Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013


Εάν υπάρχει ένα μοναδικό χαρακτηριστικό το οποίο να χαρακτηρίζει τη συντριπτική πλειονότητα της λειτουργίας των σύγχρονων ελληνικών εθνικιστικών κομμάτων, οργανώσεων και σχηματισμών, αυτό δεν είναι άλλο από την προσωποκεντρικότητα. Από την υποχρεωτική διάλυση του Κ4Α το ‘67, με την ταυτόχρονη “αξιοποίηση” του Κ. Πλεύρη, από το δικτατορικό καθεστώς, μέχρι τη χρησιμοποίηση του Ελληνικού Μετώπου, ως προίκα για την πολιτική ανέλιξη του Μ. Βορίδη, και, με ενδιάμεσο σταθμό, τον οικογενειοκρατικό ηγετικό κύκλο της Χρυσής Αυγής, η πολιτική ατζέντα κάθε σχηματισμού καθορίζεται αποκλειστικά από τα συμφέροντα και την αντίληψη του εκάστοτε, χαρισματικού ή λιγότερο χαρισματικού, αρχηγού. Η αυταρχική λειτουργία με βάση την αρχή του ενός ανδρός και η χρόνια αντικαταστατική συμπεριφορά, παρά το ιδεολογικό περίβλημα που ενδύθηκαν, στιγμάτισαν ολόκληρη τη σύγχρονη πορεία του ευρύτερου εθνικιστικού “χώρου” και προβλημάτισαν ένα μεγάλο μέρος των, νεότερων κυρίως, εθνικιστών. 

Ως εκ τούτου, από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, αναδύθηκε η εθνικιστική αυτονομία ως μία προσπάθεια πολιτικής και οργανωτικής διαφοροποίησης σε σχέση με τους υπάρχοντες σχηματισμούς, αλλά και σε σχέση με την επικρατούσα νοοτροπία του “χώρου”. Μήτρα της εθνικιστικής αυτονομίας στην Ελλάδα αποτέλεσε κατά βάση η Χρυσή Αυγή, με τις διάφορες διασπάσεις της, αλλά όχι αποκλειστικά, μια και υπάρχουν αρκετοί αυτόνομοι εθνικιστές που προήλθαν από άλλους σχηματισμούς ή δεν είχαν καμία άλλη επαφή με το “χώρο” προηγουμένως. Όσο για τους κυριότερους εκφραστές της, είναι σίγουρα η ομάδα του Μαύρου Κρίνου, που προηγήθηκε χρονικά και, φυσικά, το Δίκτυο Αυτόνομων Εθνικιστών. Βεβαίως, υπήρξαν και υπάρχουν κι άλλες προσπάθειες και συσπειρώσεις, που αυτοπροσδιορίζονται αυτόνομες και κινούνται ιδεολογικά στον εθνικιστικό χώρο, ενώ η ιδέα της εθνικιστικής αυτονομίας έχει αναλυθεί ήδη από τη δεκαετία του '80, μέσα από εκδοτικές, κυρίως, προσπάθειες. Εμείς, όμως, για την οικονομία του κειμένου, θα επικεντρωθούμε στην τελευταία δεκαετία, μια και ό,τι προηγήθηκε δεν ήταν παρά σποραδικό, χωρίς να αφήσει κάποια ιδιαίτερη κληρονομιά, πέρα από κάποια αξιόλογα κείμενα. 

Ορίζοντας ένα χρονικό κύκλο, ο οποίος άρχισε περίπου με τη δημιουργία του Μαύρου Κρίνου και έκλεισε με τη διακοπή λειτουργίας του Αυτόνομου Δικτύου και την εκρηκτική εκλογική άνοδο της Χρυσής Αυγής, μπορούμε να κάνουμε ορισμένες κρίσεις και να εξάγουμε κάποια χρήσιμα συμπεράσματα σχετικά με τον αντίκτυπο της εθνικιστικής αυτονομίας σ' αυτό το διάστημα: 

Καταρχήν, το σημαντικότερο επίτευγμα του αυτόνομου εθνικισμού είναι σίγουρα το γεγονός ότι απέδειξε εμπράκτως πως υπάρχει πολιτική σκέψη και δυνατότητα δραστηριοποίησης και έξω από τους παραδοσιακούς σχηματισμούς, αποτελώντας παράδειγμα και δίνοντας αγωνιστικό έναυσμα σε αρκετές συλλογικότητες και ατομικότητες, ώστε να χαράξουν το δικό τους μονοπάτι. Σε έναν ευρύ πολιτικό “χώρο”, όπου περισσεύουν οι “αυθεντίες” και όπου τα επίθετα “αληθινός” και “μοναδικός” χρησιμοποιούνται κατά κόρον, ως ποιοτικά χαρακτηριστικά αυτοεπιβεβαίωσης, η εθνικιστική αυτονομία αποτέλεσε αποφασιστικό βήμα πολιτικής χειραφέτησης και ακηδεμόνευτης δράσης για εκατοντάδες νέους ανθρώπους. 

Κατά δεύτερο λόγο, σε επίπεδο πολιτικής σκέψης και λόγου, η εθνικιστική αυτονομία υπερέβη τα στεγανά και τη μονομανία του “χώρου” σε ζητήματα όπως ο μνημοσυνιακός αλυτρωτισμός, η ταύτιση με το κράτος και η ρητορική ενάντια στη λαθρομετανάστευση δια πάσα νόσο. Απεναντίας, καταπιάστηκε με σύγχρονα και επίκαιρα ζητήματα, παρουσίασε διαφορετικές οπτικές και προσεγγίσεις, αναθεώρησε όπου χρειάστηκε και επέδειξε μία ανοιχτή και αντιδογματική συμπεριφορά. Επιπροσθέτως, ανέδειξε μία διαφορετική αισθητική, σύγχρονη και πρωτότυπη, βασισμένη στο συμβολισμό, η οποία απέχει από το αναμάσημα μιλιταριστικών προτύπων και παρωχημένων μεταφορών προπαγάνδας του '30. 

Τέλος, θα πρέπει να επισημάνουμε και ορισμένα σημεία αναφοράς, τα οποία έπαιξαν και παίζουν, το δικό τους σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της εθνικιστικής αυτονομίας. Πρώτα απ' όλα, οφείλουμε να αναφερθούμε στην έκδοση του βιβλίου “Νοσταλγοί του Μέλλοντος”, το οποίο αποτέλεσε μία καλαίσθητη εκδοτική προσπάθεια που, μέσω της συλλογικής συγγραφής, μετέδωσε το στίγμα του όλου εγχειρήματος. Εξίσου σημαντική, σε επίπεδο συσπείρωσης, ήταν η παρουσίαση του βιβλίου σε αρκετές πόλεις ανά την επικράτεια, η οποία έδωσε την αφορμή για τη σταδιακή διαμόρφωση αρκετών συλλογικοτήτων σε διάφορες επαρχιακές πόλεις. 

Επίσης, η λειτουργία του Skinhouse Hellas στην κεντρική Ελλάδα, αποτελεί από μόνη της ένα κεφάλαιο για την ιστορία του κινήματος, καθώς πρόκειται για μία από τις ελάχιστες υπάρχουσες δομές, με πολύπλευρη παρουσία και για ένα χώρο που έχει καταστεί κυψέλη δημιουργικότητας για πολλά χρόνια στην ευρύτερη περιοχή. 

Από την άλλη μεριά, δεν γίνεται να μην αναφερθεί, έστω και επιγραμματικά, λόγω του ότι εκκρεμούν δικαστικές αποφάσεις, ο καταλυτικός ρόλος που έπαιξαν η καταστολή και η ελληνική “δικαιοσύνη” στην περαιτέρω ανάπτυξη του ελληνικού αυτόνομου εθνικιστικού κινήματος. Αυτό όμως αποτελεί ζήτημα το οποίο θα ήταν καλύτερο να αναλυθεί στο απώτερο μέλλον. 

Προσπαθώντας να δούμε σφαιρικά και αποστασιοποιημένα το ζήτημα της εξέλιξης της εθνικιστικής αυτονομίας στην Ελλάδα, οφείλουμε να προχωρήσουμε και σε μία εποικοδομητική κριτική απέναντι σε θέματα τα οποία δεν λειτούργησαν όπως θα έπρεπε ή όπως θα μπορούσαν να λειτουργήσουν. Καταρχάς, ένα ζήτημα εγγενές στον τρόπο λειτουργίας μίας οποιασδήποτε μη-απόλυτα-ιεραρχικής συλλογικότητας, είναι το φαινόμενο της πολυγλωσσίας (κάτι τελείως διαφορετικό από την πολυφωνία), καθώς δεν υπάρχει κάποια αυστηρά καθορισμένη πολιτική “γραμμή”, που πρέπει να ακολουθηθεί απαρέγκλιτα οριοθετώντας και σηματοδοτώντας. Είναι προφανές και λογικό, βέβαια, ότι ένα κίνημα που εξελίσσεται και διαμορφώνεται χρειάζεται χρόνο και τριβή για να τελειοποιήσει την πολιτική του έκφραση αν και, σ' αυτή την πρώτη φάση του ελληνικού αυτόνομου εθνικισμού, ίσως να μην ήταν καν αυτό το ζητούμενο, με βάση τα δεδομένα. Θα αποτελούσε όμως στρουθοκαμηλισμό να αρνηθούμε το ετερόκλητο ατόμων, νοοτροπιών, ιδεών και πολιτικών που συνέθεσαν αυτήν την πρώτη προσπάθεια και εξέφρασαν παράλληλα τις δικές τους επιδιώξεις και τους δικούς τους στόχους. 

Εκτός αυτού, ίσως και λόγω της αντίθεσης στην προσωποκεντρικότητα που αναφέρθηκε στον πρόλογο, στα μέσα επικοινωνίας των αυτόνομων ομάδων προβλήθηκε ιδιαίτερα το θέμα της οριζόντιας και κάθετης ιεραρχίας, μερικές φορές τόσο έντονα, που κατέληξε η άρνηση της απόλυτης ιεραρχίας σε αρκετές περιπτώσεις να αλλοτριώσει την έννοια της αυτονομίας, ιδεολογικοποιώντας μία στάση “περιορισμένης ευθύνης”. Έτσι λοιπόν, οποιαδήποτε υποτυπώδης προσπάθεια συντονισμού αρκετές φορές απορριπτόταν ως προσπάθεια “καταπίεσης”, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις, η αυτόνομη δράση κατέληξε να σημαίνει “κάνω ό,τι μου αρέσει, όποτε μου αρέσει, όπως μου αρέσει”. Μ' αυτή τη νοοτροπία είναι περιττό να αναφέρουμε πως δεν δημιουργείται κίνημα. 

Τέλος, ενώ κατά βάση η αισθητική της κίνησης χαρακτηρίστηκε από πρωτοτυπία, υπήρξαν επίσης αρκετές περιπτώσεις που έγινε αλόγιστη και άκριτη χρήση συμβόλων και συνθημάτων διασκευασμένων αλλά ξένων προς τις ιδέες μας, προερχομένων κατευθείαν από τον αριστερό και αναρχικό χώρο. Αν και κάτι τέτοιο είναι δημοφιλές για πρακτικούς λόγους, ιδιαίτερα ανάμεσα στους αυτόνομους εθνικιστές της Γερμανίας (λόγω της πολύ σκληρής αντιεθνικιστικής νομοθεσίας), η αισθητική του black block, η οποία στην Ελλάδα έχει ταυτιστεί αποκλειστικά με τον αναρχικό χώρο, περισσότερο πέρασε σαν μία αποτυχημένη προσπάθεια “κλεψίματος”, παρά σαν οτιδήποτε άλλο. 

Κλείνοντας αυτό το συνοπτικό κείμενο, το μόνο σίγουρο είναι πως δεν κλείνει και το θέμα της εθνικιστικής αυτονομίας στην Ελλάδα. Σίγουρα ολοκληρώθηκε μία πρώτη περίοδος, με τα θετικά της και τα αρνητικά της, η οποία όμως, τουλάχιστον ως εμπειρία, είχε θετικό πρόσημο. Εάν γίνει ένας σωστός απολογισμός και αξιοποιηθεί η κληρονομιά αυτής της περιόδου, με συνέπεια, υπομονή και επιμονή, τότε ο σπόρος θα καρπίσει. Η γεύση των καρπών θα έχει άμεση σχέση με την εξελικτική πορεία που θα ακολουθηθεί στο άμεσο μέλλον, μετά από μία σχετικά εκτεταμένη περίοδο εσωστρέφειας. 

Στόχος αυτού του κειμένου, εξαρχής, ήταν η καλοπροαίρετη συνεισφορά σ' αυτήν την προσπάθεια απολογισμού, όχι ως στείρα ομφαλοσκόπηση, αλλά με γνώμονα το μέλλον. Κρατούμε, εξάλλου, πάντα στο μυαλό μας τις παρακάτω γραμμές: “Ριζοσπάστες λοιπόν, αυτό πρέπει να γίνουμε, αιώνια Πιστοί και αιώνια Αληθινοί. Μια νέα εποχή για τον Εθνικισμό ανατέλλει και οφείλουμε σε αυτήν να είμαστε παρόντες”! 

του Χρήστου Καρανικόπουλου

Ταυτότητα

Αρχείο

Δημοφιλείς Αναρτήσεις

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -