Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

Κανένα άλλο γεγονός δεν χαράχτηκε στη συλλογική συνείδηση του έθνους μας όπως η πτώση της Κωνσταντινούπολης στους Οθωμανούς, το 1453. Τίποτε άλλο δεν επέδρασε στην ψυχή και τη σκέψη των Ελλήνων, καθ’ όλη την διάρκεια της ιστορίας τους, περισσότερο από την απώλεια της Βασιλεύουσας και την επακόλουθη υποδούλωσή τους στους Οθωμανούς, για αιώνες. Εντυπώθηκε βαθιά, σε κάθε κάτοικο της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, το αίσθημα της απώλειας ενός ένδοξου παρελθόντος. Απώλειας οριστικής; Όχι. Γιατί κανένας δεν δέχθηκε να πιστέψει πως η Νέα Ρώμη, η Βασιλεύουσα, η Κωνσταντινούπολη, η Πόλη, η πρωτεύουσα, δεν θα περιέλθει ξανά σε ελληνικά χέρια. 

Η ιστορική πορεία ενός έθνους δεν σηματοδοτείται αποκλειστικά από τα ύψη του πολιτισμού που μπορεί να έχει δημιουργήσει, αλλά και από τις κρίσιμες εκείνες στιγμές, που χαράζουν ανεξίτηλα τον τρόπο σκέψης του κάθε λαού. Για την αρχαία Ελλάδα, τα Τρωικά, με την ένωση των Αχαιών, την κατάληψη του Ιλίου και τη δύσκολη επιστροφή στα μυκηναϊκά βασίλεια, που κατέρρεαν, ήταν ο επικός κύκλος, που απετέλεσε το έναυσμα για την ανάπτυξη, αιώνες μετά, της κλασσικής σκέψης. Με έναν περίεργο, σχεδόν ειρωνικό τρόπο, σηματοδότησαν, επίσης, και την εποποιία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που έφερε το οριστικό τέλος της πόλης - κράτους, και – με τον θάνατό του - τη μετατόπιση του κέντρου βάρους του ελληνισμού από την κυρίως Ελλάδα στα ελληνιστικά βασίλεια της Ανατολής. Για τους Ρωμαίους, τον ακόλουθο πολιτισμό της Μεσογείου, η πτώση της Ρώμης στους Γαλάτες και το Vae Victis του Βρέννου, πυράκτωσε τη θέληση των Ρωμαίων να μετατραπούν από περιφερειακή δύναμη σε κατακτητές, διαγράφοντας με τα gladia τους μία αιματοβαμμένη πορεία, που τους ανέδειξε σε Αυτοκρατορία. Και δυο χιλιετίες σχεδόν μετά, σε μια πόλη στα σύνορα Ευρώπης και Ασίας, σε μια πόλη κληρονόμο και αμάλγαμα των δύο μεγαλύτερων παραδόσεων της Ευρωπαϊκής κληρονομιάς, σημειώθηκε ξανά μία σελίδα δόξας, που έλαμπε φωτεινά για αιώνες μετά. 

Όταν, το 1204, οι Σταυροφόροι, εκμεταλλευόμενοι τις εσωτερικές ίντριγκες των “Βυζαντινών”, κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη, σημείωσαν ένα πλήγμα στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Ελληνικού Έθνους, απ’ το οποίο δεν κατόρθωσε ποτέ να αναρρώσει πλήρως. Η επανάκτησή της, μερικές δεκαετίες αργότερα, από τον στρατό της Νίκαιας και η ανασύσταση της Αυτοκρατορίας ήταν το κύκνειο άσμα μίας πορείας τουλάχιστον χιλίων ετών. Πλέον, ήταν πια αργά. Με τη Μικρά Ασία στα χέρια των Σελτζούκων, αρχικά, και των Οθωμανών αργότερα – των Οθωμανών που οι ίδιοι οι Βυζαντινοί πέρασαν στην Ευρώπη για να τους χρησιμοποιήσουν ως μισθοφόρους - και την Ευρώπη σε Λατίνους, Βούλγαρους και Σέρβους, η βάση της Αυτοκρατορίας είχε πια στερέψει. Το εμπόριο, κάποτε κύριος βραχίονας εσόδων, είχε περάσει στα χέρια των Ιταλικών Δημοκρατιών: Της Πίζας, της Γένοβας, της Βενετίας, που αποκλειστικό σκοπό είχαν απλά την απρόσκοπτη κερδοφορία των επιχειρήσεών τους, αδιαφορώντας για την εθνικότητα ή το θρήσκευμα των εμπορικών τους εταίρων. Μόνο η Πελοπόννησος και μικρά τμήματα της Θράκης αποτελούσαν πια την, κάποτε ακμάζουσα, Αυτοκρατορία, ενώ λίγες χιλιάδες κατοικούσαν στην Πόλη των εκατομμυρίων. Χωρίς δυνατότητα εκτεταμένης στρατολόγησης, με απώλεια της στρατιωτικής παράδοσης και στροφή προς τους μισθοφόρους, όταν ο Μωάμεθ ο Β’ αποφάσισε να εγκαταστήσει τον θρόνο του στη Νέα Ρώμη και να γραφτεί στην ιστορία του Ισλάμ ως ο Πορθητής, λίγοι είχαν απομείνει για να φυλάξουν Θερμοπύλες. 

6 Απριλίου 1453. Ο Οθωμανικός στρατός, εκατοντάδες χιλιάδες μουσουλμάνων πολεμιστών, γενίτσαροι, πυροβολικό, άτακτοι, υπόδουλοι υπόχρεοι στρατεύσεως, συρρέουν γύρω από τα τείχη της θεοφύλακτης Βασιλεύουσας, τουλάχιστον 150 χιλιάδες, κατά τους υπολογισμούς των ιστορικών. Μέσα από τα τείχη, ο Γεώργιος Σφρατζής ανέλαβε την καταμέτρηση των υπερασπιστών για λογαριασμό του αυτοκράτορα, του Κωνσταντίνου ΙΑ’ Παλαιολόγου. Μετρήθηκαν 4.937 Βυζαντινοί πολεμιστές και περίπου 2.000 ξένοι. Η αντιπαραβολή των δυνάμεων δείχνει ξεκάθαρα πως η πορεία ήταν προδιαγεγραμμένη. Δύο ολόκληρους μήνες κράτησε η άνιση μάχη μεταξύ Οθωμανών και Ρωμαίων, Ανατολής και Δύσης, Ευρώπης και Ασίας, Χριστιανισμού και Ισλάμ. 

29 Μαΐου 1453. Η Πόλη πέφτει. Οι Γενίτσαροι εισβάλλουν από την Κερκόπορτα, που κατά τη λαϊκή παράδοση ανοίχθηκε από τους Εβραίους, και η υπερχιλιόχρονη Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία αποτελεί παρελθόν. Σφαγές, δηώσεις, εξανδραποδισμός των κατοίκων, συμπλήρωσαν το σκηνικό του Ερέβους. Ο Μωάμεθ γίνεται κύριος μίας πόλης ερειπίων, ενώ το σώμα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου χάνεται στην άχλη του μύθου, γίνεται ο Μαρμαρωμένος βασιλιάς, που θ’ αναστηθεί και θα επιστρέψει να ανακτήσει την Πόλη και να αναβιώσει την Αυτοκρατορία. Ένα μαύρο πέπλο λήθης πέφτει πάνω στον φάρο του πολιτισμού, και οι οιμωγές των θρήνων γεμίζουν τον αέρα όλη της Ευρώπης. 

Η εθνική ψυχή, σε πείσμα εκείνων που σήμερα αμφιβάλλουν για την ύπαρξή της, δεν ξέχασε, δεν έπαψε να μιλά και να θρηνεί. Από το “σώπασε κυρά Δέσποινα, πάλι με χρόνους με καιρούς, πάλι δικά μας θα’ ναι”, που μεγάλωσε γενιές Ελλήνων, μέχρι τους μύθους για τα μισοτηγανισμένα ψάρια και τον ιερέα της Αγίας Σοφίας, που εξαφανίστηκε στον τοίχο του ιερού όταν οι μουσουλμάνοι εισέβαλαν στην εκκλησία, η πτώση της Πόλης ήταν η ηρωική στιγμή που γαλβάνισε τη θέληση και το πείσμα για ζωή και λευτεριά των υποδούλων. Τραγούδια, μοιρολόγια, λαϊκή ποίηση, δεν σταμάτησαν να γεννιούνται στους αιώνες της σκλαβιάς , δείγμα πως η ανάκτηση της Πόλης δεν ήταν ένα όνειρο των αυτοανακηρυγμένων ελίτ, αλλά ένα αίτημα που έβγαινε από τη συλλογική ψυχή των Ελλήνων, όσοι αιώνες κι αν πέρασαν. Και ήρθε το 1919, όταν ένας τολμηρός στρατιωτικός ιερέας, μαζί με τέσσερις αξιωματικούς, έσπασαν το άβατο. Ο παπά Λευτέρης Νουφράκης, οι αξιωματικοί Φραντζής, Λιαρομάτης, Σταματίου και Νικολάου, που υπηρετούσαν στην Κωνσταντινούπολη με τις συμμαχικές δυνάμεις της Αντάντ, εισήλθαν στην Αγία Σοφία και οι ψαλμωδίες αντήχησαν ξανά. 

Και ύστερα, η Μικρασιατική καταστροφή, το 1922, ο “συνωστισμός”... Και μετά, το 1955, η τελευταία “άλωση” της Πόλης, ο διωγμός των εναπομεινάντων Ελλήνων από τον τουρκικό όχλο. 

Σήμερα, λίγες χιλιάδες Ρωμιοί έχουν μείνει στην Κωνσταντινούπολη, φέροντες περήφανοι τον τίτλο των κληρονόμων των Ρωμαίων. 

Σήμερα, η πτώση της Πόλης είναι απλά μια μαύρη επέτειος, για λίγα λόγια συμπόνιας από πολιτικούς, που ποτέ δεν βίωσαν το βάθος της συλλογικής εθνικής ψυχής. 

Σήμερα, από έναν λαό απόγονο εκείνων που έζησαν τη σκλαβιά για αιώνες, ελάχιστοι είναι εκείνοι που ακούν τη φωνή της συνείδησης των προγόνων μας, να μας καλεί μέσα απ’ το αίμα που κυλάει στις φλέβες μας και να απαιτεί την επιστροφή στο όνειρο. Στο όνειρο πως η Κωνσταντινούπολη θα γίνει ξανά η πρωτεύουσα - όχι απλά ενός ελλαδικού κράτους, αλλά ενός συγχρόνου Imperium. 

Σήμερα, απέναντι στον εκμαυλισμό της παρηκμασμένης Δύσης, σηκώνουμε τα λάβαρα της Ευρωπαϊκής μας κληρονομιάς και διατρανώνουμε πως, απέναντι στη λήθη, ηχεί ακόμα στ’ αυτιά μας ο αχός της τελευταίας μάχης, τα τελευταία λόγια του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, του τελευταίου Αυτοκράτορα. Κι αυτά τα λόγια, όπως μας τα παρέδωσε ο συμμαχητής του, Σφραντζής, τα κάνουμε όρκο τιμής: 

Λοιπὸν ἀδελφοὶ καὶ συστρατιῶται, κατὰ νοῦν ἐνθυμηθῆτε ἵνα τὸ μνημόσυνον ὑμῶν καὶ ἡ μνήμη καὶ ἡ φήμη καὶ ἡ ἐλευθερία αἰωνίως γενήσηται. 

του Παναγιώτη Λουκά

Ταυτότητα

Αρχείο

Δημοφιλείς Αναρτήσεις

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -