίες νοθείας, τότε το αποτέλεσμα μπορεί να έχει και άλλη ανάγνωση.
  

Ειδικότερα, στο θέμα της ψήφου των ηλικιακών ομάδων, παρατηρείται ότι υπέρ της ανεξαρτησίας τάχθηκαν όλες οι ηλικιακές ομάδες μέχρι πενήντα τεσσάρων ετών (με ποσοστό 71% στους δεκαεξάχρονους), ενώ κατά της ανεξαρτησίας τάχθηκαν οι μεγαλύτερης ηλικίας (με ποσοστό 63% στις ηλικίες των εξηνταπεντάρηδων και πάνω). Αυτό το γεγονός έχει ιδιαίτερη αξία και για τον λόγο ότι το ζήτημα της ανεξαρτησίας της Σκωτίας φαίνεται να μην έχει κλείσει εντελώς και να έχει μέλλον, αλλά και επειδή τα οικονομικά κριτήρια της απόφασης φαίνεται να έπαιξαν τον κυριότερο ρόλο. Αυτός είναι και ο πρώτος προβληματισμός που προκύπτει από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, δηλαδή το κατά πόσο οι υποσχέσεις για οικονομική ασφάλεια μπορούν να υπερνικήσουν το πατριωτικό αίσθημα, την ανάγκη για αυτοδιάθεση και την εθνική αξιοπρέπεια. 

Είναι γεγονός το ότι η εκστρατεία για την άρνηση της ανεξαρτησίας βασίστηκε κατά κύριο λόγο στην καταστροφολογία, η οποία έφτασε στο επίπεδο του εκβιασμού από τα ΜΜΕ και το τραπεζικό σύστημα. Οι συζητήσεις για τη νομισματική σταθερότητα, για το ενδεχόμενο της αποχώρησης των μεγάλων επιχειρήσεων από τη Σκωτία, για τους δασμούς στα σκωτσέζικα προϊόντα και για τη δυνατότητα πληρωμών των συντάξεων – αν και βάσιμες - μονοπώλησαν την επιχειρηματολογία για τη διατήρηση του status quo, φανερώνοντας την αδυναμία προβολής ενός θετικού οράματος σχετικά με τη “βρετανικότητα” της Σκωτίας, από τους τεχνοκράτες του Λονδίνου. Από την άλλη μεριά, όμως, το – κατ' όνομα - Εθνικό Κόμμα της Σκωτίας, το οποίο αποτελείται επί το πλείστον από φιλελεύθερους - “εργατικούς”, αναλώθηκε επίσης στην παροχολογία και στην προβολή του οράματος ενός σκανδιναβικού μοντέλου προνοιακού κράτους, πέφτοντας έτσι στην παγίδα της οικονομίστικης επιχειρηματολογίας και αποτυγχάνοντας να απευθυνθεί στη σκωτσέζικη συλλογική συνείδηση. Ως εκ τούτου, το συγκεκριμένο αποτέλεσμα ήρθε περίπου φυσιολογικά, καθώς επικράτησε τελικά η αντίληψη ότι η επιλογή του δημοψηφίσματος ήταν μεταξύ δύο παρόμοιων φιλελεύθερων πολιτικών: Μεταξύ της ελεύθερης αγοράς του City των χρηματιστών και των τραπεζιτών και ενός, κατ' επίφαση σκωτσέζικου, κακέκτυπου. 

Άρα, λοιπόν, παρά το ότι ένα μεγάλο ποσοστό του εκλογικού σώματος εξέφρασε τη βούληση για ανεξαρτησία, έστω ως ενστικτώδη έκφραση πατριωτικού ενθουσιασμού ή ακόμα και ως σωβινιστική αντίδραση, η απουσία μίας υπεύθυνης πολιτικής δύναμης η οποία θα έθετε το ζήτημα της ανεξαρτησίας στις ορθές διαστάσεις της εθνικής αυτοδιάθεσης, της επανάκτησης της εθνικής ταυτότητας και της προβολής μίας νέας προσέγγισης των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων, έπαιξε καταλυτικό ρόλο στο να χαθεί μία ευκαιρία για μερικές ακόμα γενιές Σκωτσέζων να ζήσουν σε ένα ανεξάρτητο κράτος. Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι να κατανοήσουμε πως ένας τέτοιος νέος τρόπος σκέψης και προσέγγισης της ζωής οικοδομείται σταδιακά και δεν προκύπτει από τη μία στιγμή στην άλλη, ούτε εμφανίζεται ως δια μαγείας όταν το απαιτούν οι περιστάσεις. 

Εθνικισμός και πανευρωπαϊκή συνείδηση 

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η αποδυνάμωση του αποστασιοποιημένου και υπονομευτικού αγγλικού παράγοντα είναι πάντοτε καλοδεχούμενη, έστω και γι' αυτή την Ε.Ε. Ενδεχόμενη απόσχιση της Σκωτίας θα σήμαινε αυτόματη μείωση της επιρροής της Αγγλίας και κατά συνέπεια του αμερικανικού παράγοντα. Προφανώς και δεν θα έλυνε τα προβλήματα της ευρωζώνης, ούτε θα προσέφερε κάτι το διαφορετικό στις φιλελεύθερες πολιτικές της Ένωσης. Θα παρουσίαζε, όμως, ένα νέο αξιόπιστο εν δυνάμει μέλος, τοποθετημένο στην περιφέρεια της ηπείρου, με τις δικές του ανάγκες, τις δικές του διαπραγματευτικές ικανότητες, αλλά και τη δική του συνεισφορά. Από αυτή τη σκοπιά, η μη ανεξαρτητοποίηση της Σκωτίας αποτέλεσε μία χαμένη ευκαιρία για την Ευρώπη. Σίγουρα όχι για την Ευρώπη των τραπεζών και των πολυεθνικών, αλλά για μία νέα Ευρώπη των εθνών. 

Σ' αυτό το σημείο αναδεικνύεται και ένας δεύτερος προβληματισμός σχετικά με το κατά πόσο ο εθνικισμός υπονομεύει την πανευρωπαϊκή συνείδηση των Ευρωπαίων. Εννοώντας, πάντα, έναν εθνικισμό με συναίσθηση της βιολογικής πραγματικότητας, ο οποίος είναι σε θέση να εκτιμήσει και να σεβαστεί τις κοινές ευρωπαϊκές ρίζες, αλλά και να αντιληφθεί ότι στο σύγχρονο γίγνεσθαι η φυσική επιβίωση της Ευρώπης περνάει μέσα από την ειλικρινή συνεργασία των εθνών που την απαρτίζουν, η απάντηση είναι πως όχι μόνο δεν υπονομεύει την πανευρωπαϊκή συνείδηση αλλά, αντιθέτως, προωθεί τις αξίες της. 

Η εθνική αυτοδιάθεση δεν αποκλείει τη διεθνή συνεργασία. Τα ανεξάρτητα ευρωπαϊκά έθνη είναι σε θέση να αντιληφθούν καλύτερα τους κοινούς εχθρούς και να θέσουν κοινούς στόχους έχοντας ξεπεράσει τις μεταξύ τους διαμάχες. Η πανευρωπαϊκή συνείδηση δεν έχει να κάνει με την ομογενοποίηση των ευρωπαϊκών εθνών και τη δημιουργία αποικιακών κοινωνιών τύπου Ηνωμένων Πολιτειών, όπως συμβαίνει με την Ε.Ε., αλλά με τη διατήρηση των ξεχωριστών εθνικών ταυτοτήτων και τη συνεργασία. Ως εκ τούτου, ο εθνικισμός όχι μόνο δεν είναι διαλυτικός για την Ευρώπη, αλλά λειτουργεί ενωτικά και συνεκτικά σε μία τελείως διαφορετική βάση από αυτή της ένωσης κάτω από τα δεσμά της ελεύθερης αγοράς και του φιλελευθερισμού. 

Τέλος, το δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της Σκωτίας ανοίγει φυσιολογικά και μία σειρά άλλων εκκρεμών ζητημάτων. Από τη Βασκωνία μέχρι την Καταλονία και από την Κορσική μέχρι τη Θράκη υπάρχουν δυνάμεις που, δικαίως ή μη, επιζητούν απόσχιση και ανεξαρτησία. Προφανώς, κάθε περίπτωση είναι διαφορετική και έχει άλλες ιστορικές, εθνοτικές και κοινωνικές παραμέτρους. Το γεγονός ότι ο τουρκικός παράγοντας ασκεί επιρροή στη μειονότητα της Θράκης είναι ένα θέμα που πρέπει να απασχολήσει σοβαρά την κεντρική πολιτική του τόπου και να λάβει επιτέλους τα μηνύματα πριν οδηγηθούμε σε μη αναστρέψιμες καταστάσεις. Μία ενδεχόμενη κλιμάκωση της κατάστασης στη Θράκη, όμως, θα είναι καθαρά το αποτέλεσμα προδοτικά αδέξιων πολιτικών και δεν αλλάζει τη γενική αρχή: 

Η εθνική ταυτότητα αποτελεί βασικό κομμάτι της συνολικής ταυτότητας του ατόμου και η καταπίεσή της παραβιάζει τον πυρήνα της διαφορετικότητάς του. Οι λαοί είναι διαφορετικοί επειδή έχουν διαφορετική καταγωγή, διαφορετικές ιστορίες, διαφορετικούς πολιτισμούς, διαφορετικές συνειδήσεις. Όταν διαφορετικοί λαοί αναγκάζονται να μοιράζονται το ίδιο σύστημα διακυβέρνησης, μέσα σε μία πολυπολιτισμική κοινωνία, αυτή η κατάσταση γεννά δυσαρέσκεια που μπορεί να οδηγήσει σε συγκρούσεις και βία. Αντιθέτως, μία εθνικά ομοιογενής κοινωνία μπορεί να προωθήσει την ευημερία της λαϊκής κοινότητας. 

Η αποτυχία του δημοψηφίσματος για την ανεξαρτησία της Σκωτίας αποτέλεσε μία χαμένη ευκαιρία και για τη Σκωτία και για την Ευρώπη γενικότερα. Μία ευκαιρία η οποία δεν αποτιμάται με στενά οικονομικά κριτήρια αλλά έχει να κάνει με την αυτοδιάθεση, την αξιοπρέπεια και την αλλαγή των γεωπολιτικών ζωνών επιρροής. Ίσως, μάλιστα, ακριβώς αυτή η αλλαγή των κριτηρίων στον τρόπο σκέψης και λήψης αποφάσεων των ανθρώπων να είναι το ζητούμενο για μία συνολικότερη αλλαγή. 

Πληροφορίες και προτεινόμενα κείμενα πάνω στο θέμα: 

του Χρήστου Καρανικόπουλου

Ταυτότητα

Αρχείο

Δημοφιλείς Αναρτήσεις

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -