Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

Η ενιαία κρατική εξουσία έχει τρεις λειτουργίες, θεωρητικά ανεξάρτητες και ανεπηρέαστες η μία από τις άλλες. Οι τρεις εξουσίες, όπως αποκαλούνται, είναι η νομοθετική, η εκτελεστική και η δικαστική. Η διάκριση και η ανεξαρτησία των εξουσιών αποτελούν την οργανωτική βάση του κράτους και τον θεμέλιο λίθο του κοινοβουλευτισμού, καθώς υποτίθεται ότι εγγυώνται τις συνταγματικές, πολιτικές και ατομικές ελευθερίες. Σύμφωνα, μάλιστα, με τον νομικό και πρώην υπουργό Εσωτερικών Α. Μανιτάκη, η αρχή της διάκρισης των εξουσιών βασίζεται, μεταξύ άλλων, στον ηθικό – πολιτικό κανόνα της αποφυγής “της σώρευσης στο ίδιο φυσικό πρόσωπο ή κρατικό όργανο αρμοδιοτήτων, που αποτελούν έκφανση απόφασης και ελέγχου. Το όργανο που αποφασίζει δεν μπορεί ταυτόχρονα και να ελέγχει, διότι τότε είναι σαν να ελέγχει τον εαυτό του”

Η διαπλοκή μεταξύ των εξουσιών και η άμεση επιρροή της μίας στις υπόλοιπες συνιστούν τέτοια στρέβλωση στη λειτουργία του πολιτεύματος, ικανή να αλλάξει ολόκληρο το χαρακτήρα του. Αυτό ισχύει διότι, σ' αυτή την περίπτωση, καταστρατηγείται η ιστορική σημασία της διάκρισης των εξουσιών ως πολιτικής αρχής, δηλαδή η καταπολέμηση της απολυταρχίας και της αυθαιρεσίας. Ως εκ τούτου, παρά το γεγονός ότι οι ενδείξεις για την άμεση επιρροή των πολιτικών στο δικαστικό σώμα και, κυρίως, στα σώματα ασφαλείας είναι ισχυρές σε ολόκληρο τον κόσμο, τα δυτικά κοινοβουλευτικά πολιτεύματα φροντίζουν να κρατούν τουλάχιστον τα προσχήματα σε περιπτώσεις εξόφθαλμης εκτροπής, θεωρώντας ότι διαφυλάσσουν μ' αυτόν τον τρόπο τον ακρογωνιαίο λίθο της ύπαρξης του κοινοβουλευτισμού. 

Στην Ελλάδα, από την άλλη μεριά, το θέμα των τελευταίων ημερών δεν είναι άλλο από την παραδοχή του γραμματέα του υπουργικού συμβουλίου, σε βιντεοσκοπημένη συνομιλία - προϊόν υποκλοπής, ότι ο πρωθυπουργός και οι υπουργοί Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως επηρέασαν άμεσα τις δικαστικές αρχές στο θέμα των διώξεων εναντίον της ηγετικής ομάδας της Χρυσής Αυγής. Με άλλα λόγια, ένα πολιτικό πρόσωπο, με κορυφαίο θεσμικό ρόλο μέσα στην κυβέρνηση, ομολογεί ότι η πολιτική εξουσία χειραγωγεί τη δικαστική εξουσία και, επιπροσθέτως, δικαιώνει πλήρως την υπερασπιστική θέση της Χρυσής Αυγής περί πολιτικών διώξεων. 

Προφανώς, ο κ. Μπαλτάκος δεν ανέφερε κάτι το οποίο δεν έχει περάσει ποτέ από το μυαλό του κόσμου, ούτε έπεσε κανείς από τα σύννεφα μετά από αυτή την εξέλιξη. Έχουμε εξοικειωθεί τόσο με τα φαινόμενα διαφθοράς και διαπλοκής σ' αυτόν τον τόπο, που έχουμε φτάσει στο επίπεδο όχι μόνο να μην μας προκαλούν έκπληξη ή έστω οργή, αλλά να τα θεωρούμε δεδομένα, να τα προσπερνούμε και να συνεχίζουμε αμέριμνοι τις ζωές μας, θεωρώντας ότι αυτή η πολιτική συμπεριφορά από μεριάς μας συνιστά πολιτική ωριμότητα και απόδειξη “επαφής με την πραγματικότητα”, αντί για μιθριδατισμό και αποδοχή της κατάστασης. 

Για να παγιωθεί, βέβαια, αυτή η κατάσταση χρειάζεται να μπει στο παιχνίδι και η λεγόμενη “τέταρτη εξουσία”. Αυτή δηλαδή που ασκούν τα ΜΜΕ, τα οποία έχουν φτάσει στο σημείο να αποτελούν περισσότερο διαμορφωτές γνώμης παρά παρόχους ενημέρωσης και ελεγκτές της άσκησης των τριών εξουσιών. Έτσι λοιπόν, η υπόθεση Μπαλτάκου έχει παρουσιαστεί από τα ΜΜΕ ανάλογα με το εκάστοτε διαστρεβλωτικό πρίσμα. 

Από τη μια μεριά, τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ, εμφανώς προβληματισμένα, προσπαθούν να υποβαθμίσουν το ζήτημα με τη σταδιακή αποδόμηση της προσωπικότητας και της σπουδαιότητας του θεσμικού ρόλου του κ. Μπαλτάκου και υιοθετούν την ad hominem επιχειρηματολογία της κυβέρνησης ότι “όποιος μιλάει για μείζον πολιτικό ζήτημα ταυτίζεται με τη Χρυσή Αυγή”

Στα δε ΜΜΕ της αριστεράς, ο προβληματισμός είναι ακόμα πιο έντονος, διότι με τη δημοσιοποίηση του οπτικοακουστικού υλικού αποδεικνύεται ότι οι διωκόμενοι από το πολιτικό σύστημα είναι οι πολιτικοί τους αντίπαλοι, οι “νεοναζί”. Έτσι, λοιπόν, σε μία επίδειξη μικροπολιτικής σκοπιμότητας, η αριστερά αρνείται να δει και να αναδείξει το προφανές, τη χειραγώγηση της δικαστικής εξουσίας από την κυβέρνηση, σε περίπτωση που ωφεληθεί τελικώς περισσότερο η Χρυσή Αυγή. Αντιθέτως, παίζοντας ουσιαστικά το παιχνίδι της κυβέρνησης, αρκείται στο να κατηγορεί την τελευταία για ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με την Χ.Α. ικανοποιώντας απλώς τα “αντιφασιστικά” αυτιά των ψηφοφόρων της και επιδεικνύοντας τις φοβίες της για το βήμα παραπάνω. 

Εκτός των παραπάνω, υπήρξαν και οι φωνές που, για λόγους δήθεν “ηθικής τάξεως”, θέλησαν να σταθούν στο δέντρο της υποκλοπής της συνομιλίας και όχι στο δάσος της ουσίας της κυβερνητικής εκτροπής, αλλά και αυτοί που, ούτε λίγο ούτε πολύ, ανέδειξαν τον κ. Μπαλτάκο σε εθνικιστικό “δούρειο ίππο” στην κυβέρνηση, θεωρώντας ότι προσέφερε κάποιο είδος “εθνικού έργου” μετέχοντας σε μία από τις πιο εθνοδιαλυτικές κυβερνήσεις που πέρασαν ποτέ από αυτό τον τόπο. Εθνοδιαλυτική διότι, με το να διαλύεις τον κοινωνικό ιστό διαλύεις τον πυρήνα του έθνους. Για τους πρώτους, παραθέτουμε ως απάντηση το εξαιρετικό κείμενο του δικηγόρου Γιάννη Ζωγράφου χωρίς περισσότερα σχόλια. Για τους υπόλοιπους, από τη στιγμή που ο καθένας έχει δικαίωμα στην αυταπάτη, θα αρκεστούμε στο να αναφέρουμε πως η πιο ανήθικη, ανέξοδη και ανούσια “στήριξη” είναι αυτή που προσφέρει κάποιος στα λόγια και αποστασιοποιημένος, ενώ μπορεί με τις πράξεις του να κάνει τη διαφορά. Οι πράξεις όμως έχουν και συνέπειες και αυτές τις συνέπειες δεν δύνανται να τις αντέξουν όλοι. 

Για να επιστρέψουμε, λοιπόν, στην ουσία και στα αυτονόητα: Ο γραμματέας της κυβέρνησης παραδέχτηκε μπροστά στην κάμερα ότι η τελευταία χειραγωγεί τη δικαιοσύνη (τελεία). Σε οποιαδήποτε μη τριτοκοσμική χώρα αυτό το γεγονός θα οδηγούσε σε χιονοστιβάδα πολιτικών εξελίξεων. Αντιθέτως, στην Ελλάδα, η μόνη εξέλιξη που υπήρξε ήταν η παραίτηση του κ. Μπαλτάκου και γρήγορα - γρήγορα η πολιτική ατζέντα μετατοπίστηκε στα δευτερεύοντα και στις λεπτομέρειες. 

Εύκολα μπορεί να αντιληφθεί κανείς ότι ο βασικός λόγος για αυτή τη διαστρέβλωση της πραγματικότητας, όπως άλλωστε και για το γενικότερο αντεθνικιστικό κυνήγι μαγισσών των τελευταίων μηνών, είναι κατά βάση η σπασμωδική ψηφοθηρική προσπάθεια της Νέας Δημοκρατίας να υπερασπιστεί την κυριαρχία της στη “δεξιά” και, κατά δεύτερο λόγο, η αποτυχία της Χρυσής Αυγής να θωρακιστεί απέναντι σε μια αναμενόμενη αντίδραση τέτοιου τύπου. Αυτό που αρκετοί δείχνουν να μην μπορούν να αντιληφθούν είναι ότι οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών ξεπερνούν και τη Ν.Δ. και τη Χ.Α. αλλά αφορούν τον πυρήνα της λειτουργίας της εξουσίας και κατά συνέπεια του πολιτεύματος. 

Εάν ευσταθούν αυτά που αναφέρει ο κ. Μπαλτάκος στο επίμαχο βίντεο, τότε πολύ απλά, με την ίδια άνεση που ο οποιοσδήποτε υπουργός μπορεί να πάρει στο τηλέφωνο τον οποιονδήποτε δικαστικό λειτουργό για να του ζητήσει την ποινική εξόντωση κάποιου πολιτικού αντιπάλου, μπορεί και να του ζητήσει την οποιαδήποτε “εξυπηρέτηση” που να αφορά οποιοδήποτε θέμα για οποιονδήποτε πολίτη. Κι αν υπάρχουν έως τώρα απλές ενδείξεις για το ότι αυτή η επιρροή υφίσταται, η ηχογραφημένη συνομιλία του κ. Μπαλτάκου αποτελεί απτή απόδειξη, η οποία εάν δεν διερευνηθεί πραγματικά και σε βάθος, ενεργοποιώντας μία εκτεταμένη επιχείρηση “Καθαρά Χέρια” από τη μεριά της ελληνικής δικαιοσύνης, τότε θα αποτελεί και την ομολογία διαφθοράς της τελευταίας. 

Επιπροσθέτως, σε πολιτικό επίπεδο, η υπόθεση Μπαλτάκου ξεγυμνώνει τον κοινοβουλευτισμό από τη δημοκρατική του επίφαση, καθώς αποδεικνύει ότι ο Έλληνας πολίτης έχει το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι, αρκεί να μην εκλέγει (ή να μην εκλέγεται με) συγκεκριμένες πολιτικές παρατάξεις. Σ' αυτή την περίπτωση, η πολιτική βούληση ενός κομματιού του λαού, ασχέτως εάν συμφωνεί ή διαφωνεί κάποιος μ' αυτήν, δεν γίνεται σεβαστή και, όπως απεδείχθη με τη δολοφονία των Μανώλη Καπελώνη και Γιώργου Φουντούλη, ούτε το ίδιο το δικαίωμα στη ζωή είναι σεβαστό. 

Μια και αναφερθήκαμε στη δολοφονία των δύο νέων εθνικιστών, καλό θα ήταν να αναφέρουμε ότι η εκτελεστική εξουσία αυτού του κράτους έχει αναλάβει την εξιχνίαση της υπόθεσης. Μία εκτελεστική εξουσία η οποία πρέπει και η ίδια πλέον να αποδείξει ότι λειτουργεί ανεξάρτητα. 

Ίσως ορισμένοι να θεωρήσουν ότι σ' αυτό το κείμενο γράφτηκαν πολλές λέξεις για τα αυτονόητα. Από την άλλη μεριά, παραφράζοντας το απόφθεγμα που αποδίδεται στον Όργουελ, σε μια εποχή (και σε μια χώρα) απόλυτου παραλογισμού, το να λες τα αυτονόητα είναι μια πράξη επαναστατική. Μέχρι στιγμής, η δικαιοσύνη δείχνει πως εκτός από τυφλή είναι και κουφή. Ας μην ξεχνούμε, όμως, ότι η Αστραία, κόρη του Δία και της θεάς της δικαιοσύνης Θέμιδας, που προσωποποίησε τη δικαιοσύνη και αποκαλείται και Θεία Δίκη, εκτός από το ζυγό, φέρει και σπαθί, ενώ κατά άλλη εκδοχή, έχει το δικαίωμα να οδηγεί τον κεραυνό του Δία στο στόχο του. Αναμένουμε, λοιπόν, αυτόν ή αυτούς τους λειτουργούς της δικαιοσύνης που θα είναι άξιοι να σηκώσουν το σπαθί της. Έως τότε, αφιερώνουμε το κείμενο σε εκείνους που σπεύδουν να απολογούνται, αφού πρώτα δηλώσουν την εμπιστοσύνη τους στην αστική δικαιοσύνη. 

του Χρήστου Καρανικόπουλου

Ταυτότητα

Αρχείο

Δημοφιλείς Αναρτήσεις

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -