Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2014

Το 2014 ανακηρύχθηκε, στην Κύπρο, ως Έτος Κώστα Μόντη, καθώς συμπληρώνονται, τη χρονιά αυτή, εκατό χρόνια από τη γέννησή του (18.2.1914) και δέκα χρόνια (1.3.2004) από το θάνατο του ποιητή. Το μικρό αυτό κείμενο δεν αποσκοπεί στο να κομίσει κάτι καινούργιο όσον αφορά τον Μόντη, αλλά αποτελεί ένα μνημόσυνο, που κάθε άλλο παρά περιττό κρίνεται. Κι αυτό γιατί ο Κώστας Μόντης, το παιδί της κατεχόμενης σήμερα Αμμοχώστου, ο πολιτικός καθοδηγητής της Ε.Ο.Κ.Α., παραμένει για τους νεοέλληνες ένα άγνωστο όνομα. Ο Κώστας Μόντης υπήρξε όχι μόνο ένας - με αυστηρά κριτήρια - σημαντικότατος Έλληνας και Ευρωπαίος ποιητής και πεζογράφος, αλλά και ένας αγωνιστής της ελευθερίας της Κύπρου και πρόμαχος του ονείρου της Ένωσης. Ένα περιδιάβασμα στο διαδίκτυο και στη σχετική βιβλιογραφία είναι δόκιμο για μια γνωριμία με τον πνευματικό αυτό άνθρωπο. Για εδώ, αρκεί η μνεία του ονόματός του. 

Αξίζει να παρατεθεί, ως παρότρυνση για περαιτέρω ανάδειξη και αξιοποίηση του ποιητή, το σπαρακτικό ποίημα από τα “γράμματα στη μητέρα”, που περιγράφει την μάταιη προσμονή της Κύπρου για βοήθεια από τη μητέρα Ελλάδα, κατά την τουρκική εισβολή, το 1974:

Την περιμέναμε μέσ’ απ’ τους καπνούς και τις φλόγες της κοιλάδας των Κέδρων, 
Την περιμέναμε απ’ το ξάγναντο του Τρίπυλου, 
την περιμέναμε βουτηγμένοι ως το λαιμό στη θάλασσα της Κερύνειας, 
συγκρατούσαμε το ξεψύχισμά μας να μας προφτάξει. 
Φυλλομετρούσαμε την Ιστορία της. 
Φυλλομετρούσαμε σαν ευαγγέλιο την Ιστορία της 
-”να εδώ κ’ εδώ κ’ εδώ”- 
και την περιμέναμε, 
κι “όχι, δεν μπορεί να μην έρθει”, λέγαμε 
κι “όχι, δεν γίνεται να μην έρθει”, λέγαμε 
κι όπου να’ ναι άκου την με τους Σπαρτιάτες της 
και τα “Υπό σκιάν” και τα “Μολών λαβέ” και τον “Αέρα”, 
κι όπου να’ ναι άκου την! 

Και πραγματικά μια νύχτα έφτασε το μήνυμα πως η Ελλάδα ήρθε. 
Τι νύχτα ήταν εκείνη, μητέρα, 
τι αντίλαλος ήταν εκείνος, 
τι βουητό ήταν εκείνο που σάρωσε το νησί! 
Αγκαλιαστήκαμε κλαίγοντας και πηδούσαμε 
και φιλιόμαστε και νοιώθαμε ρίγη να μας περιλούουν 
και τα στήθια μας φούσκωναν να διαρραγούν 
κ’ η καρδιά μας χτυπούσε να της ανοίξουμε να βγει. 
Οι χαροκαμένοι ξέχασαν τα παιδιά τους 
και τους αδελφούς και τους πατέρες 
κ’ έκλαιγαν για την Ελλάδα πια, 
κ’ έχασκαν μ’ ένα γελόκλαμα. 
Κ’ έλεγαν οι δάσκαλοι “Είδατε”; 
Και λέγαμε όλοι “Είδατε”; 

Ώσπου την άλλη μέρα πέσαμε ως το βυθό 
ώσπου την άλλη μέρα πέσαμε πέρα απ’ το βυθό, 
ώσπου την άλλη μέρα βούλιαξε το Τρίπυλο, 
ώσπου την άλλη μέρα πισωπάτησε σιωπηλό το Τρόοδος να βρει βράχο να καθίσει, 
ώσπου την άλλη μέρα γούρλωσε τα μάτια η Αίπεια, 
ώσπου την άλλη μέρα γούρλωσαν τα μάτια οι Σόλοι και το Κούριο 
κ’ οι αγχόνες της Λευκωσίας 
γιατί η Ελλάδα δεν ήρθε, 
γιατί ήταν ψεύτικο το μήνυμα, 
ψέμα η Ελληνική μεραρχία στην Πάφο, 
γιατί μας είπαν ψέμα οι ουρανοί και ψέμα οι θάλασσες 
και ψέμα τα χελιδόνια και ψέμα η καρδιά 
και ψέμα οι Ιστορίες μας, 
ψέμα, όλα ψέμα. 

Είχε λέει, άλλη δουλειά η Ελλάδα, 
κάτι πανηγυρισμούς, 
κ' ήμαστε και μακριά και δεν μπορούσε, λέει, 
λυπόταν, δεν το περίμενε, 
ειλικρινά λυπόταν, 
ειλικρινά λυπόταν πάρα πολύ. 
Κ’ οι δάσκαλοί μας έσκυψαν ντροπιασμένοι, 
και τα “Εγχειρίδια” έσκυψαν ντροπιασμένα 
κ’ οι δάσκαλοί μας τρέμουν τώρα πια, 
και τα “Εγχειρίδια” τρέμουν τώρα πια 
όσο πλησιάζουν τα περί Θερμοπυλών και τα περί Σαλαμίνος… 
Δεν κάνω ποίηση, μητέρα, 
έχω αντίγραφα. 

Δείτε επίσης:
Κώστας Μόντης: Η επίσημη ιστοσελίδα
Ίδρυμα Κώστα Μόντη



του Άγγελου Δημητρίου

Ταυτότητα

Αρχείο

Δημοφιλείς Αναρτήσεις

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -