Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

Όταν οι αλαλαγμοί των γενιτσάρων γέμιζαν την Πόλη και το αίμα των τελευταίων υπερασπιστών πότιζε το έδαφος της πρωτεύουσας της Αυτοκρατορίας, ήταν το τέλος ενός φάρου που διέσωσε και μετέδωσε τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, ξεκινώντας από τις πόλεις - κράτη της αρχαίας Ελλάδος, πέταξε σε ανατολή και δύση με τις φάλαγγες του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τις λεγεώνες της Ρώμης, και για πάνω από χίλια χρόνια, στο σημείο ένωσης Ευρώπης και Ασίας - τα στενά του Βοσπόρου - αποτελούσε το κόσμημα της οικουμένης. Σκιά πια του πρότερου εαυτού της, η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία είχε περιοριστεί στην Κωνσταντινούπολη και στη μισή Πελοπόννησο, παλεύοντας να επιβιώσει απέναντι στην επερχόμενη πλημμυρίδα των Οθωμανών. Σημείο καμπής ήταν η πρώτη άλωση της Πόλης (σχεδόν παραγνωρισμένη σήμερα) από τους Σταυροφόρους, το 1204, όταν οι ορδές των συμμετεχόντων στην 4η Σταυροφορία αποφάσισαν να μην παραμείνουν πιόνια στις εσωτερικές έριδες των παρηκμασμένων Βυζαντινών, αλλά να αδράξουν την ευκαιρία και να διεκδικήσουν με τα ξίφη τους τα μυθικά πλούτη της “Ανατολής”. Η φλόγα, όμως, της αναγέννησης, που μόλις ξεκινούσε, δεν μπορούσε να σβήσει τόσο εύκολα, ούτε το αυτοκρατορικό ιδεώδες να περάσει χωρίς αντίσταση στα χέρια των “αιρετικών”. 

Ένα από τα συνοριακά Θέματα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν το Θέμα της Χερσονήσου, που περιελάμβανε τις βυζαντινές κτήσεις της Κριμαίας - της αρχαίας Ταυρίδας. Χώρος προνομιακής δράσης των Ελλήνων από τις εποχές του δεύτερου εποικισμού, πεδίο αλληλεπίδρασης με τους κατοίκους των στεπών, το τελευταίο ελληνιστικό βασίλειο που πέρασε στα χέρια των Ρωμαίων, ήταν μια πλούσια επαρχία λόγω του εμπορίου με τους κατοίκους της ενδοχώρας. Από εκεί ξεκίνησε, άλλωστε, και ο Ιουστινιανός Β’ ο Ρινότμητος την πορεία επανόδου του στον αυτοκρατορικό θρόνο, μετά την εξορία του στο Θέμα της Χερσώνας. Ειδικότερα, μετά τον εκχριστιανισμό του βασιλείου των Ρως και την ανάπτυξη απρόσκοπτων εμπορικών σχέσεων με τους βόρειους γείτονες, το Θέμα αποτελούσε μία πηγή εσόδων για τον Αυτοκρατορικό Θρόνο. 

Οι Γαβράδες στην Κριμαία 

Ο 12ος αιώνας ήταν μία εποχή καμπής για την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Μετά τη μάχη του Ματζικέρτ και την καταστροφή στο Μυριοκέφαλο, περίπου εκατό χρόνια αργότερα, η ενδοχώρα της Μικράς Ασίας είχε σχεδόν χαθεί για τους Βυζαντινούς, απομονώνοντας περιοχές όπως το Θέμα της Χαλδίας, που περιελάμβανε τις περιοχές του Πόντου. Λίγο πριν την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1204, η οικογένεια των Κομνηνών, που κατείχε τον αυτοκρατορικό θρόνο πριν τους Αγγέλους, εκμεταλλεύτηκε το ήδη υπάρχον ρεύμα της περιοχής για ανεξαρτησία από την Κωνσταντινούπολη και με την βοήθεια της βασίλισσας της Γεωργίας Θαμάρ (που ήταν θεία τους), κατέλαβαν την Τραπεζούντα και ίδρυσαν ανεξάρτητο κράτος. Μία από τις σπουδαίες οικογένειες της περιοχής ήταν και η οικογένεια των Γαβράδων, που κυβερνούσε την πόλη Άρτα. Εξέχον μέλος της οικογένειας ήταν και ο Θεόδωρος Γαβράς, που πολέμησε στο Ματζικέρτ, κατόρθωσε να ανακαταλάβει απολεσθέντα βυζαντινά εδάφη στην Κριμαία και πέρασε τη ζωή του πολεμώντας Σελτζούκους και Γεωργιανούς, μέχρι το μαρτυρικό του τέλος στο Ερζερούμ, μετά την αιχμαλωσία του από Τουρκομάνους και την άρνησή του να αλλαξοπιστήσει, κάτι που οδήγησε και στην αγιοποίησή του από την Εκκλησία. Οι απόγονοί του, προς τιμήν του, ονομάστηκαν πια Θεόδωροι και με το όνομα αυτό κυβέρνησαν μετά την πτώση του 1204 το αυτόνομο, ημιανεξάρτητο πριγκιπάτο των Θεοδώρων στην αποκαλούμενη από τους Βυζαντινούς Περατεία, δηλαδή στα υπό βυζαντινό έλεγχο εδάφη της Κριμαίας, όντας σε στενή σχέση με την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας. 

Τριάντα χιλιόμετρα από τη σημερινή Σεβαστούπολη και δεκαπέντε από τη Χερσώνα, δεσπόζει το όρος Μαγκούπ. Εκεί, ο Θεόδωρος Β’ Γαβράς, οχύρωσε το κάστρο του Αγίου Θεοδώρου και το μετέτρεψε σε οικονομικό και διοικητικό κέντρο του Πριγκιπάτου. Με επίσημη γλώσσα τα ελληνικά και συνδετικό κρίκο την Ορθοδοξία, ο πληθυσμός του Πριγκιπάτου αποτελούνταν από Έλληνες, Γότθους, Αλανούς, Βούλγαρους και άλλους, που όμως συνυπήρχαν αρμονικά. Για δύο αιώνες το Πριγκιπάτο πάλεψε να επιβιώσει ανάμεσα στους ισχυρούς γείτονές του. Στα βόρεια, το κράτος της Χρυσής Ορδής των Τατάρων κυριαρχούσε στις στέπες της σημερινής Ουκρανίας και ήταν ένας μεγάλος κίνδυνος για τους γειτονικούς λαούς, κίνδυνος που το Πριγκιπάτο φρόντιζε να απομακρύνει πληρώνοντας φόρους ετησίως στους Τατάρους. Ο σκληρός αντίζηλος, όμως, ήταν στα νότια, στα παράλια της Κριμαίας και στις πόλεις που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των Γενοβέζων. Ο οικονομικός ανταγωνισμός για την πρόσβαση στις πλουτοπαραγωγικές πηγές των βόρειων περιοχών οδηγούσε συχνά και σε ένοπλες προστριβές με το Καπετανάτο της Κριμαίας, όπως αποκαλούσαν τις κτήσεις τους οι Γενοβέζοι. Τα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας, μέσω των οποίων διακινούνταν τα εμπορικά αγαθά, αρχικά ήταν μοιρασμένα μεταξύ Ελλήνων και Γενοβέζων, σύντομα όμως η στενή παραλιακή γραμμή, με τις πόλεις Μπαλακλάβα και Αλούστα, έπεσε στα χέρια των Γενοβέζων. Προκειμένου να μην χαθούν τα έσοδα από το εμπόριο και τα τελωνεία για το Πριγκιπάτο, στις εκβολές του ποταμού Τσερνάγια χτίστηκε η Αυλίτα, η οποία προστατευόταν από το κάστρο Καλάμιτα - το σημερινό Ίνκερμαν. 

Μετά την Άλωση 

Το 1453, η Κωνσταντινούπολη έπεφτε στα χέρια του Μωάμεθ Β’ του Πορθητή. Η τελική Πτώση είχε έλθει, γυρνώντας σελίδα στην Ιστορία, βάζοντας τέλος σε μια μακραίωνη πορεία. Τα κράτη - απόγονοι της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν έκδηλο πια πως δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν την επέλαση των Οθωμανών και υπέκυπταν σταδιακά στην ορμή των βαρβάρων. Σύντομα, η Πελοπόννησος υπέκυψε και οι τελευταίοι Παλαιολόγοι διέφυγαν στη δυτική Ευρώπη, ενώ η κατάκτηση της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας ολοκλήρωσε σχεδόν την υποταγή κάθε βυζαντινού εδάφους στους Τούρκους. Είχε μείνει όμως ένα και μοναδικό έδαφος στο οποίο η ανατολικορωμαϊκή παράδοση ήταν ακόμα κρατούσα πολιτικά: Το Πριγκιπάτο των Θεοδώρων. Παρά την πτώση του Βυζαντίου, παρά την παράδοση της Τραπεζούντας, οι Θεόδωροι αντιστέκονται. 

Το κάστρο των Αγίων Θεοδώρων δεν είναι μία νέα πόλη. Στο φύση οχυρό Μαγκούπ, με ύψος 475 μέτρα, η πρόσβαση, ακόμα και σήμερα, δεν είναι εύκολη. Από την εποχή του Ιουστινιανού, είχε γίνει κατανοητή η αξία της περιοχής και η πόλη Δόρος/Δορός ήκμαζε, μέχρι την καταστροφή της από σεισμό τον 10ο αιώνα. Όταν οι Γαβράδες - Θεόδωροι έθεσαν ξανά τη νότια Κριμαία υπό ανατολικορωμαϊκό έλεγχο, επέλεξαν αυτή τη θέση για να χρησιμοποιήσουν ως βάση. Η κορυφή του όρους είναι ένα οροπέδιο με έκταση περίπου ένα τετραγωνικό χιλιόμετρο, με τις άκρες να πέφτουν κάθετες σε σχήμα ανθρώπινης παλάμης με τέσσερα δάχτυλα, που ακόμα και σήμερα προκαλεί δέος. Αυτό ήταν και το τελευταίο έδαφος που κυμάτιζε η αυτοκρατορική σημαία μέχρι το 1475. 

Στις 6 Ιουνίου 1475 η πόλη της Κάφφας έπεφτε στις δυνάμεις των Τούρκων υπό τον Γκεντίκ Αχμέτ Πασά. Η κατάκτηση της Κριμαίας και η ένωση των εδαφών των Οθωμανών με τους Τατάρους της Χρυσής Ορδής είχε ξεκινήσει. Αρχικά, ήταν η Κάφφα, το σπουδαιότερο λιμάνι της περιοχής. Έξι μήνες μετά, τα τείχη των Αγίων Θεοδώρων υπέκυψαν στο σφυροκόπημα των γενιτσάρων, μετά από πολιορκία τριών μηνών. Το τέλος είχε φτάσει. Σφαγές, λεηλασίες, συλλογή σκλάβων για τα σκλαβοπάζαρα των Τούρκων, η μοίρα κοινή σε κάθε σημείο που πέρασαν οι ορδές των Οθωμανών. Ο τελευταίος πρίγκιπας, Αλέξανδρος, μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου αποκεφαλίστηκε, ο γιος του μεταστράφηκε στο Ισλάμ ενώ η γυναίκα και οι κόρες του βρέθηκαν στο χαρέμι του Σουλτάνου. 

Η ελληνική παρουσία, όμως, δεν έπαψε, παρά την κατοχή, παρά την σκλαβιά. Απόγονοι της πριγκιπικής οικογένειας διέπρεψαν στην ρωσική αυλή, όντας πάντα περήφανοι για την καταγωγή τους. Μερικούς αιώνες αργότερα, πρόσφυγες από τα νησιά του Αιγαίου και τη Μικρά Ασία, μετά τα Ορλωφικά, έφτασαν στην περιοχή με τα πλοία του Ρώσικου στόλου, για ν’ ακουστεί γι’ ακόμα μια φορά η ελληνική γλώσσα. Ακόμα και σήμερα, οι Έλληνες της περιοχής είναι περήφανοι για την καταγωγή τους και προσπαθούν να διατηρήσουν την παράδοσή τους ζωντανή, ενώ το ελληνικό κράτος, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες ιδιωτών και του τοπικού προξενείου, αποδεικνύεται γι’ ακόμα μια φορά αδύναμο να αναδείξει τις ξεχασμένες στιγμές της ιστορίας μας και να προστατεύσει την κληρονομιά των προγόνων μας. 

Όσο η μνήμη παραμένει ζωντανή όμως, παρά τις εφήμερες δυσκολίες, η ελληνική γλώσσα και παράδοση, στην Κριμαία και όχι μόνο, θα ακουμπά στις τρισχιλιόχρονες ρίζες της και θα συνιστά ένα αναπόσπαστο κομμάτι της υπάρχουσας πραγματικότητας. 

του Παναγιώτη Λουκά 
δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Patria, τεύχος 39

Ταυτότητα

Αρχείο

Δημοφιλείς Αναρτήσεις

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -