Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014


Το βασίλειο της Γαλλίας δημιουργήθηκε και επεκτάθηκε εις βάρος της Αυτοκρατορίας κατά τον 13ο και τον 14ο αιώνα, με τον Φίλιππο Β' – (βλ. Μάχη του Μπουβίν, 1214) και τον Φίλιππο Δ' τον Ωραίο (Agnani, 1303). Ήδη, από το 1204, ο Πάπας Ιννοκέντιος ο Γ' δήλωσε ότι “είναι δημοσίως γνωστό ότι ο βασιλιάς της Γαλλίας δεν αναγνωρίζει καμία εξουσία πάνω από αυτόν στην κοσμική βασιλεία του”. Ακριβώς όπως ο θρύλος των Τρώων ήταν ενορχηστρωμένος, ένα ολόκληρο έργο ιδεολογικής νομιμοποίησης επέτρεπε στην αυτοκρατορία να αντιτίθεται στην αρχή της κυριαρχίας των εθνικών βασιλείων και στο δικαίωμά τους να μην αναγνωρίζουν κανένα νόμο εκτός από το δικό τους συμφέρον. Ο ρόλος των νομικών, τον οποίο τόνισε ο Carl Schmitt, ήταν θεμελιώδους σημασίας. Ήταν εκείνοι που διατύπωσαν, στα μέσα του 13ου αιώνα, το δόγμα σύμφωνα με το οποίο “ο βασιλιάς της Γαλλίας, που δεν αναγνωρίζει κανέναν πάνω από αυτόν στην κοσμική βασιλεία του, εξαιρείται από την αυτοκρατορία και μπορεί να θεωρηθεί ως princeps in regno suo – πρίγκηπας στο βασίλειό του”. Αυτό το δόγμα αναπτύχθηκε περαιτέρω τον 14ο και 15ο αιώνα με τους Pierre Dubois και Guillaume de Nogaret. Με την αυτοανακήρυξή του σε “αυτοκράτορα στο δικό του βασίλειο” ο βασιλιάς έφερνε σε αντίθεση την εδαφική κυριαρχία του στην πνευματική κυριαρχία της αυτοκρατορίας - η καθαρά κοσμική εξουσία του αντιτάχθηκε στην αυτοκρατορική πνευματική δύναμη. Παράλληλα, οι νομικοί επικεντρώθηκαν ενάντια στο τοπικό Δίκαιο και στη φεουδαρχική αριστοκρατία. Ίδρυσαν μία νομική τάξη, με αστικό χαρακτήρα, στην οποία ο νόμος - σχεδιασμένος ως γενικός κανόνας με ορθολογικά χαρακτηριστικά – αποτέλεσε τη βάση μιας καθαρά κρατικιστικής εξουσίας. Ο νόμος μετατράπηκε σε απλή νομιμότητα κωδικοποιημένη από το κράτος. Τον 16ο αιώνα, ο τύπος του βασιλιά ως “αυτοκράτορα στο δικό του βασίλειο” ήταν άμεσα συνδεδεμένος με την ιδέα της κυριαρχίας, τη θεωρία της οποίας διαμόρφωσε ο Jean Bodin. Ο Schmitt παρατηρεί ότι η Γαλλία ήταν η πρώτη χώρα στον κόσμο που δημιούργησε μία δημόσια τάξη πλήρως απελευθερωμένη από το μεσαιωνικό μοντέλο. 

Το τι συνέβη στη συνέχεια είναι γνωστό. Η Γαλλία χαρακτηρίστηκε από τον απόλυτο συγκεντρωτισμό και την άνοδο της αστικής τάξης. Όταν ο Λουδοβίκος ο 14ος είπε “το κράτος είμαι εγώ”, εννοούσε ότι δεν υπήρχε τίποτα πάνω από το κράτος. Το κράτος δημιουργεί το έθνος, το οποίο με τη σειρά του “παράγει” το γαλλικό λαό, ενώ στη σύγχρονη εποχή και σε χώρες με αυτοκρατορική παράδοση, οι λαοί δημιουργούν το έθνος, το οποίο στη συνέχεια δημιουργεί το κράτος. Οι δύο αυτές ιστορικές διαδικασίες δημιουργίας είναι εντελώς αντίθετες και αυτή η αντίθεση έχει τη βάση της στις διαφορές μεταξύ του έθνους και της αυτοκρατορίας. Όπως έχει συχνά επισημανθεί, η ιστορία της Γαλλίας υπήρξε μία διαρκής πάλη ενάντια στην αυτοκρατορία. Οι κοσμικές πολιτικές της γαλλικής μοναρχίας είχαν ως στόχο, κυρίως, τη διάλυση των γερμανικών και ιταλικών εδαφών. Και μετά το 1792, η Δημοκρατία είχε τους ίδιους σκοπούς: Τον αγώνα ενάντια στον οίκο της Αυστρίας και την κατάκτηση του Ρήνου. 

Η αντίθεση ανάμεσα στην πνευματική αρχή και την εδαφική ισχύ δεν είναι η μόνη. Μία άλλη βασική διαφορά είναι αυτή που αφορά τον τρόπο με τον οποίο η αυτοκρατορία και το έθνος αντιλαμβάνονται την πολιτική ενότητα. Η ενότητα της αυτοκρατορίας δεν είναι μηχανική, αλλά οργανική, κάτι που πηγαίνει πέρα από το κράτος. Στο βαθμό στον οποίο ενσαρκώνει μία αρχή, η αυτοκρατορία προβλέπει την ενότητα μόνο για το επίπεδο της εν λόγω αρχής. Όταν το έθνος γεννά τη δική του κουλτούρα ή βρίσκει στήριξη στον πολιτισμό κατά τη διαδικασία του σχηματισμού του, η αυτοκρατορία αγκαλιάζει διάφορους πολιτισμούς. Όταν το έθνος προσπαθεί να αντιστοιχίσει το λαό με το κράτος, η αυτοκρατορία συνδέει διαφορετικούς λαούς. 

Η αρχή της αυτοκρατορίας προσπαθεί να συμφιλιώσει το ένα με τα πολλά, το συγκεκριμένο με το γενικό. Το Δίκαιό της είναι αυτό της αυτονομίας και ο σεβασμός της διαφορετικότητας. Η αυτοκρατορία προσπαθεί να ενοποιήσει σε ένα υψηλότερο επίπεδο, χωρίς την καταστολή της ποικιλομορφίας των πολιτισμών, των εθνοτικών χαρακτηριστικών και των λαών. Πρόκειται για ένα σύνολο του οποίου τα μέρη είναι αυτόνομα ανάλογα με τη σταθερότητα αυτού που τους ενώνει. Αυτά τα μέρη είναι διαφοροποιημένα και οργανικά. Σε αντίθεση με τα ενιαία και συγκεντρωτικά societas του εθνικού βασιλείου, η αυτοκρατορία ενσαρκώνει την εικόνα των universitas (1). Ο Moeller van den Bruck δικαίως θεώρησε την αυτοκρατορία ως ενότητα των αντιθέτων, ενώ Evola την όρισε ως “έναν υπερεθνικό οργανισμό που η ενότητά του δεν τείνει να τον καταστρέψει ή να ισοπεδώσει την εθνική και πολιτισμική πολλαπλότητα που αγκαλιάζει”, προσθέτοντας ότι η αυτοκρατορική αρχή καθιστά δυνατό το “να υποχωρήσει από την πολλαπλότητα των διαφορετικών στοιχείων σε μία αρχή η οποία είναι ταυτόχρονα και υψηλότερη και προγενέστερη από την διαφοροποίηση τους - μια διαφοροποίηση η οποία προέρχεται μόνο από τη λογική πραγματικότητα”. Γι 'αυτό, δεν είναι ζήτημα εξάλειψης αλλά ενσωμάτωσης των διαφορών. 

Στο ζενίθ της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η Ρώμη ήταν μία ιδέα, μία αρχή, η οποία κατάφερε να ενώσει διαφορετικούς λαούς, χωρίς τον προσηλυτισμό ή την καταστολή τους. Η αρχή του imperium αντανακλούσε τη βούληση για τη συγκράτηση μίας κοσμικής τάξης που βρίσκονταν πάντα σε απειλή. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν χρειαζόταν ζηλόφθονες θεούς. Επέτρεπε άλλες θεότητες, γνωστές ή άγνωστες, και το ίδιο συνέβαινε και με την πολιτική τάξη. Η Αυτοκρατορία αποδέχονταν ξένες λατρείες και την ποικιλομορφία των νομικών συστημάτων. Κάθε λαός ήταν ελεύθερος να ακολουθεί την παραδοσιακή του έννοια του δικαίου. Το ρωμαϊκό Δίκαιο επικρατούσε μόνο στις σχέσεις ανάμεσα σε άτομα διαφορετικών λαών και στις σχέσεις μεταξύ των ομοσπονδιών. Κάποιος θα μπορούσε να είναι Ρωμαίος πολίτης (civis romanus sum) χωρίς να εγκαταλείπει την εθνικότητά του. 

Η διάκριση αυτή - ξένη προς το πνεύμα του έθνους - ανάμεσα σε αυτό που σήμερα ονομάζεται ιθαγένεια και υπηκοότητα μπορεί να βρεθεί στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους. Το μεσαιωνικό Ράιχ, ένας υπερεθνικός οργανισμός (ο οποίος διαπνέονταν από μία αρχή πέρα από την πολιτική τάξη), ήταν θεμελιωδώς πλουραλιστικό. Επέτρεπε στους ανθρώπους να ζήσουν τη ζωή τους σύμφωνα με τη δική τους νομοθεσία. Στη σύγχρονη γλώσσα θα χαρακτηριζόταν ως “φεντεραλισμός” και ήταν σε θέση να σέβεται τις μειονότητες. Εξάλλου, η Αυστρο-Ουγγρική αυτοκρατορία λειτουργούσε αποτελεσματικά για αιώνες, καθώς οι μειονότητες άρχισαν να αποτελούν το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού (60% του συνόλου). Συγκέντρωσε Ιταλούς και Ρουμάνους, καθώς και Εβραίους, Σέρβους, Ρώσους, Γερμανούς, Πολωνούς, Τσέχους, Κροάτες και Ούγγρους. Ο Jean Branger γράφει ότι “οι Αψβούργοι ήταν πάντα αδιάφοροι με την έννοια του έθνους – κράτους, στο σημείο που η αυτοκρατορία, η οποία ιδρύθηκε από οίκο της Αυστρίας, για πολλούς αιώνες δεν δημιούργησε ένα Αυστριακό έθνος, το οποίο πήρε σάρκα και οστά μόλις τον 20ο αιώνα”

Αντιθέτως, αυτό που χαρακτηρίζει το έθνος είναι η ακαταμάχητη τάση του για συγκεντρωτισμό και ομογενοποίηση. Η επένδυση του έθνους - κράτους στο χώρο αποκαλύπτεται στο έδαφος στο οποίο ασκεί μία ομοιογενή πολιτική κυριαρχία. Αυτή η ομοιογένεια αρχικά συλλαμβάνεται από το Δίκαιο: Η εδαφική ενότητα είναι αποτέλεσμα της ομοιομορφίας των νομικών κανόνων. Ο κοσμικός αγώνας της μοναρχίας ενάντια στη φεουδαρχική αριστοκρατία - ειδικά από τον Λουδοβίκο τον 14ο - ο αφανισμός των πολιτών των χωρών όπου ομιλούνταν η Οξιτανική γλώσσα, η αρχή του συγκεντρωτισμού του Ρισελιέ, όλα έτειναν προς την ίδια κατεύθυνση. Σ' αυτό το πλαίσιο, ο 14ος και 15ος αιώνας σηματοδότησαν μία θεμελιώδη αλλαγή. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου το κράτος αναδείχθηκε νικητής ενάντια στις φεουδαρχικές αριστοκρατίες και εξασφάλισε τη συμμαχία του με την αστική τάξη, ενώ, ταυτόχρονα, ένα κεντρικό νομικό σύστημα τέθηκε σε εφαρμογή. Την ίδια στιγμή εμφανίστηκε η “εθνική” οικονομική αγορά. Χάρη στη νομισματοποίηση όλων των ειδών συναλλαγής (μη εμπορικές, ενδοκοινοτικές ανταλλαγές) το κράτος μεγιστοποίησε τα φορολογικά του έσοδα. Όπως εξηγεί ο Pierre Rosanvallon: “Το έθνος - κράτος είναι ένας τρόπος σύνθεσης και διάρθρωσης του παγκόσμιου χώρου. Κατά τον ίδιο τρόπο, η αγορά είναι κυρίως ένας τρόπος εκπροσώπησης και διάρθρωσης του κοινωνικού χώρου, ενώ, μόνο δευτερευόντως είναι ένας αποκεντρωμένος μηχανισμός για τη ρύθμιση της οικονομικής δραστηριότητας μέσω του συστήματος των τιμών. Από αυτή την άποψη, το έθνος - κράτος και η αγορά αναφέρονται στην ίδια μορφή της κοινωνικοποίησης των ατόμων μέσα στο χώρο. Γίνονται κατανοητά μόνο σε μία κονιορτοποιημένη κοινωνία στην οποία το άτομο θεωρείται αυτόνομο. Σε αμφότερες τις κοινωνιολογικές και οικονομικές έννοιες αυτών των όρων, ένα έθνος - κράτος και μία αγορά δεν μπορούν να υπάρξουν σε χώρους όπου η κοινωνία αποκαλύπτεται ως μία παγκόσμια οντότητα”

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η μοναρχική απολυταρχία άνοιξε το δρόμο για τις αστικές εθνικές επαναστάσεις. Αφότου ο Λουδοβίκος ο 14ος είχε διαλύσει τις τελευταίες αντιστάσεις της αριστοκρατίας, η επανάσταση ήταν αναπόφευκτη και η αστική τάξη θα μπορούσε με τη σειρά της να κερδίσει την αυτονομία της. Όμως, επίσης, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι από πολλές απόψεις η επανάσταση απλώς επιτάχυνε τις τάσεις του Παλαιού Καθεστώτος. Έτσι ο Ντε Τοκβίλ έγραψε: “H Γαλλική Επανάσταση στην πραγματικότητα ανέπτυξε μόνο τον πυρήνα πιο σημαντικών πραγμάτων, που υπήρξαν πριν από αυτή... Με τη Γαλλική Επανάσταση η κεντρική εξουσία είχε ήδη αναλάβει την τοπική διοίκηση περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο. Η επανάσταση έκανε μόνο αυτή τη διοίκηση πιο επιδέξια, ισχυρή και επιχειρηματική”

Σημειώσεις: 
(1) Στο Ρωμαϊκό Δίκαιο ο όρος societas αναφέρεται σε ένα συλλογικό σώμα στο οποίο τα μέλη παραμένουν διακριτά, ενώ ο όρος universitas αναφέρεται σε ένα συλλογικό σώμα αυθύπαρκτο. 

Μετάφραση, για το Ιδεάπολις, του Ι.Α.Κ.

Ταυτότητα

Αρχείο

Δημοφιλείς Αναρτήσεις

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -