Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2013


Διάβασα με ενδιαφέρον το άρθρο του Γκρεγκ Τζόνσον για το βιβλίο “Αφοσίωση και Ηγεσία” (του συγγραφέα Ντάγκλας Χάιντ, ο οποίος τροφοδότησε είκοσι χρόνια της ζωής του στον ολετήρα του Κομμουνιστικού ακτιβισμού), στο οποίο παρέχονται ενδιαφέρουσες συμβουλές για το πώς μπορεί κάποιος να κινητοποιήσει καλύτερα τον ιδεαλισμό και να εμπνεύσει τη θυσία εκείνων που επιδιώκουν να αλλάξουν τον κόσμο. Γνωρίζοντας τον Χάιντ στους αναγνώστες, ο σκοπός του Τζόνσον ήταν να ενθαρρύνει τους ακτιβιστές της Δεξιάς να μάθουν από τους νικητές της Αριστεράς. Η Δεξιά, υποστήριξε, αγωνίζεται σε μια χαμένη μάχη από το 1943, σε σημείο που σήμερα ακόμη και οι λεγόμενοι ''συντηρητικοί'' να καθορίζονται από τους πολιτικούς τους εχθρούς. Η κατανόηση, λοιπόν, του πώς η Αριστερά δημιούργησε την πολιτιστική της ηγεμονία κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα, είναι απαραίτητη, αν θέλουμε να τελειώσει η τυραννία της κατά τη διάρκεια του εικοστού πρώτου αιώνα.
Το να μάθουμε από τις επιτυχημένες στρατηγικές της Αριστεράς, ωστόσο, αποτελεί μόνο ένα μέρος της “άσκησης”. Το άλλο μέρος είναι η εκμάθηση από τις αποτυχημένες στρατηγικές της Δεξιάς. Η μελέτη του τελευταίου είναι εξίσου σημαντική διότι ο θρίαμβος της Αριστεράς είναι τόσο συνέπεια του πώς οι υποστηρικτές της ισότητας έχτισαν την αξιοπιστία τους (ή τουλάχιστον την ψευδαίσθηση της αξιοπιστίας τους), όσο η ήττα της Δεξιάς είναι συνέπεια του πώς οι ελιτιστές απέτυχαν στους δικούς τους στόχους. Οι αρχικές νίκες της Αριστεράς επιτεύχθηκαν δύσκολα, μετά από σκληρή μάχη, αλλά οι πρόσφατες νίκες της έχουν επιτευχθεί σε μεγάλο βαθμό χωρίς κανέναν αντίπαλο. 

Και είναι αυτή η έλλειψη αποτελεσματικότητας που το κάνει δύσκολο για τη Δεξιά, και ιδιαίτερα για όσους δραστηριοποιούνται υπέρ των Λευκών εθνικών συμφερόντων, ώστε να αποκτήσουν επαρκή χρηματοδότηση. Οι μάζες, ως επί το πλείστον, είναι ιδεολογικά ουδέτερες, έτσι επικρατεί η τάση να βρίσκονται δίπλα στους νικητές, ή τουλάχιστο να αποφεύγουν να έρθουν σε αντιπαράθεση μ’ αυτούς, διότι προσδίδουν κύρος και ελέγχουν πόρους, επομένως είναι πάντα καλύτερα να βρίσκεσαι δίπλα στους νικητές. Οι συνειδητοποιημένοι φυλετιστές, από την άλλη πλευρά, δύσκολα θα συνεισφέρουν οικονομικά, ακόμα και όταν θα επιθυμούσαν να επενδύσουν στην αντίσταση απέναντι στη Αριστερά. Αυτό συμβαίνει επειδή, κατά βάθος, έχουν μηδενική εμπιστοσύνη στο ότι οι πάσης φύσεως δωρεές τους θα χρησιμοποιηθούν αποτελεσματικά για την επίτευξη της αλλαγής. Έχουν συνειδητοποιήσει το ιστορικό της αποτυχίας και έχουν την αίσθηση ότι αν οι υπόλοιποι παρακρατούν τον αλτρουισμό τους θα πρέπει να είναι για καλό λόγο. 

Ποιες είναι λοιπόν οι αποτυχημένες στρατηγικές της Δεξιάς; Παρακάτω θα απαριθμήσω μερικές. Και πιο κάτω προτείνω εναλλακτικές λύσεις. 

Αποτυχημένες στρατηγικές: Μυστήρια ή απίστευτα επιχειρήματα 

Ελευθερία του Λόγου 
Όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με τις προσπάθειες της Αριστεράς για λογοκρισία, πολλοί Λευκοί εθνικιστές διαμαρτύρονται απαιτώντας τον σεβασμό για την ελευθερία του λόγου τους. Φυσικά, τόσο η Αριστερά όσο και η απολιτική πλειοψηφία, αντιμετωπίζουν αυτή την στάση ως υπερβολική υποκρισία. Γιατί; Επειδή έχουν εσωτερικεύσει δύο απλούς αριστερούς συλλογισμούς: 
Οι φυλετιστές είναι εθνικιστές 
Οι ναζί ήταν εθνικιστές 
Επομένως, οι φυλετιστές είναι ναζί 
Οι ναζί μισούν την ελευθερία του λόγου 
Οι φυλετιστές είναι ναζί 
Επομένως, οι φυλετιστές μισούν την ελευθερία του λόγου 

Αποτέλεσμα: Κανείς δεν ακούει. 

Στη θεωρία, η ελευθερία του λόγου αποτελεί το ιερό θεμέλιο μιας ελεύθερης κοινωνίας. Στην πράξη, όμως, η ελευθερία του λόγου δεν είναι παρά μια εύηχη κοινοτοπία, μία αφαιρετική έννοια του δεκάτου ογδόου αιώνα, που λαμβάνεται σοβαρά υπόψη από την άρχουσα τάξη μόνο όταν ο λόγος αρχίσει να απειλεί τη δύναμή της. Όταν το κάνει, οι κανόνες αλλάζουν. 

Αυτό δεν πρέπει να εκπλήσσει. Κατά βάθος οι άνθρωποι γνωρίζουν ότι τα πράγματα ήταν έτσι πριν την εφεύρεση της ελευθερίας του λόγου και ξέρουν ότι θα παραμείνουν έτσι, πάντα και παντού, χωρίς να έχει σημασία ποιός είναι στην εξουσία. Η μόνη διαφορά είναι ότι ορισμένες άρχουσες ελίτ είναι πιο ειλικρινείς από άλλες κατά τον καθορισμό των ορίων του αποδεκτού λόγου, και ότι ορισμένα όρια είναι πιο άνετα από τα άλλα. Επιπροσθέτως, η καθημερινή πράξη δείχνει ότι οι πιο πολλοί άνθρωποι σκέφτονται πως τα όρια στον λόγο είναι μια καλή ιδέα (κανείς δεν απολαμβάνει την κριτική, η απαγόρευσή της, επομένως, παρέχει γαλήνη). 

Ένα ακόμα πρόβλημα είναι ότι, όπως και με άλλες τέτοιες κοινοτοπίες, είναι δύσκολο να ενθουσιαστεί κάποιος για την ελευθερία του λόγου, έστω και αν η λογοκρισία προκαλεί άμεσο θυμό. Βλέποντας πώς ο Νόρμαν Ρόκγουελ απεικόνισε την έννοια, μπορούμε να εκτιμήσουμε την τεχνική του ικανότητα, αλλά δεν μπορώ να φανταστώ την εν λόγω εικόνα να διεγείρει την ηρωική δράση και την θυσία, όχι με τον τρόπο που μπορούν οι πίνακες του Κωνσταντίν Βασίλιεφ, για παράδειγμα. Οι τελευταίοι εκθειάζουν την λεβεντιά και τη δύναμη. Αυτό είναι κάτι με το οποίο ο απλός άνθρωπος μπορεί να ταυτιστεί. Εξυμνούν, επίσης, την ελευθερία του λόγου με έναν πολύ πιο ισχυρό τρόπο: Ένας ατρόμητος και σεβαστός πολεμιστής έχει την ελευθερία του λόγου επειδή δεν τολμά κανείς να τον αντικρούσει από φόβο για τη ζωή του.

Κομμουνιστικές θηριωδίες 
Από τη δεκαετία του 1970, το Ολοκαύτωμα έχει καθιερωθεί ως ένα πολιτιστικό ορόσημο για τη Δύση, μετά από την ανήθικη εκμετάλλευσή του από Αριστερούς και Εβραίους ακτιβιστές και πλαστογράφους, με βασική επιδίωξη την καταστολή της έκφρασης των Λευκών εθνικών συμφερόντων. Η Δεξιά προσπάθησε να απαντήσει, μάλλον αδύναμα, εφιστώντας την προσοχή στις πολύ μεγαλύτερες κομμουνιστικές θηριωδίες. Φυσικά και πρέπει να παραμείνει έντονη η εστίαση της προσοχής απέναντι στο κομμουνιστικό κακό και οι προσπάθειες της Αριστεράς για την αποκατάσταση των Κομμουνιστών ηγετών και των πρώην Κομμουνιστών, καθώς και το να ξεπλύνουν την κομμουνιστική βαρβαρότητα, πρέπει να υποβληθούν σε καυστική καταδίκη, αδυσώπητα, μέχρι ο όρος “Κομμουνιστής” να συρθεί πίσω στα βάθη του υπονόμου, όπου δικαιωματικά ανήκει. 

Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι η ίδια η τερατομορφία της κλίμακας της κομμουνιστικής θηριωδίας στερεί τη δυνατότητα της χρήσης της ως ηθικό επιχείρημα, καθώς οι αριθμοί είναι πολύ μεγάλοι για να γίνουν απόλυτα κατανοητοί. Ακόμη χειρότερα, η κομμουνιστική μηχανή του θανάτου λειτούργησε σε περιοχές του κόσμου που είναι πάρα πολύ μυστηριώδεις, πολύ διαφορετικές και πολύ απόμακρες για τους Δυτικούς ώστε να ταυτιστούν με αυτές, και για τους περισσότερους, η κατάρρευση του σιδηρού παραπετάσματος κατέστησε τον κομμουνισμό μουσειακό λείψανο για περισσότερα από είκοσι χρόνια. Χωρίς μια οργανωμένη προβολή μικρών τηλεοπτικών εκπομπών, ταινιών μεγάλου προϋπολογισμού και απομνημονευμάτων μπεστ-σέλερ, για να τη φέρουν στη ζωή και στην λαϊκή φαντασία, η ιστορία της κομμουνιστικής θηριωδίας θα παραμένει επισκιασμένη από την ιστορία του Ολοκαυτώματος κι έτσι θα λείψει η συνάφεια συζήτησης και σύγκρισης στον εικοστό πρώτο αιώνα.

Είναι οι Εβραίοι! 
Η μελέτη του Κέβιν Μακντόναλντ για τα εβραϊκά πνευματικά κινήματα του εικοστού αιώνα παρέχει μία δυναμική εξήγηση για την κατάσταση της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας. Οι μονογραφίες του θα πρέπει να διδάσκονται ως πανεπιστημιακά συγγράμματα. Δυστυχώς, όμως, οι περισσότεροι δεν κατέχουν την λεπτή, συγκρατημένη και προσεκτική προσέγγιση του καθηγητή Μακντόναλντ όταν αναφέρονται στον Εβραϊσμό. Η κυρίαρχη τάση ανάμεσα σε ένα μεγάλο υποσύνολο Λευκών Εθνικιστών χαρακτηρίζεται από υπερβολή και υπεραπλούστευση, σε σημείο που οι Εβραίοι αποτελούν μια καθολική εξήγηση για όλα τα δεινά του κόσμου: Η ανάλυση της εβραϊκής συνεισφοράς στις ανθρωπιστικές επιστήμες και της εβραϊκής συμμετοχής στην οικονομία και στην πολιτική γρήγορα καταλήγει σε μία γενικευμένη θεωρία συνωμοσίας, όπου οι απαίσιοι Εβραίοι είναι παντού, πίσω από όλα, απίθανα παντογνώστες και παντοδύναμοι. 

Ίσως είναι η ανάγκη των Δεξιών για τάξη. Ίσως να είναι το πάθος των ανθρώπων για μια καλή ιστορία. Ίσως είναι η ανάγκη για έναν αναγνωρίσιμο εχθρό. Όποια κι αν είναι η εξήγηση, για τον απολιτικό παρατηρητή εκεί έξω, οι αλλόκοτες θεωρίες συνωμοσίας που διατυπώνονται από κάποιους είναι τόσο μπαρόκ, τόσο μακριά από την καθημερινή εμπειρία, τόσο οργισμένα επικεντρωμένες σε μια μικρή ομάδα από σχετικά επιτυχημένους ανθρώπους, που τον οδηγούν στο να υιοθετεί την απλή εξήγηση των Αριστερών: “Αντί-σημιτισμός”. Χρειάζεται πάρα πολύς καιρός, και πάρα πολλές λέξεις, για να περιγραφεί σε απλή γλώσσα το πώς η φροϋδική ψυχανάλυση, η μποασιανή ανθρωπολογία, οι διανοούμενοι της Νέας Υόρκης, η Κριτική Θεωρία, η ριζοσπαστική αριστερά και το μεταρρυθμιστικό κίνημα της μετανάστευσης πριν από το 1965 εξαπέλυσαν μία συντονισμένη επίθεση στο δυτικό πολιτισμό, με μια κλίκα σκοτεινών διανοούμενων, νεκρών εδώ και καιρό, που αυτοπροσδιορίζονταν ως Εβραίοι, ήταν βαθιά προβληματισμένοι από τον αντί-σημιτισμό και προσπάθησαν προωθήσουν τα εβραϊκά συμφέροντα. Χρειάζεται πολύς κόπος για να εξηγηθεί σε απλή γλώσσα ότι, όχι, δεν ήταν όλοι Εβραίοι, ότι, ναι, υπήρξε συμμετοχή πάρα πολλών μη Εβραίων, ότι, όχι, δεν ήταν μια συνωμοσία, ότι, ναι, και οι Λευκοί έχουν εθνικά συμφέροντα, ότι, όχι, δεν είναι ρατσιστικό να μιλάμε για αυτό, ότι, ναι, υπάρχουν και καλοί Εβραίοι, ότι, όχι, η κριτική απέναντι σε κάποιους Εβραίους δεν είναι ο κατήφορος που οδηγεί στο Άουσβιτς, και ούτω καθεξής. 

Είναι πολύ περίπλοκο - πολύ απόκρυφο, πολύ βαρετό. Χωρίς αμφιβολία, ο σύνθετος ρόλος των Εβραίων στη σύγχρονη δυτική κοινωνία είναι ένα από τα πιο σημαντικά θέματα της σύγχρονης εποχής. Αλλά είναι επίσης ακατανόητος έξω από έναν μικρό κύκλο ασυνήθιστα ανεξάρτητων καθηγητών και μελετητών. Γι' αυτό το λόγο οι μονολεκτικές εξηγήσεις όπως “ρατσισμός” και “αντί-σημιτισμός” ευδοκιμούν, ακόμα και όταν αναπτύσσονται από δύσοσμους, τζιβάτους τραμπούκους που στριγγλίζουν: Είναι γρήγορες και εύκολες για να τις χωνέψεις και πολιτικά είναι πιο αποτελεσματικές. 

Τα δεινά των Παλαιστινίων 
Πολλοί Λευκοί εθνικιστές θεωρούν σημαντικό το να δώσουν έμφαση στην εβραϊκή επιρροή στις δυτικές κυβερνήσεις, των οποίων η άνευ όρων υποστήριξη για το Ισραήλ έχει κοστίσει όχι μόνο σε χιλιάδες εκατομμύρια δολάρια, αλλά έχει αναγκάσει το σύνολο των πολιτών να ζει υπό τη διαρκή απειλή τρομοκρατικών επιθέσεων από εξαγριωμένους μουσουλμάνους. Η κατάσταση των Παλαιστινίων, που ζουν υπό βάρβαρη ισραηλινή κατοχή, αναφέρεται συχνά, με εκφράσεις οργής, σε μια προσπάθεια να δημιουργηθεί αντιπάθεια προς το εβραϊκό λόμπι. Δυστυχώς, αυτή η οργή καταλήγει να εκφράζεται κυνικά επιτηδευμένη, με μοναδικό κίνητρο τον αντισημιτισμό, αλλά και υποκριτική, καθώς εμφανίζεται να καταδικάζει τις εθνοκρατικές πολιτικές του Ισραήλ την ίδια στιγμή που οι εκφραστές της επιθυμούν ένα έθνος-κράτος στη χώρα τους. 

Εκτός αυτού, γιατί κάποιος Λευκός εθνικιστής να δώσει δεκάρα για τους Παλαιστίνιους; Θα ήταν πιο αξιόπιστο να σταματήσει τις εκφράσεις οργής και απλά να δηλώσει ότι η ανεπιφύλακτη υποστήριξη προς το Ισραήλ έχει αποδειχθεί πολύ δαπανηρή για τους Ευρωπαίους και Βόρειο-Αμερικάνους πολίτες, και ότι το Ισραήλ θα πρέπει να ακολουθεί τα ίδια πρότυπα συμπεριφοράς που αναμένονται από τα άλλα ανεπτυγμένα έθνη, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. 

Αναθεώρηση του Ολοκαυτώματος 
Ο στόχος της αναθεώρησης του Ολοκαυτώματος είναι να αποδυναμωθεί το πιο ισχυρό ηθικό όπλο των ρατσιστών Εβραίων και της Αριστεράς: Καταρχάς, με την έκθεση των ψευδών και των αντιφάσεων στην καθιερωμένη ιστορική αφήγηση, και, κατά δεύτερον, εκθέτοντας το καθεστώς προστασίας της εν λόγω αφήγησης, η ελπίδα είναι ότι η τυπική αφήγηση θα τεθεί υπό αμφισβήτηση, αποκαλύπτοντας έτσι τις κυνικές μεθοδεύσεις εκείνων που την χρησιμοποιούν ως πολιτικό εργαλείο για την επίτευξη μίας εθνικής ατζέντας. 

Οι αναθεωρητές του Ολοκαυτώματος θεωρούν το έργο τους ως το σημαντικότερο της εποχής, αλλά έχει αποδειχθεί δύσκολο γι’ αυτούς να κερδίσουν την συμπάθεια των μαζών διότι, παρά την πολιτική και την αρχή της ιστορικής ακρίβειας, οι ναζί εξακολουθούν να θεωρούνται σκληροί, απάνθρωποι και εγκληματίες. Ίσως δεν υπήρχαν θάλαμοι αερίων σε πολλά από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ίσως δεν υπήρχε υπογεγραμμένη εντολή από τον Αδόλφο Χίτλερ. Ίσως ο αριθμός των έξι εκατομμυρίων να έχει βιβλική προέλευση. Όταν, όμως, η διάπραξη ενός εγκλήματος σε μεγάλη κλίμακα είναι αναμφίβολη, ακόμη και μεταξύ των αναθεωρητών, τίποτα από αυτά δεν κάνει τη διαφορά για τον απλό άνθρωπο στο δρόμο: Σε ό,τι τον αφορά, έστω κι αν όλες αυτές οι αμφιβολίες είναι έγκυρες, οι ναζί δεν ήταν καλοί για τους Εβραίους. 

Με άλλα λόγια, από πρακτική πολιτική άποψη, το θέμα είναι πολύ απόκρυφο, και όταν η τυπική αφήγηση απολαμβάνει τη νομιμότητα που παρέχεται από εκδοτικούς οίκους, επιφανείς επιστήμονες, αφρόκρεμες πανεπιστημίων και τα παγκόσμια μέσα μαζικής ενημέρωσης και ψυχαγωγίας, ο άνθρωπος στο δρόμο δεν μπορεί παρά να απορρίψει την τραχιά εναλλακτική λύση που διατυπώνεται από μια μειοψηφία μη διαπιστευμένων ερευνητών που βρίσκονται στο περιθώριο (για τον ίδιο), ως αντισημιτική θεωρία συνομωσίας. 

Το κίνημα της αναθεώρησης του Ολοκαυτώματος έχει καταφέρει πράγματι μια σειρά από νίκες όλα αυτά τα χρόνια και διαθέτει ένα μικρό αλλά αυξανόμενο κοινό. Ωστόσο, αυτό έχει επιτευχθεί με ένα φοβερό τίμημα για όσους συμμετέχουν, ενώ το στάτους του Ολοκαυτώματος έχει αυξηθεί από τότε που ο Paul Rassinier δημοσίευσε το “Δράμα των Εβραίων της Ευρώπης” το 1964. Στο πλαίσιο αυτό, η παραληρηματική παράνοια κάποιων συνομωσιολόγων, εμπνευσμένων από το κίνημα της αναθεώρησης του Ολοκαυτώματος, προκάλεσε αντίθετα αποτελέσματα από τα αναμενόμενα, δίνοντας κίνητρο σε απολιτικούς πολίτες να υποστηρίξουν τις εβραϊκές θέσεις για τη νομική επιβολή ορίων στη σκέψη και την έκφραση. 

Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η καθιερωμένη αφήγηση του Ολοκαυτώματος θα αναθεωρηθεί στο μέλλον, αλλά αυτό θα είναι σύμπτωμα, παρά αιτία, της μετατόπισης εξουσίας από την παρούσα άρχουσα τάξη. Η ιστορία που διδάσκεται στα σχολεία και στα πανεπιστήμια είναι γραμμένη από νικηφόρους ηγεμόνες και όχι από ηττημένους αντιφρονούντες. 

 “Δεν είμαι ρατσιστής, αλλά...” 
Αρνήσεις του ρατσισμού από την πλευρά των Λευκών εθνικιστών, ή γενικά των Λευκών, δεν λαμβάνονται σοβαρά υπόψη. Αντιθέτως, δείχνουν αδυναμία και εξυπηρετούν μόνο για να προωθηθεί η δίψα για αίμα των αντιρατσιστών. Τη στιγμή που λέει κάποιος “εγώ δεν είμαι ρατσιστής αλλά...” τα μάτια μου γυαλίζουν: Γνωρίζω ότι έχω μπροστά μου κάποιον που επιτρέπει στους εχθρούς του να τον καθορίσουν, που δεν έχει το θάρρος της πεποίθησης του, που θα καταρρεύσει υπό πίεση, που θα ζητήσει συγνώμη με την πρώτη ευκαιρία, που θα κατευνάσει, που θα σκύψει το κεφάλι και θα τραυλίσει, και θα πέσει στα γόνατα για να διατηρήσει τα προνόμια του, του οποίου η αυτοεκτίμηση, εν ολίγοις, εξαρτάται από το σύστημα που τον μισεί. 

Ένα τέτοιο άτομο δεν μπορεί να ληφθεί σοβαρά υπόψη: Το “δεν είμαι ρατσιστής, αλλά ...” υποδηλώνει κενό χώρο, μια δειλή δομή κολλημένη με σελοτέιπ και τσίχλες, αντί για έναν συμπαγή πυρήνα. Κατ' επέκταση, ένα τέτοιο άτομο είναι δειλός και υποκριτής ρατσιστής – τουλάχιστο οι περήφανοι κερδίζουν περισσότερο σεβασμό. 

Μπορεί κάποιος να είναι ρατσιστής ή και να μην είναι, ό,τι και να σημαίνει αυτό. Αλλά ποιός νοιάζεται; Το αν ένα Λευκό άτομο προτιμά την συναναστροφή άλλων Λευκών ή όχι είναι δικαίωμα του και άσχετο σε μία πολιτική συζήτηση. Οι καταγγελίες ρατσισμού αντιμετωπίζονται καλύτερα, όχι με αρνήσεις ή επεξηγήσεις, αλλά με μια αδίστακτη αντεπίθεση. Και υπάρχει αφθονία στόχων. 

Μετάφραση για το Ιδεάπολις του Νίκου Καρατουλιώτη

Ταυτότητα

Αρχείο

Δημοφιλείς Αναρτήσεις

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -