Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2013



Μέρος Α

Με την σημερινή του έννοια, το έθνος εμφανίζεται ως ένα σύγχρονο φαινόμενο. Από αυτή την άποψη, ο Colette Beaune [1] και ο Bernard Guene είναι λάθος στον εντοπισμό της γέννησης του έθνους τόσο νωρίς στην ιστορία. Αυτή η ιδέα βασίζεται σε αναχρονισμούς: Συγχέει το "βασιλικό" με το "εθνικό", τη διαμόρφωση της ιθαγένειας με τον σχηματισμό του έθνους. Ο σχηματισμός της εθνικότητας αντιστοιχεί με τη γέννηση μιας αίσθησης του ανήκειν, η οποία αρχίζει να εισχωρεί πέρα από τον απλό γενέθλιο ορίζοντα, κατά τη διάρκεια του πολέμου εναντίον των Πλανταγενετών - μια αίσθηση που ενισχύεται κατά τη διάρκεια του εκατονταετούς πολέμου. Αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στον Μεσαίωνα η λέξη “έθνος” (σημ. μτφρ. nation) είχε διαφορετική σημασία - οι Nationes της Σορβόννης για παράδειγμα, είναι απλά ομάδες φοιτητών που μιλούν διαφορετική γλώσσα (σημ. μτφρ. διάλεκτο). Με τον ίδιο τρόπο, η λέξη “χώρα”, η οποία εμφανίστηκε στη Γαλλία μόλις τον 16ο αιώνα από τους ανθρωπιστές (Dolet, Ronsard, Du Bellay), αρχικά αναφέρονταν στη μεσαιωνική έννοια της “πατρίδας”. Ο “πατριωτισμός”, όμως, σήμαινε κάτι περισσότερο από μια απλή σύνδεση με τον τόπο γέννησης ενός ατόμου, σήμαινε την αφοσίωση προς τον Θεό ή την πίστη στο πρόσωπο του Βασιλιά. Ακόμη και η λέξη "Γαλλία" εμφανίστηκε σχετικά αργά. Ξεκινώντας από τον Κάρολο τον ΙΙΙ (ονομαζόμενος και Απλός), ο τίτλος που υποδήλωνε τον Βασιλιά της Γαλλίας ήταν Rex των Φράγκων (Rex Francorum ). Ο τίτλος Rex Franciae εμφανίστηκε στις αρχές του 13ου αιώνα, υπό τον Φίλιππο Αύγουστο, μετά την ήττα του Κόμη της Τουλούζης του Μουρέτ (Count of Toulouse au Muret), η οποία έληξε με την προσάρτηση των χωρών που ομιλούσαν την τοπική διάλεκτο d'oc (Νοτιός Γαλλία - Οξυτανία) και με τη εκδίωξη των Καθαρών. 

Η ιδέα του έθνους συγκροτήθηκε πλήρως μόνο κατά τον 18ο αιώνα και ειδικότερα μετά την επανάσταση. Στην αρχή αναφέρθηκε ως έννοια κυριαρχίας, σε αντίθεση με την απόλυτη μοναρχία, συσπειρώνοντας όσους είχαν τα ίδια πολιτικά και φιλοσοφικά πιστεύω. Δεν ήταν πλέον ο Αυτοκράτορας, αλλά το "έθνος", το οποίο ενσάρκωνε την πολιτική ενότητα της χώρας. Το οποίο αποτελούσε την αφηρημένη τοποθεσία όπου οι άνθρωποι θα μπορούσαν να συλλάβουν και να ασκήσουν τα δικαιώματά τους και όπου τα άτομα μετατρέπονταν σε πολίτες. 

Πρώτα απ 'όλα, το έθνος είναι ο κυρίαρχος λαός, οποίος, στην καλύτερη των περιπτώσεων, αναθέτει στον Βασιλιά να εφαρμόσει το δίκαιο που προέρχεται από τη γενική θέληση. Επίσης, είναι ο λαός ο οποίος αναγνωρίζει την εξουσία του κράτους, κατοικεί στο ίδιο έδαφος και αναγνωρίζει ο ένας τον άλλο ως μέλη της ίδιας πολιτικής ενότητας. Τέλος, είναι η ίδια η πολιτική ενότητα. Για το λόγο αυτό η αντεπαναστατική παράδοση, η οποία εξυψώνει την αριστοκρατική αρχή, αρχικώς αρνείται να εκτιμήσει την έννοια του έθνους. Αντιθέτως, το άρθρο 3 της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του 1789 διακηρύσσει: "Το Έθνος είναι η αποκλειστική πηγή κάθε εξουσίας. Καμία ομάδα ανθρώπων και κανένα άτομο δεν μπορεί να ασκεί εξουσία που δεν απορρέει από το Έθνος". Ο Bertrand de Jouvenel έγραψε ακόμη ότι: “Εκ των υστέρων, το επαναστατικό κίνημα φαίνεται να είχε ως στόχο τη θεμελίωση της λατρείας του έθνους”. [2] 

Τι είναι αυτό που διακρίνει την αυτοκρατορία από το έθνος; Πρώτα απ 'όλα, το γεγονός ότι η αυτοκρατορία δεν είναι κατά κύριο λόγο μια περιοχή, αλλά ουσιαστικά μια ιδέα ή μια αρχή. Η πολιτική τάξη καθορίζεται από αυτή - όχι από υλικούς παράγοντες ή από την κατοχή μιας γεωγραφικής περιοχής. Είναι καθορισμένη από ένα πνευματικό ιδεώδες ή μία νομική αρχή. Από αυτή την άποψη, θα ήταν σοβαρό λάθος να πιστεύουμε ότι η αυτοκρατορία διαφέρει από το έθνος κυρίως όσον αφορά το μέγεθος, δεδομένου ότι κατά κάποιο τρόπο είναι "ένα έθνος μεγαλύτερο από ότι άλλα". Φυσικά, μια αυτοκρατορία καλύπτει μια ευρεία περιοχή. Αυτό που είναι σημαντικό, ωστόσο, είναι ότι ο αυτοκράτορας κατέχει την εξουσία από τη δύναμη και την αρετή (virtue) που ενσωματώνει, υπερβαίνοντας την απλή κατοχή της. Ως Κυβερνήτης του Κόσμου (dominus mundi) αυτός είναι ο κυρίαρχος πάνω από τους πρίγκιπες και βασιλιάδες, δηλαδή, κυβερνά πάνω από ηγεμόνες, όχι πάνω από εδάφη, και αντιπροσωπεύει μια δύναμη που ξεπερνά την κοινότητα που κυβερνά. 

O Ιούλιος Έβολα γράφει: “Η αυτοκρατορία δεν πρέπει να συγχέεται με τα βασίλεια και τα έθνη που την αποτελούν επειδή είναι κάτι ποιοτικά διαφορετικό, πριν και πάνω από το καθένα από αυτά, όσον αφορά την αρχή της". [3] Πριν εκφράσει ένα σύστημα υπερ-εθνικής εδαφικής κυριαρχίας "η παλιά ρωμαϊκή έννοια του imperium αναφέρεται στην καθαρή δύναμη της κυριαρχίας και εν μέρη στη μυστικιστική δύναμη της αυθεντίας (auctoritas)". Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, η επικρατούσα διάκριση ήταν ακριβώς αυτή μεταξύ αυθεντίας (auctoritas) (ηθική και πνευματική ανωτερότητα) και potestas (απλή πολιτική δημόσια εξουσία που ασκείται με νόμιμα μέσα). Τόσο στη μεσαιωνική Αυτοκρατορία, όσο και στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ήταν θεμελιώδης αυτή η διάκριση και ο διαχωρισμός μεταξύ της αυτοκρατορικής εξουσίας και της κυριαρχικής εξουσίας του αυτοκράτορα πάνω από συγκεκριμένους λαούς. Για παράδειγμα, ο Καρλομάγνος ήταν εν μέρη αυτοκράτορας και εν μέρη βασιλιάς των Λομβαρδών και των Φράγκων. Από 'κει και πέρα, η αφοσίωση στον αυτοκράτορα δεν είχε σήμαινε απαραίτητα υποταγή σ 'ένα λαό ή σε μια συγκεκριμένη χώρα. Με τον ίδιο τρόπο, στην Αυστρο-ουγγρική αυτοκρατορία, η πίστη στη δυναστεία των Αψβούργων αποτελούσε “τον φασιστικό δεσμό μεταξύ των λαών που αντικατέστησε τον πατριωτισμό" (Jean Branger) και επικράτησε έναντι των σχέσεων εθνικού χαρακτήρα. 

Αυτός ο πνευματικός χαρακτήρας της αυτοκρατορικής αρχής προκάλεσε άμεσα την περίφημη διαμάχη της περιβολής, προκαλώντας σύγκρουση μεταξύ παπικών και αυτοκρατορικών για αρκετούς αιώνες. Με την απουσία στρατιωτικού περιεχομένου, η έννοια της αυτοκρατορίας απέκτησε αρχικά έναν ισχυρό θεολογικό χαρακτήρα στο μεσαιωνικό γερμανικό κόσμο, όπου μπορούσε κανείς να δει μια χριστιανική επανεμφάνιση της ρωμαϊκής ιδέας του imperium. Θεωρώντας τους εαυτούς τους εκτελεστές της παγκόσμιας ιερής ιστορίας, οι αυτοκράτορες συνέλαβαν την ιδέα της Αυτοκρατορίας ως "ιερού θεσμού” (Sacrum imperium), ο οποίος έπρεπε να αποτελεί μια αυτόνομη δύναμη σε σχέση με τον Πάπα. Αυτός ήταν και ο λόγος για τη διαμάχη μεταξύ των Γουέλφων και των Γιβελίνων. 

Οι οπαδοί του αυτοκράτορα, οι οποίοι απέρριπταν τις αξιώσεις του πάπα - Γιβελίνοι - βρήκαν καταφύγιο στην παλιά διάκριση μεταξύ imperium και sacerdotium, ως δύο εξίσου σημαντικών ρόλων, θεσμοθετημένων από το Θεό. Η ερμηνεία αυτή ήταν μια αναβίωση του ρωμαϊκού πλαισίου των σχέσεων μεταξύ του αυτοκράτορα και του pontifex maximus, με τον καθένα να είναι ανώτερος από τον άλλον στην αντίστοιχη περίπτωση. Η θέση των Γιβελίνων δεν ήταν να τοποθετήσουν την πνευματική αρχή υπό της κοσμικής εξουσίας, αλλά να διεκδικήσουν ισότιμη πνευματική εξουσία για τον αυτοκράτορα, σε σχέση με τα αποκλειστικά δικαιώματα της Εκκλησίας. Έτσι, για τον Φρειδερίκο ΙΙ Hohenstaufen, ο αυτοκράτορας είναι ο ημίθεος διαμεσολαβητής, μέσω του οποίου η δικαιοσύνη του Θεού απλώνεται πάνω στη γη. Αυτή η αναθεώρηση, που καθιστά τον αυτοκράτορα τη βασική πηγή του δικαίου και παρέχει σ 'αυτόν το χαρακτήρα του “ζωντανού νόμου επί της γης" (lex animata in terris), αποδίδει την απαίτηση των Γιβελίνων: Όπως ο Πάπας, έτσι και η Αυτοκρατορία θα πρέπει να αναγνωρίζεται ως θεσμικό όργανο ιερό στη φύση και τον χαρακτήρα. Ο Έβολα τονίζει ότι η αντίθεση μεταξύ των Γουέλφων και των Γιβελίνων "δεν ήταν μόνο πολιτική... εξέφραζε τον ανταγωνισμό των δύο μεγάλων δογμάτων που διεκδικούσαν αμφότερα μια πνευματική διάσταση... Σε βαθύτερο επίπεδο, ο Γιβελινισμός έκρινε ότι κατά τη διάρκεια της επιρροής του στη γη (ως αυτοπειθαρχία, μάχη και καθήκον), το άτομο θα μπορούσε να υπερβεί τον εαυτό του... μέσω της δράσης και κάτω από το σύμβολο της Αυτοκρατορίας, σύμφωνα με το χαρακτήρα του “υπερφυσικού” θεσμού που είχε εξασφαλίσει". [4] 

Από εδώ και πέρα, η παρακμή της Αυτοκρατορίας στο πέρας των αιώνων είναι συνεχής, με τη μείωση του κεντρικού ρόλου που διαδραματίζει η αρχή της και αντίστοιχη με την κίνηση προς μια καθαρά εδαφική οριοθέτηση. Η Γερμανική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία είχε ήδη αλλάξει όταν έγινε η προσπάθεια στην Ιταλία και στη Γερμανία προκειμένου να συνδεθεί ως μια προνομιακή περιοχή. Αυτή η ιδέα είναι απούσα και στον Δάντη, για τον οποίο ο Αυτοκράτορας δεν είναι ούτε Γερμανός ούτε Ιταλός, αλλά "Ρωμαίος", με την πνευματική έννοια, δηλαδή, ένας διάδοχος του Καίσαρα και του Αυγούστου. Με άλλα λόγια, η αυτοκρατορία δεν μπορεί να μεταμορφωθεί σε ένα “μεγάλο έθνος” χωρίς να καταρρεύσει, διότι, με βάση την αρχή που ενσαρκώνει, κανένα έθνος δεν μπορεί να αναλάβει και να ασκήσει κυριαρχική λειτουργία εφόσον δεν υπερβαίνει τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και συμφέροντά του. "Η αυτοκρατορία, υπό την αληθινή έννοια του όρου," καταλήγει ο Έβολα, “μπορεί να υπάρχει μόνο όταν είναι ζωντανή από μια πνευματική ζέση... Εάν αυτό λείψει, τότε θα υπάρχει μόνο ως ένα δημιούργημα που σφυρηλατήθηκε από τη βία - ιμπεριαλισμός - ένα απλό μηχανικό οικοδόμημα χωρίς ψυχή". [5] 

Από την πλευρά του, το έθνος έχει τις ρίζες του στην αξίωση ότι το βασίλειο αποκτά αυτοκρατορικά προνόμια που αφορούν ένα έδαφος, μια περιοχή και όχι μια αρχή. Οι απαρχές του τοποθετούνται στη διαίρεση της Καρολίγγειας Αυτοκρατορίας, μετά τη Συνθήκη του Βερντέν. Σε εκείνο το σημείο η Γαλλία και η Γερμανία, αν μπορεί κανείς να τις αποκαλεί έτσι, άρχισαν να έχουν ξεχωριστή μοίρα και πορεία .Η τελευταία διατήρησε την αυτοκρατορική παράδοση, ενώ το βασίλειο των Φράγκων (Regnum Francorum) αποσχίστηκε από την γερμανική κοινότητα, και σιγά σιγά εξελίχθηκε σ' ένα σύγχρονο έθνος, μέσα από το πέρασμα της μοναρχίας. Το τέλος της Καρολίγγειας δυναστείας ήρθε κατά την διάρκεια του 10ου αιώνα: Το 911 στη Γερμανία και το 987 στη Γαλλία. Ο εκλεγμένος το 987, Hugues Capet ήταν ο πρώτος βασιλιάς που δεν καταλάβαινε τη φράγκικη διάλεκτο. Ήταν επίσης ο πρώτος ηγεμόνας που τοποθέτησε τον εαυτό του έξω από την αυτοκρατορική παράδοση, κάτι το αναφέρει στη Θεία Κωμωδία ο Δάντης γράφοντας γι' αυτόν ότι : “Ήμουν η κακοήθης στέγη της οποίας η σκιά σκέπαζε κάθε χριστιανική γη”. 

Σημειώσεις 

(1) Naissance de la Nation France (Paris: Gallimard, 1985) 
(2) Les Debuts de l’Etat Moderne: Une Histoire des Idees Politiques au XIXe Siecle (Paris: Fayard, 1976) p. 92 
(3) Revolte Contre le Monde Moderne, (Montreal: L’Homme, 1972) p. 121 
(4) Les Hommes au Milieu des Ruines (Paris: Sept Couleurs, 1972) p. 141 
(5) Essais Politiques (Puiseaux: Pards, 1988) p. 86 

 Μετάφραση: Ι.Α.Κ.

Ταυτότητα

Αρχείο

Δημοφιλείς Αναρτήσεις

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -