Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013


Καθώς το οικονομικό έτος φτάνει στο τέλος του, αρχίζει να μονοπωλεί την επικαιρότητα η συζήτηση για τα οικονομικά αποτελέσματα και πιο συγκεκριμένα για το αν και κατά πόσο θα επιτευχθεί πρωτογενές πλεόνασμα για το 2013, αλλά και για το πώς θα διαμορφωθεί ο προϋπολογισμός για το 2014. Η μνημονιακή κυβέρνηση συνεργασίας ποντάρει τα ρέστα της επικοινωνιακά στην ενδεχόμενη επίτευξη πλεονάσματος, πιστεύοντας πως αυτό το αποτέλεσμα θα επικυρώσει τους ισχυρισμούς περί ανάκαμψης και success story, δίνοντάς της επιπροσθέτως τη δυνατότητα να απευθυνθεί στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές για δανεισμό στο εγγύς μέλλον. Αντιθέτως, η αξιωματική αντιπολίτευση βασίζει την επικοινωνιακή της πολιτική στη γενικότερη αμφισβήτηση, είτε της τελικής επίτευξης πλεονάσματος, είτε του ύψους αυτού, είτε των λογιστικών στοιχείων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του. 

Επί της ουσίας, ελάχιστα έως καθόλου (δεν) ενδιαφέρει το μέσο Έλληνα η επίτευξη πλεονάσματος, από τη στιγμή που αυτό δεν αποτυπώνεται στην πραγματική οικονομία: Στα επίπεδα της απασχόλησης, στο ύψος των μισθών, στους δείκτες των τιμών. Αντιθέτως, μετά από τέτοια υποβάθμιση στο επίπεδο διαβίωσης τα τελευταία χρόνια, οποιοδήποτε αποτέλεσμα σ' αυτό το πλαίσιο φαντάζει υπερβολικά ανεπαρκές. Εάν μάλιστα προχωρήσουμε περισσότερο το συλλογισμό μας, με δεδομένο ότι το επίπεδο των δαπανών έχει περικοπεί, καθώς μετατίθεται η υποχρέωση πληρωμής πολλών εξ αυτών στο μέλλον, καθώς και ότι αρκετά έσοδα είναι έκτακτα και δεν προέρχονται από σταθερές πηγές, το ενδεχόμενο πλεόνασμα, αν όχι πλασματικό, είναι κατά βάση λογιστικό και σίγουρα όχι “πραγματικό”. 

Αυτό που έχει ουσιαστική σημασία σε ό,τι αφορά στην επίτευξη ή μη πλεονάσματος έχει να κάνει με τη χρησιμότητά του ως διαπραγματευτικό ατού για την κυβέρνηση στις διαπραγματεύσεις με την τρόικα, εν όψει της έγκρισης του προϋπολογισμού του 2014, καθώς και στο κλείσιμο του προϋπολογισμού του 2013, ο οποίος, όπως προβλέπεται από τη δανειακή σύμβαση, δεν δύναται να κλείσει ελλειμματικός, αντιθέτως πρέπει το ενδεχόμενο έλλειμμα να καλυφθεί άμεσα από νέα μέτρα περικοπών. 

Ως εκ τούτου, το δημοσιονομικό διακύβευμα της περιόδου μέχρι το τέλος του οικονομικού έτους δεν έχει να κάνει με το κατά πόσο αυτό θα κλείσει πλεονασματικά, άρα πάμε καλά, ή όχι, άρα δεν πάμε καλά. Το αν πάμε καλά ή όχι το γνωρίζουν από πρώτο χέρι οι άνεργοι, οι απολυμένοι, οι επισφαλείς, οι χαμηλοσυνταξιούχοι, οι ελεύθεροι επαγγελματίες. Αυτό που πραγματικά θα φανεί είναι το κατά πόσο οι δανειστές θα επιμείνουν στην επιβολή της οικονομικής ασφυξίας ή αν θα χαλαρώσουν λίγο τη μέγγενη, είτε αναγνωρίζοντας ότι έφτασαν ένα λαό στα όριά του, είτε απλώς επιβραβεύοντας την τωρινή κυβέρνηση για τη συνεργασία της. Όπως και να 'χει όμως, η εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από ξένους παράγοντες παραμένει απόλυτη, ενώ η ασύμμετρη πολιτική ύφεσης της Ε.Ε. συνεχίζεται ακάθεκτη. 

Σχετικά με την πολιτική της Ε.Ε. ειδικότερα, η πρόσφατη επικράτηση Μέρκελ στις εκλογές για τη γερμανική καγκελαρία δεν προσφέρει καμία ένδειξη για κάποια αλλαγή στο σκεπτικό και στη φιλοσοφία της Ένωσης. Επίσης, η, μετά πολλών επαίνων και προσδοκιών από την αριστερά, επικράτηση του σοσιαλδημοκράτη Ολάντ στη Γαλλία δεν σηματοδότησε καμία ουσιαστική αλλαγή στην επιρροή των Γάλλων. Τέλος, το Ηνωμένο Βασίλειο συνεχίζει να ακολουθεί τη μοναχική πορεία τού υστερόβουλου παρατηρητή, οι περιφερειακές χώρες της κεντρικής Ευρώπης είναι σταθερά προσκολλημένες στο άρμα της Γερμανίας και οι προβληματικές χώρες του Νότου, εγκλωβισμένες στα οικονομικά ζητήματα και στα πολιτικά αδιέξοδα, αδυνατούν να ορθώσουν ανάστημα. 


Διλήμματα, αδιέξοδα, ερωτήσεις και απαντήσεις 

Μέσα σ' αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο που περιγράψαμε συντόμως, προβάλλουν ορισμένα διλήμματα και ορισμένα επιτακτικά ερωτήματα, στα οποία καλείται να δώσει απάντηση ο Έλληνας πολίτης, καθώς αφορούν άμεσα το μέλλον της χώρας και κατά συνέπεια το βιωτικό του επίπεδο και γενικότερα την επιβίωσή του. Το βασικό δίλημμα, που προβάλλεται από τα πολιτικά κόμματα και τα ΜΜΕ, αφορά στην εκπλήρωση της δανειακής σύμβασης από τη μεριά της Ελλάδας ή στην καταγγελία της. Ο τρόπος, όμως, με τον οποίο εκφράζεται το συγκεκριμένο δίλημμα και, ιδιαίτερα, ο τρόπος με τον οποίο το προσεγγίζουν οι πολιτικές δυνάμεις που τάσσονται υπέρ της καταγγελίας της δανειακής σύμβασης δημιουργεί από μόνος του αδιέξοδα. 

Πιο συγκεκριμένα, απέναντι στο βάσιμο επιχείρημα της μνημονιακής κυβέρνησης συνεργασίας ότι η καταγγελία της δανειακής σύμβασης θα πυροδοτήσει μία σειρά αρνητικών πολιτικών και χρηματοοικονομικών εξελίξεων, οι απαντήσεις των αντιμνημονιακών κομμάτων είναι αβάσιμες, ανέφικτες και πολλές φορές αφελείς. Η κεντρική γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι υπάρχει πεδίο καταγγελίας της δανειακής σύμβασης μέσα στην ευρωζώνη, χωρίς να παρουσιάζει κάποιο εναλλακτικό πλάνο σε περίπτωση που κάτι τέτοιο δεν ισχύσει, η Χρυσή Αυγή παρουσιάζει την εκμετάλλευση του ορυκτού και υποθαλάσσιου πλούτου ως την απλή και εύκολη λύση σε ένα σύνθετο πρόβλημα, το ΚΚΕ προτείνει επί της ουσίας επιστροφή στον “υπαρκτό σοσιαλισμό” και οι ΑΝΕΛ λαϊκίζουν γενικώς και αορίστως. Βεβαίως, μέσα στη δικαιολογημένη οργή και στην απόγνωση του κόσμου ορισμένες από αυτές τις θέσεις φαίνονται ελκυστικές, με το σκεπτικό της τιμωρίας του πάλαι ποτέ δικομματισμού ή με τη νοοτροπία του “δεν υπάρχει τίποτε άλλο για να χάσουμε”. Το γεγονός και μόνο, όμως, ότι μετά από μία τετραετία περίπου από τότε που ξέσπασε αυτή η ανεπανάληπτη κρίση δεν έχει διαμορφωθεί ακόμη καμία απολύτως πολιτική πρόταση που να πείθει και να συσπειρώνει το λαό, ώστε να ξεπεράσει το φόβο της απόρριψης της πεπατημένης πορείας προς την κατάρρευση, αποτελεί την πιο τρανή απόδειξη αποτυχίας των αντιμνημονιακών δυνάμεων. 

Σ' αυτό το σημείο, θα ήταν χρήσιμο να παραθέσουμε ένα μέρος μίας πρόσφατης παρέμβασης του στελέχους του ΣΥΡΙΖΑ Άκη Μπαδογιάννη, ο οποίος θέτει, από τη δική του πολιτική σκοπιά, έναν εύστοχο προβληματισμό απέναντι στο ζήτημα που αναλύουμε: 

“Μπορεί η Ελλάδα να ακυρώσει τα μνημόνια και τους εφαρμοστικούς τους νόμους και να ακολουθήσει μια ριζοσπαστική προοδευτική πολιτική εντός της ευρωζώνης; Ας μην έχουμε αυταπάτες. Η ακύρωση μνημονίων και των εφαρμοστικών τους νόμων δεν μπορεί να γίνει με διαπραγμάτευση με ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ. Θα είναι αποτέλεσμα μονομερούς, όπως λέγεται, ενέργειας. 

Η κίνηση αυτή, που οδηγεί από τα πράγματα και σε ταυτόχρονη καταγγελία και αθέτηση των δανειακών συμβάσεων, θα έχει ως βέβαιο, σχεδόν, αποτέλεσμα τη διακοπή της τροϊκανής χρηματοδότησης στη χώρα αλλά και τη διακοπή της χορήγησης ρευστότητας από την ΕΚΤ στις ελληνικές τράπεζες. Οι συνέπειες θα είναι αναμενόμενες. Η Ελλάδα θα καταφύγει σε στάση πληρωμών, αφού δεν θα μπορεί να αποπληρώσει τα ομόλογα που λήγουν, ενώ οι τράπεζες θα οδηγηθούν σε κατάρρευση”. 

Και καταλήγει: “Αυτά και αρκετά άλλα, που δεν είναι της ώρας και του χώρου, σημαίνουν την ανάγκη να ανακτήσει η χώρα με νέους όρους την άσκηση εθνικής νομισματικής πολιτικής. Με δύο λόγια εθνικό νόμισμα. (...) Αν η έξοδος από την ευρωζώνη αλλά και η σύγκρουση με την ΕΕ ξορκίζονται. Αν δεν υπάρχει γι' αυτήν την έξοδο σοβαρή και καλή πολιτική και οικονομική προετοιμασία και ταυτόχρονα καλή και ανοικτή ενημέρωση του ελληνικού λαού για τις δυσκολίες αλλά και τις δυνατότητες. Αν δεν υπάρχουν όλα τούτα, τότε φοβούμαι ότι μπορεί η χώρα να περιέλθει σε μια τέτοια δυσχερή κατάσταση μετά την απομάκρυνση της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου, που ούτε καν διαπραγμάτευση να μπορεί να διεξάγει”. 

Το ζητούμενο, λοιπόν, όπως προκύπτει και από το κείμενο που παραθέσαμε, δεν είναι το αν συντάσσεται κάποιος με την πολιτική του μνημονίου ή όχι. Προφανώς και δεν υπάρχει εχέφρων πολίτης που να πιστεύει ότι η συνέχιση αυτής της πολιτικής οδηγεί κάπου καλά. Το πρώτο ζητούμενο είναι να κατανοήσουμε τη θέση μας και το τι ακριβώς σημαίνει και σηματοδοτεί ενδεχόμενη καταγγελία της δανειακής σύμβασης σε κοινωνικό και εθνικό επίπεδο. Και δυστυχώς, όπως αποδεικνύεται, δεν έχουμε κατανοήσει τίποτα από τα δύο. Το δεύτερο ζητούμενο που προκύπτει, είναι να αναρωτηθούμε εάν ως άτομα και ως κοινωνία είμαστε έτοιμοι να προχωρήσουμε σε μία τέτοια πολιτική και οικονομική αλλαγή. Εάν έχουμε επιδείξει εκείνα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που είναι αναγκαία για να ξεπεράσουμε τις σκοπέλους μίας απόφασης που φαντάζει επιβεβλημένη, αλλά τόσο μακρινή και δύσκολη. Ακόμα και το εάν έχουμε την κατάλληλη πολιτική ηγεσία, για να μας οδηγήσει στην επόμενη ημέρα μίας τέτοιας απόφασης. 

Τα περισσότερα κείμενα που αναλύουν την κρίση, ιδιαίτερα ίσως αυτά από εθνοκεντρική σκοπιά, καταπιάνονται με γεωπολιτικά και γεωοικονομικά ζητήματα. Αναλύουν τις δυνατότητες που μπορούν να παρέχουν στρατηγικές συμμαχίες με εξωευρωπαϊκούς παράγοντες, όπως η Ρωσία και η Κίνα. Επικεντρώνονται στις λεπτομέρειες των δανειακών συμβάσεων, στο διεθνές δίκαιο και στις γερμανικές αποζημιώσεις. Επιμένουν στις δυνατότητες που προσφέρει η άσκηση ανεξάρτητης νομισματικής πολιτικής. Υπερτονίζουν τις δυνατότητες του ορυκτού και υποθαλάσσιου πλούτου της χώρας. Αναφέρονται στην έννοια της αυτάρκειας και στην υψηλή ποιότητα της ελληνικής γεωργικής και κτηνοτροφικής παραγωγής. Άλλες φορές πάλι, επενδύουν στο θυμικό, καλούν για “επιστροφή των κλεμμένων” και τιμωρία των υπευθύνων και ισχυρίζονται πως με την αναθεώρηση του φορολογικού συστήματος μπορούν να κλείσουν οι μαύρες τρύπες στην οικονομία. 

Όλα τα παραπάνω είναι καλά και ενδιαφέροντα. Κάπου εκεί, σε ένα συνδυασμό πολιτικών, υπάρχει σοβαρή περίπτωση να βρίσκεται και η όποια λύση στο πρόβλημα. Αυτό που διαφεύγει στους περισσότερους, όμως, είναι ότι αναφέρονται στη μακροοικονομία και στην πολιτική ενός συντεταγμένου κράτους, με συγκεκριμένο πλάνο και ανεξάρτητη βούληση. Τέτοιο κράτος στην Ελλάδα δεν υπάρχει και ίσως δεν υπήρξε ποτέ στη σύγχρονη ιστορία. Για να δημιουργηθεί τέτοιο κράτος χρειάζεται πρώτα απ' όλα, πριν καν και από το γκρέμισμα αυτού που στέκει τώρα, η διαμόρφωση ενός νέου πολίτη. Απαιτείται η αλλαγή νοοτροπίας και η διαμόρφωση μίας νέας συνείδησης. Δεν γίνεται με μεταχειρισμένα και σάπια υλικά να φτιάξεις κάτι καινούριο, πόσο μάλλον όταν αυτό το καινούριο απαιτεί κόπο και θυσίες για να σταθεί στα πόδια του και να ορθοποδήσει. 

Τι είδους αλλαγή μπορεί να προκύψει, όταν το μοναδικό κίνητρο και εφαλτήριο γι' αυτήν είναι το οικονομικό; Πώς θα γίνει να αντεπεξέλθουν στους κόπους και στις θυσίες αυτοί που έχουν μάθει μια ζωή στο εύκολο και στο γρήγορο; Πώς θα αποκτήσουν όραμα για το μέλλον αυτοί που έχουν μοναδικό στόχο την επιστροφή σε ένα πρόσφατο παρελθόν ευδαιμονίας; Πώς θα αποκτήσουν κοινή συνείδηση και πώς θα συνεργαστούν αυτοί που σκοτώνονται μεταξύ τους; Πώς θα γίνει αυτοί που έχουν τελείως διαφορετικές αξίες, ιδανικά και προσδοκίες για το μέλλον να αποτελέσουν συνιστώσες μίας κοινής συνισταμένης; 

Οι απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα είναι σύνθετες και περίπλοκες αλλά έχουν έναν κοινό παρονομαστή: Όποια αλλαγή κι αν προκύψει από τη σημερινή κατάσταση, για να είναι ουσιαστική και ριζοσπαστική, πρέπει να είναι φορτισμένη από αντίστοιχες ιδέες. Εάν δεν απορρίπτει συνειδητά τον υλισμό στη φιλοσοφική του βάση, ως τον ακρογωνιαίο λίθο του οικοδομήματος του σύγχρονου Δυτικού πολιτισμού, εάν δεν πηγάζει από την ιδεαλιστική σκέψη και τη φυλετική παράδοση, τότε δεν θα είναι αλλαγή, αλλά θα είναι ένα μεταλλαγμένο κακέκτυπο της υφιστάμενης κατάστασης. Και φυσικά, μία τέτοια αλλαγή χρειάζεται χρόνο, καθώς και μία συλλογική εξελικτική διαδικασία. Δεν μπορεί να γίνει από τη μία μέρα στην άλλη, ούτε μπορεί να πραγματωθεί από μία ετερόκλητη μάζα διαμαρτυρόμενων. 

Θα ήταν λάθος να αντιληφθεί κάποιος τα παραπάνω ως μία παραπομπή στις καλένδες για την ανάγκη ανατροπής του οικονομικοπολιτικού σκηνικού. Σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί το σκεπτικό που αναπτύχθηκε μία αντιστροφή της κομμουνιστικής θεώρησης του ότι “μόνο μέσα σε έναν ορθόδοξο μαρξιστικό κόσμο μπορούν να υλοποιηθούν και να έχουν θετικά αποτελέσματα αυτά τα οποία πιστεύουμε”. Ο αγώνας αποτελεί τρόπο ζωής και πρέπει να συνεχίζεται ακόμα κι αν όλα γύρω μας έχουν γκρεμιστεί και μοιάζουν χαμένα. 

Για να βρούμε τις σωστές απαντήσεις, όμως, πρέπει να αρχίσουμε να θέτουμε τις σωστές ερωτήσεις. Για να βρούμε τον προορισμό μας, πρέπει να προσανατολιστούμε και να κάνουμε προς τη σωστή κατεύθυνση το πρώτο βήμα για το μεγάλο ταξίδι. Εάν δεν μας αρέσει μία κατάσταση, εάν είναι αφόρητη και αποπνικτική, είναι σημαντικό να αγωνιστούμε για να την αλλάξουμε, αλλά είναι εξίσου σημαντικό και το να αποφασίσουμε τι είναι αυτό που θέλουμε. Όχι μόνο τι είναι αυτό που δεν θέλουμε. Για να θερίσουμε καρπούς, πρέπει πρώτα να οργώσουμε και να σπείρουμε. Για να θερίσουμε σιτάρι δεν γίνεται να σπείρουμε βαμβάκι. Η ερμηνεία των ιδεολογιών, μετατρεπόμενη σε δόγμα, μπορεί να παρουσιάσει ακαμψία και να διχάσει. Εξακολουθεί όμως να αποτελεί την μοναδική ασφαλή πυξίδα και να προσφέρει τη μοναδική δυνατότητα δημιουργικής πολιτικής διαφοροποίησης σε μία κοινωνία καταναλωτικής ομογενοποίησης. Η διαλεκτική και η αναθεώρηση αποτελούν τα πιο χρήσιμα εργαλεία στην εξέλιξη των ιδεών. Η αποϊδεολογικοποιημένη αντίδραση, από την άλλη πλευρά, μπορεί να συσπειρώσει και να ενώσει τα ετερόκλητα μόνο σε ένα πρωταρχικό επιφανειακό επίπεδο, στην υλιστική βάση των πρόσκαιρων κοινών συμφερόντων. Θα αποτελεί πάντοτε, όμως, εύκολη λεία στην απεγνωσμένη προσπάθεια του υφιστάμενου συστήματος να κρατηθεί στην εξουσία. 

του Χρήστου Καρανικόπουλου

Ταυτότητα

Αρχείο

Δημοφιλείς Αναρτήσεις

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -