Η απάτη της αγάπης χωρίς σύνορα

Ένας άνδρας που ισχυρίζεται ότι “αγαπάει” όλες τις γυναίκες εξίσου είναι ένας άνδρας ανίκανος να αγαπήσει μία συγκεκριμένη γυναίκα – αλλά και κάποιος του οποίου την “αγάπη” δεν θέλει καμία γυναίκα. Το ίδιο ισχύει και για κάθε γυναίκα που ισχυρίζεται ότι "αγαπά" όλους τους άνδρες. Το να αγαπάς κάποιον σημαίνει ότι τον αγαπάς γι' αυτό που τον ξεχωρίζει από τους άλλους. Θέλουμε να μας αγαπούν και να μας εκτιμούν γι' αυτά που μας κάνουν μοναδικούς. 

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, αυτό σημαίνει ότι εγγενώς επιθυμούμε, σε κάποιον βαθμό, οι υπόλοιποι να θεωρηθούν κατώτεροι, επειδή δεν διαθέτουν ορισμένες από τις ιδιότητες που κατέχουμε και μας καθιστούν “αγαπήσιμους” - έστω κι αν αυτό δεν είναι το συνειδητό επίκεντρο της επιθυμίας μας. Χωρίς τον κίνδυνο να αποτύχουμε να επιδείξουμε αυτές τις ιδιότητες κι έτσι να γίνουμε σαν όλους τους άλλους - ανάξιοι της αγάπης – η αγάπη χάνει την ουσία της και γίνεται κάτι ισοδύναμο με τον οίκτο, ο οποίος, σε αντίθεση με την αγάπη, είναι κάτι που δεν αυξάνει την αυτοεκτίμησή μας όταν το αποκτούμε. 

Αντίθετα με εκείνους που μας οικτίρουν, αυτοί που μας αγαπούν αποτελούν μέρος της ίδιας μας της ταυτότητας. Αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή η ταυτότητά μας, μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο, μας διακρίνει από άλλες ομάδες ανθρώπων γύρω μας – ή και μας ταξινομεί σε άλλες ομάδες - και εκείνοι που μας αγαπούν το νιώθουν αυτό εξαιτίας αυτών των χαρακτηριστικών και των ιδιοτήτων που μας διακρίνουν από τους υπόλοιπους. Επομένως, η αγάπη συνδέεται εγγενώς με την ταυτότητα, στον πυρήνα της. 

Η ωκυτοκίνη, γνωστή ως η "ορμόνη της αγάπης", είναι μία πεπτιδική ορμόνη η οποία απελευθερώνεται κατά τη διάρκεια του αγκαλιάσματος, του έρωτα και άλλων μορφών στενής σωματικής επαφής και προάγει τη σύνδεση και την αίσθηση της εγγύτητας. Μελέτες έχουν ανακαλύψει ότι τρωκτικά, γενετικά τροποποιημένα για να είναι ανίκανα να ανταποκριθούν στην ωκυτοκίνη, πάσχουν από “κοινωνική αμνησία”, χάνοντας την ικανότητα να διακρίνουν τα τρωκτικά από τη δική τους ομάδα με τα ξένα. Μία μελέτη του τμήματος Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ, τον Οκτώβριο του 2010, έδειξε ότι η ωκυτοκίνη προωθεί τον εθνοκεντρισμό, καθώς η χορήγηση της ορμόνης στους συμμετέχοντες του πειράματος είχε ως αποτέλεσμα τη “μεροληψία και την εύνοια υπέρ της δικής τους φυλετικής ομάδας και τη δυσμένεια απέναντι στις άλλες φυλετικές ομάδες”

Μία πιο πρόσφατη μελέτη διαπίστωσε ότι η αύξηση της ωκυτοκίνης κάνει τους ανθρώπους πιο πρόθυμους να ψεύδονται, μόνο όμως αν κάτι τέτοιο θα ωφελούσε την ομάδα τους. Η μελέτη καταλήγει ότι η ωκυτοκίνη προκαλεί μία μετατόπιση "από την ιδιοτέλεια προς τα συμφέροντα της ομάδας". Με άλλα λόγια, η ωκυτοκίνη όντως ενισχύει το αίσθημα της αγάπης, αλλά αυτό το αίσθημα περιορίζεται αυστηρά, με κριτήρια κοινωνικά, εθνικά ή φυλετικά. Και αυτό δεν έχει να κάνει με κάποιου είδους μίσος για τους άλλους. Απλώς, εάν μία κατάσταση φτάσει στο σημείο “εμείς ή αυτοί” τότε υπερισχύει το αίσθημα αγάπης για το “εμείς”. Αποδεικνύεται, λοιπόν, ότι το αγκάλιασμα, ο έρωτας, ακόμη και η εγκυμοσύνη, μάς μετατρέπουν σε “ρατσιστές”. Αυτό είναι ένα συμπέρασμα που έχει φέρει σε δύσκολη θέση τη δικτατορία της πολιτικής ορθότητας, αναγκάζοντάς την να προσπαθήσει να πείσει πως η ωκυτοκίνη – η βιοχημική μηχανή των ανθρώπινων δεσμών – δεν είναι και τόσο σπουδαία τελικά. 

Οι φιλελεύθεροι συνηθίζουν να αναφέρονται στα έθνη – κράτη ως “αυθαίρετες χαρακιές στο σώμα της γης” (sic) και αυτοχαρακτηρίζονται ως “πολίτες του κόσμου” αντί για πολίτες ενός έθνους. Συνεχίζουν, μάλιστα, το σκεπτικό τους ρωτώντας “γιατί πρέπει να περιορίσουμε την αγάπη και την αλληλεγγύη μόνο στους ανθρώπους που έτυχε να γεννηθούν σ' αυτό το συγκεκριμένο μέρος της γης”; 

Ως απάντηση, παραθέτουμε μία έρευνα του Πανεπιστημίου της Χάιφα, τον Οκτώβριο του 2015, η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι “όσο περισσότερο αντιλαμβάνεται κανείς τον εαυτό του ως πολίτη του κόσμου τόσο λιγότερο πιθανό είναι να συμβάλλει για το συλλογικό καλό και τόσο περισσότερο πιθανό είναι να απολαμβάνει δωρεάν τη συνεισφορά των άλλων”. Η ουσία αυτής της συμπεριφοράς βρίσκεται και στα λόγια της πρωθυπουργού του Ηνωμένου Βασιλείου, Τερέζα Μέι, η οποία δήλωσε στον απόηχο του Brexit ότι “εάν πιστεύεις ότι είσαι πολίτης του κόσμου, είσαι πολίτης του πουθενά”

Αυτός ο τύπος του “κοσμοπολίτη”, ο οποίος αδιαφορεί για τη γειτονιά του ενώ ταυτόχρονα δείχνει ένα επιτηδευμένο δήθεν ενδιαφέρον για όλο τον υπόλοιπο κόσμο, είναι απλά ο τύπος του ανθρώπου που δεν αγαπά τον τόπο του. Ο κοσμοπολιτισμός είναι μία προσποίηση με την οποία προσπαθεί κανείς να μεταμφιέσει την έλλειψη αγάπης για τον πλησίον του με αυτοπεποίθηση. Αυτά τα άτομα δυσκολεύονται να αντιμετωπίσουν το γεγονός ότι για να αποδείξουν ουσιαστικά οποιαδήποτε πραγματική αγάπη ή πίστη πρέπει να στερηθούν και να δεσμευτούν. Σε επίπεδο σχέσεων, η δέσμευση με έναν σύντροφο σημαίνει στέρηση από τις σχέσεις με άλλους. Ακόμα, όμως, κι αν κάποιος προτιμά ένα βιβλίο ή ένα βιντεοπαιχνίδι, αυτό σημαίνει ότι αφιερώνει αρκετό χρόνο σε αυτό, στερώντας από τους δημιουργούς των άλλων βιβλίων ή βιντεοπαιχνιδιών την ισότιμη αναγνώριση της δουλειάς τους. Μόνο κάποιος που δεν αγαπά πραγματικά τίποτα μπορεί να φανταστεί ότι υπάρχει η δυνατότητα της ισότιμης αγάπης για όλους ή για τα πάντα. Αυτός είναι και ο πυρήνας της ιδέας πίσω από την έρευνά μας για την απάτη της “αγάπης χωρίς σύνορα”. 

Οι “κοσμοπολίτες” είναι αυτοί που δηλώνουν με κάθε δυνατό τρόπο ότι θέλουν η πατρίδα τους να κάνει περισσότερες ενέργειες για τη μείωση της παγκόσμιας φτώχειας και ανισότητας. Από την άλλη πλευρά, έχει κυριαρχήσει το στερεότυπο για όσους έχουν εθνοκεντρική θεώρηση πως είναι άκαρδοι και άσπλαχνοι πολεμοχαρείς. Παρόλα αυτά, έρευνα στις ΗΠΑ έδειξε ότι για την περίοδο 2006 – 2012 οι πολιτείες που μάζεψαν περισσότερες δωρεές για φιλανθρωπίες αναλογικά, σύμφωνα με στοιχεία της εφορίας, είναι στη συντριπτική τους πλειοψηφία αυτές που θεωρούνται συντηρητικές και θρησκευόμενες (η Γιούτα, για παράδειγμα), ενώ αυτές που θεωρούνται πιο προοδευτικές (όπως η Καλιφόρνια) βρίσκονται σε αυτές που έδωσαν τα λιγότερα. 

Εκείνοι που έχουν να δώσουν τα περισσότερα για τους συντρόφους και τους συνεργάτες τους είναι πιο επιλεκτικοί σε ποιους δίνουν αυτούς τους ρόλους, επειδή είναι κι εκείνοι που έχουν να χάσουν τα περισσότερα. Μόνο εκείνοι που δεν είναι διατεθιμένοι να δώσουν πολλά έχουν λόγο να διαδίδουν το ψέμα ότι η αγάπη δεν έχει σύνορα. Κι αυτό επειδή θα είναι εκείνοι που έχουν να κερδίσουν τα περισσότερα εάν οι δοτικοί άνθρωποι μοιράζονται αδιάκριτα. Αυτό που ισχύει, όμως, είναι ότι η πραγματική αγάπη, από τη φύση της, είναι μεροληπτική και κάνει διακρίσεις. 

Μετάφραση/απόδοση, για το Ιδεάπολις, της Ε. Π.
Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

Πολιτική στα γρήγορα

Η έννοια του χρόνου ως η “ακαθόριστη κίνηση της ύπαρξης και των γεγονότων στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, θεωρούμενη ως σύνολο”, απασχόλησε τη φιλοσοφία και την επιστήμη από την αρχαιότητα. Πώς καθορίζεται και πώς μετράται ο χρόνος; Πώς τον αντιλαμβανόμαστε και ποια είναι η σχέση του χρόνου με την ύπαρξή μας; 

Από τη διατύπωση της ειδικής θεωρίας της σχετικότητας - από τον Άλμπερτ Αϊνστάιν, το 1905 - εγκαταλείφθηκε η πεποίθηση ότι ο χρόνος είναι απόλυτος και οικουμενικός. Ο Αϊνστάιν απέδειξε ότι ο χρόνος είναι ελαστικός και συστέλλεται ή διαστέλλεται εξαιτίας της κίνησης, πάντα σε συνάρτηση με την κατάσταση κίνησης του παρατηρητή, ο οποίος έχει τη δική του προσωπική κλίμακα ροής του χρόνου. Σύμφωνα, λοιπόν, με την αρχή της σχετικότητας “η απόσταση ανάμεσα σε δύο σημεία, καθώς και το χρονικό διάστημα ανάμεσα σε δύο γεγονότα, εξαρτάται από το σύστημα αναφοράς στο οποίο γίνεται η μέτρηση. Δεν υπάρχουν δηλαδή έννοιες του απόλυτου μήκους ή απόλυτου χρόνου”

Πέρα από την πειραματική φυσική - γνώση της οποίας δεν κατέχουμε – η συστολή ή διαστολή του χρόνου έχει έμμεση αναφορά στην υποκειμενική διάστασή του, δηλαδή στην αποδοχή και στη βίωση του χρόνου από το ίδιο το άτομο. Για κάθε άνθρωπο, ο χρόνος κυλάει, τρέχει ή μένει ακίνητος, ανάλογα με τα συναισθήματά του, την προσοχή και τα κίνητρά του. Η βίωση του χρόνου σχετίζεται με την αμυγδαλή, το συγκινησιακό κέντρο του εγκεφάλου, η οποία, σε καταστάσεις φόρτισης, εκκρίνει ορμόνες, που κάνουν τη μνήμη να "χαράζει" ανεξίτηλα, με αποτέλεσμα ο χρόνος να φαίνεται πως διαστέλλεται. Αυτό, για παράδειγμα, συμβαίνει συχνά στην παιδική μας ηλικία, όταν και όλα είναι πρωτόγνωρα, οδηγώντας τη μνήμη να “γράφει” διαρκώς, δίνοντάς μας την εντύπωση ότι ορισμένες εμπειρίες μας διαρκούν περισσότερο. Αντιθέτως, σε μία ανέμελη ή ρομαντική κατάσταση, απαγκιστρωνόμαστε από την πραγματικότητα, σε μία ονειρική διάσταση, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια εγγραφών μνήμης και την αίσθηση συστολής του χρόνου. 

Σύγχρονος τρόπος ζωής και πυκνός πολιτικός χρόνος 

Με βάση όσα αναφέραμε παραπάνω, προκύπτει αβίαστα το ερώτημα σχετικά με το πώς αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο μέσα από τον σύγχρονο τρόπο ζωής, στη δική μας καθημερινότητα.

Σε μία σύγχρονη βιομηχανική και καταναλωτική κοινωνία, η τάση είναι τα πάντα να γίνονται πιο γρήγορα, πιο εύκολα, πιο απλά, πιο κατανοητά, πιο προβλέψιμα. Η εργασία, για όσους εργάζονται, είναι μία κακοπληρωμένη, πολύωρη, αυτοματοποιημένη, επαναλαμβανόμενη διαδικασία, χωρίς περιθώρια δημιουργικότητας. Η εκπαίδευση είναι μία τυποποιημένη μετάδοση πληροφοριών, χωρίς ανάπτυξη της κριτικής σκέψης. Η τροφή είναι η συχνή λήψη πρόχειρων, πλαστικών, βιομηχανοποιημένων γευμάτων. Η μουσική είναι ένα σύνολο υπεραπλουστευμένων συνθέσεων, ομοίων μεταξύ τους, με τη βαρετή επανάληψη ενός πιασάρικου σλόγκαν για ρεφραίν. Η φιλία είναι αίτημα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και “like” σε αμέτρητες φωτογραφίες δήθεν προσωπικών στιγμών, που κοινοποιούνται στους πάντες. Η αναζήτηση συντρόφου είναι application που βασίζεται σε έναν αλγόριθμο, ο οποίος συγκρίνει προσωπικά δεδομένα. Ο έρωτας αντικαθίσταται εύκολα από την εκτόνωση σε πορνογραφικές σελίδες με υλικό για όλα τα φετίχ.

Η σύνδεση της ανάπτυξης της τεχνολογίας με την προαναφερθείσα εικόνα είναι προφανής. Κι αν για τις παλαιότερες γενιές υπάρχουν μνήμες εποχών και καταστάσεων διαφορετικών, για τη γενιά των Millennials η παραπάνω περιγραφή αποτελεί τη μοναδική πραγματικότητα, μέσα στην οποία καλείται να επιβιώσει και να χαράξει το αύριο. Όπως είναι φυσικό, όμως, οι γρήγοροι ρυθμοί της καθημερινότητας παρασέρνουν στο διάβα τους τα πάντα. Δεν υπάρχει χρόνος για να ρίξει κανείς δεύτερη ματιά σε κάτι, για να το εμπεδώσει, για να το νιώσει. Τα πάντα είναι μετρήσιμα, σε χρήμα, σε λεπτά της ώρας, σε likes, σε followers, σε πελάτες, σε οπαδούς, σε πιστούς. Τίποτα πια δεν προκαλεί εντύπωση, κι αν προκαλέσει - όντας συνήθως επιτηδευμένα προκλητικό – απομυθοποιείται σε χρόνο dt.

Αν η πολιτική είναι η “συντονισμένη δράση ατόμων ή κοινωνικών ομάδων με σκοπό να πετύχουν στόχους που αφορούν το κοινωνικό σύνολο”, η πολιτική που ασκείται από τον σύγχρονο ιδιώτη, μη-πολίτη, έχει να κάνει άμεσα με τον τρόπο ζωής του και τους ρυθμούς του. Δεν υπάρχει χρόνος για μελέτη, για φιλοσοφία, για ανάπτυξη πολιτικών ιδεών, για κατανόηση, για επιχειρηματολογία, για ζύμωση, για συλλογικά εγχειρήματα. Δεν υπάρχουν βιβλία που επηρεάζουν, εμπνευσμένες ομιλίες, εποικοδομητικές συζητήσεις, διαδικασίες οργάνωσης, πνευματική καλλιέργεια, ενδυνάμωση ομαδικών δεσμών. Αυτό που υπάρχει, σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση, είναι αγανάκτηση, πόλωση και απαίτηση για γρήγορα αποτελέσματα – πολλές φορές με επίκληση στην εμφάνιση ενός μεσσία/ηγέτη από το πουθενά. Υπάρχουν επίσης viral videos, memes, γκουγκλάρισμα, τσιτάτα, αποφθέγματα, άναρθρες κραυγές, reports, blocks, Milo, franchise από το εξωτερικό, ανοργάνωτες σπασμωδικές συσπειρώσεις, ημιμάθεια και λογική “γιατί, αυτός καλύτερος είναι”;

Επιστρέφοντας στην αναφορά για την υποκειμενική διάσταση του χρόνου, μπορούμε βάσιμα να υποστηρίξουμε ότι ο σύγχρονος τρόπος ζωής μάς έχει οδηγήσει σε μία ημιμόνιμη ονειρική κατάσταση όπου τα πάντα κυλούν τόσο γρήγορα και επαναλαμβανόμενα, ώστε η μνήμη μας έχει εκπαιδευτεί να τα απορρίπτει ως ανάξια, οδηγώντας μας έτσι σε μία αίσθηση συστολής του χρόνου. Επιπροσθέτως, η ανάπτυξη των τηλεπικοινωνιών και ο καταιγισμός των πληροφοριών δίνουν το χαρακτηριστικό της πυκνότητας, γεγονότων και αποφάσεων, στο χρονικό διάστημα που φαίνεται να τρέχει. Επέρχεται, λοιπόν, φυσιολογικά ο αποπροσανατολισμός του σύγχρονου ανθρώπου, ο οποίος, μέσα σε ένα περιβάλλον όπου ο χρόνος τρέχει αδυσώπητα, απαιτεί αποτελέσματα εδώ και τώρα.

Ποια είναι η τοποθέτησή μας για την “fast food” πολιτική; Έχουμε τη δύναμη να την αντιμετωπίσουμε και να την ανατρέψουμε ή αποτελεί το αναπόφευκτο μέλλον και οφείλουμε, εάν πραγματικά σκοπεύουμε να κάνουμε τη διαφορά, να προσαρμοστούμε στις επιταγές της; Εν τέλει, πώς αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο που μας δίνεται; Είναι με το μέρος μας ή κυλά εναντίον μας;

Το μόνο σίγουρο είναι πως ο πλανήτης δεν πρόκειται να σταματήσει για να κατέβουμε. Το μέλλον, όποια μορφή κι αν έχει, θα έρθει με εμάς ή χωρίς εμάς κι η τεχνολογία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται για να δίνει λύσεις και να δημιουργεί καινούρια προβλήματα. Οπότε, δεν χρειάζεται να τρέφουμε αυταπάτες, ούτε να στρεφόμαστε σε πρωτογονιστικές γραφικότητες ως δήθεν εναλλακτικούς τρόπους αντίδρασης. Από την άλλη πλευρά, όμως, εάν προσπαθήσουμε να αντιμετωπίσουμε αυτή τη λαίλαπα της “πολιτικής στα γρήγορα” με τους δικούς της όρους και ρυθμούς, είναι βέβαιο ότι στην πορεία θα χάσουμε την ουσία της δικής μας κοσμοθεωρίας.

Καταφεύγοντας στην πλατωνική κοσμογονία, όπως συνοψίζεται στον Τίμαιο, ο χρόνος για εμάς είναι η “κινητή εικόνα της αιωνιότητας”. Όσο κι αν τον αντιλαμβανόμαστε να κυλάει γρηγορότερα ή πιο αργά, ο ίδιος ο χρόνος είναι αιώνιος, “γεννήθηκε μαζί με τον ουρανό και αφού γεννήθηκαν μαζί, θα διαλυθούν μαζί, αν βέβαια χρειαστεί ποτέ να διαλυθούν”. Ως εκ τούτου, ο υποκειμενικός χρόνος δεν είναι στην πραγματικότητα τίποτε άλλο παρά μία επίμονη ψευδαίσθηση, ιδιαίτερα σημαντική για τον μικρόκοσμο της καθημερινότητάς μας, αλλά μηδαμινή για τον κοσμικό χώρο και χρόνο.

Αν, λοιπόν, υπάρχει ένας τρόπος για να αντιμετωπίσουμε την “πολιτική στα γρήγορα” χωρίς να αλλοτριωθούμε, αλλά και χωρίς να καταφύγουμε σε έναν αναχωρητικό και αυτιστικό ελιτισμό, αυτός περνάει μέσα από τη σύνθεση των αρχαϊκών αξιών και της εξέλιξης, μέσα από τον συμβιβασμό του Έβολα με τον Μαρινέττι, μέσα από την σύνδεση της επιστήμης, της τεχνολογίας και του παραδοσιακού κοινοτισμού. Αυτός είναι ο δικός μας αρχαιοφουτουρισμός.

του Χρήστου Καρανικόπουλου

Από την παρουσίαση των εκδόσεων "Νέα Γενεά" (φωτογραφίες και video)


Το Σάββατο, 25 Νοεμβρίου, πραγματοποιήθηκε στην Εστία Θεσσαλονίκης, από τον Αλέξανδρο Καρρά, η παρουσίαση της εκδοτικής του προσπάθειας, "Νέα Γενεά", η οποία ξεκίνησε με πέντε ιδιαίτερα ενδιαφέροντες τίτλους, ιστορικού και ιδεολογικού περιεχομένου. Εκτενή αποσπάσματα της παρουσίασης και της συζήτησης που ακολούθησε μπορείτε να ακούσετε στο video που ακολουθεί. Από την πλευρά μας, θέλουμε να ευχαριστήσουμε τον Αλέξανδρο για την εμπεριστατωμένη παρουσίαση, καθώς και για τη δωρεά των βιβλίων των εκδόσεων "Νέα Γενεά" για τη δανειστική μας βιβλιοθήκη. Πιστεύουμε πως η συγκεκριμένη προσπάθεια, από τα πρώτα της δείγματα γραφής, κρίνεται αξιόλογη και αξιέπαινη και αξίζει τη στήριξή μας. 

Ποιος σκότωσε τον Όμηρο;

“Τόσο οι παραδοσιακοί μαρξιστές, όσο και οι σημερινοί μεταμοντερνιστές, μας διαβεβαιώνουν οτι οι Έλληνες δεν ήταν παρά μια ελίτ εκμεταλλευτών που στηρίζονταν πάνω σ' ένα προλεταριάτο χιλιάδων Άλλων. Ναι, μολονότι οι Έλληνες επινόησαν την δημοκρατία, οι περισσότεροι διανοούμενοι δεν είχαν σχεδόν τίποτε καλό να πουν γι'αυτό. Ο Πλάτων, που τελικά έχασε την ψυχραιμία του και μίσησε τον αθηναϊκό όχλο, φαντάστηκε ένα απόσπασμα υπερανθρώπων που θα αναλάμβαναν ευγενικά την εξουσία, χωρίς δικαιολογίες και θα χειραγωγούσαν τους λιγότερο ευφυείς, τους πιο αδαείς, τους πιο επικίνδυνους ανάμεσά τους [...] 

Κακολογεί ακόμα και την αναμέτρηση στην Σαλαμίνα, την ναυμαχία που έσωσε τον δυτικό πολιτισμό. Αυτή η σύγκρουση, έκανε τους Έλληνες “χειρότερους ως λαό” λέει, επειδή έγινε η αφορμή για την δημοκρατία των ακτημόνων στην Αθήνα - των κατώτερης τάξης ναυτικών - ”την χειρότερη απο όλες τις έννομες διακυβερνήσεις και την καλύτερη απο όλες τις άνομες”. Εκείνος ο παράξενος ψευδο-Ξενοφών λέει σχεδόν οτι ο αθηναικός πολιτισμός είναι μια καθαρή αποτυχία: Ολόκληρο το καταστροφικό δημοκρατικό πείραμα είναι βέβαιη απόδειξη για το τι συμβαίνει όταν υποκρινόμαστε οτι όλοι είναι ίσοι, ενώ δεν είναι [...] 

Ο Θουκιδίδης, ο πικραμένος εξόριστος της Αθηναϊκής πολιτικής, γνωρίζει πως όταν παρέχεις αφειδώς αφθονία, ισχύ και ασφάλεια σε έναν άνθρωπο, οποιονδήποτε άνθρωπο, οποιασδήποτε πολιτικής κλίσης ή θέσης ή καταγωγής, το πιο πιθανό είναι να βλάψει, παρά να συντηρήσει”. 

Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα, 1999, σελ. 173 - 174
Κυριακή, 26 Νοεμβρίου 2017

Η Δύση και οι Μοριορί

Η ιστορία των Μοριορί, ελάχιστα γνωστή εκτός Ωκεανίας, θα μπορούσε να είναι μια παραβολή, ένα από τα διδακτικά παραμύθια που επινοούν οι άνθρωποι για να εξιστορήσουν στα παιδιά τους. Όσο ανησυχητική, όμως, κι αν ακούγεται αυτή η σκοτεινή ιστορία για την ξεχασμένη φυλή των Μοριορί, είναι πραγματική. Θα έπρεπε να αποτελεί μια προειδοποίηση για τους λαούς, ανά τον κόσμο, που επιλέγουν να αγνοήσουν τους νόμους της φύσης, ακολουθώντας την τραγική πορεία των Μοριορί. 

Η ιστορία των Μοριορί αρχίζει πριν από περίπου πεντακόσια χρόνια, όταν μία ομάδα των ιθαγενών της Νέας Ζηλανδίας, Μαορί, απέπλευσε αναζητώντας νέα γη για να αποικίσει. Μετά από ένα μακρύ ταξίδι, κατέληξαν σε ένα απομονωμένο σύμπλεγμα νήσων, γνωστό σήμερα ως Νησιά Τσάταμ. Το περιβάλλον εκεί ήταν αρκετά διαφορετικό από αυτό που είχαν συνηθίσει. Το κλίμα ήταν ψυχρότερο και τα φυτά που καλλιεργούσαν δεν ευδοκιμούσαν. Σταδιακά, ο πληθυσμός προσαρμόστηκε στις τοπικές συνθήκες, αλλάζοντας τις διατροφικές του συνήθειες. 

Τα μικρά νησιά που κατοικούσαν δεν μπορούσαν να υποστηρίξουν μεγάλο αριθμό ανθρώπων, οπότε η κοινότητα των Μοριορί παρέμεινε για χρόνια μικρή και δεμένη. Μετά από μία βίαιη αντιπαράθεση φατριών τον 16ο αιώνα, ένας αρχηγός, ονόματι Νουνούκου-γουενούα (Nunuku-whenua), διεκήρυξε πως από τότε και στο εξής η βία θα απαγορευόταν, λόγω της καταστρεπτικής επίδρασής της στην μικρή κοινότητα. Οι διαμάχες, έκτοτε, λύνονταν μέσω διαπραγματεύσεων ή, στην χειρότερη περίπτωση, μέσω μονομαχιών, οι οποίες έληγαν με το πρώτο αίμα. Ο κανιβαλισμός, επίσης, απαγορεύτηκε. Αυτή η πρακτική έγινε γνωστή ως ο Κώδικας του Νουνούκου

Μια άλλη ιδιαιτερότητα των Μοριορί ήταν τα βάναυσα μέτρα με τα οποία έλεγχαν τεχνητά τον υπερπληθυσμό, αλλά και την επιθετικότητα. Η συνηθισμένη πρακτική ήταν ο ευνουχισμός ενός αριθμού νεογέννητων αγοριών. Μ’ αυτόν τον τρόπο, ο δείκτης γεννήσεων περιοριζόταν και τα αγόρια παρέμεναν ήρεμα και πειθήνια - το αντίστοιχο των σημερινών αριστεριστών hipsters. 

Ζώντας σε απομόνωση, οι Μοριορί κράτησαν αυτόν τον τρόπο ζωής για τριακόσια χρόνια, μέχρι που, τον 19ο αιώνα, το βρετανικό πλοίο HMS Chatham έφτασε στα νησιά. Οι Βρετανοί έφεραν μαζί τους εξόριστους καταδίκους και Μαορί ναύτες. Οι μέχρι πρότινος πολιτισμικά ομοιογενείς Μοριορί έπρεπε να μάθουν να συνυπάρχουν με διαφορετικές κουλτούρες. Περίπου το 20% των Μοριορί πέθανε από τις ασθένειες που έφεραν οι εισβολείς, αλλά τα χειρότερα δεν είχαν αρχίσει ακόμη. 

Η αύξηση του βρετανικού πληθυσμού της Νέας Ζηλανδίας δημιούργησε προστριβές με τους Μαορί, οι οποίο ήταν δεινοί πολεμιστές και αντιστάθηκαν για περισσότερο διάστημα από οποιονδήποτε άλλο ιθαγενή λαό στη Βρετανική Αυτοκρατορία. Παρ’ όλα αυτά, οι Βρετανοί, σταδιακά, εκτόπισαν κάποιες φυλές Μαορί από τις πατρογονικές εστίες τους. Δύο τέτοιες φυλές ήταν οι Ngāti Tama και οι Ngāti Mutunga, οι οποίες αριθμούσαν σε σύνολο πεντακόσια άτομα, και το 1835 κατέλαβαν ένα βρετανικό πλοίο, το οποίο ανάγκασαν να πλεύσει προς τα Νησιά Τσάταμ. Κάποιες πηγές ισχυρίζονται πως οι Μαορί κινήθηκαν προς τα Τσάταμ ακριβώς επειδή ήξεραν πόσο παθητικοί ήταν οι Μοριορί. 

Όταν έφτασαν οι πρώτοι Μαορί, δέχθηκαν αρχικά την φιλοξενία και την φροντίδα των Μοριορί, οι οποίοι αριθμούσαν τότε περίπου δύο χιλιάδες άτομα. Όταν οι Μοριορί κατάλαβαν πως οι νεοαφιχθέντες σκόπευαν να εγκατασταθούν μόνιμα στα νησιά, κάλεσαν συμβούλιο στο ιερό τους μέρος. Οι αρχηγοί τους αποφάσισαν να συνεχίσουν την πολιτική της μη-βίας, παρά τις αντιδράσεις ορισμένων νεαρών μελών της φυλής, όπως αναφέρουν οι πηγές. Ο Κώδικας του Νουνούκου έπρεπε να διατηρηθεί κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. 

Οι Μαορί άρχισαν σταδιακά να διεκδικούν τη γη, κυκλοφορώντας ένοπλοι ανάμεσα στους Μοριορί και αντιμετωπίζοντάς τους ως υποτελείς. Αναφέρεται, μάλιστα, ότι μέσα σε λίγες ημέρες από την άφιξή τους σκότωσαν ένα δωδεκάχρονο κορίτσι Μοριορί και το άφησαν κρεμασμένο, ώστε να το βλέπουν όλοι. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ένα δεύτερο πλοίο θα έφτανε στα νησιά, φέρνοντας μαζί του άλλους τετρακόσιους Μαορί. 

Στο αμέσως επόμενο διάστημα εκατοντάδες Μοριορί φονεύθηκαν και κανιβαλίστηκαν, ενώ οι υπόλοιποι υποδουλώθηκαν. Αντί να πολεμήσουν, οι Μοριορί κρύβονταν σε τρύπες και σπηλιές. Οι γυναίκες των Μοριορί παντρεύονταν πλέον, αναγκαστικά, μόνο Μαορί άνδρες. Η γλώσσα των Μοριορί απαγορεύτηκε και οι ιεροί τόποι τους καταστράφηκαν και βεβηλώθηκαν από τους Μαορί, που αφόδευαν και ουρούσαν σε αυτούς. Μόλις 101 Μοριορί είχαν απομείνει το έτος 1862. Ο τελευταίος καθαρόαιμος Μοριορί, ο Τόμι Σόλομον, πέθανε το 1933. 

Το επιμύθιο 

Δεν χρειάζεται να είναι ιδιοφυία για να καταλάβει κανείς το λάθος των Μοριορί. Αν οι Μοριορί ήταν αδίστακτοι, θα είχαν βυθίσει το πρώτο πλοίο που έφερε τους Μαορί. Αν ήταν ισορροπημένοι, θα αντιδρούσαν όταν οι Μαορί άρχιζαν να τους σκοτώνουν και να παίρνουν τις γυναίκες τους. Σε εκείνο το στάδιο, οι εισβολείς ήταν ακόμα πεντακόσια άτομα, μεταξύ των οποίων γυναίκες και παιδιά. Όμως, οι Μοριορί δεν αντέδρασαν και από τη στιγμή που έφτασε το δεύτερο πλοίο η μοίρα τους ήταν προδιαγεγραμμένη. 

Τα παιδιά μας στο σχολειό δεν μαθαίνουν για τους Μοριορί. Αντιθέτως, μαθαίνουν για την Αγία Τριάδα των Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, Νέλσον Μαντέλα και Γκάντι. Μαθαίνουμε τα παιδιά μας πως πρέπει να υποκύπτουν όταν αδικούνται και αυτά μεγαλώνοντας γίνονται ενήλικες που υποκύπτουν όταν αδικούνται. 

Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε αυτή την υποτακτική συμπεριφορά ως απότοκο του Χριστιανισμού, αλλά η διδασκαλία του να “γυρίζουμε και το άλλο μάγουλο” δεν επικρατούσε πριν από τον 20ο αιώνα – σε διαφορετική περίπτωση ο Χριστιανισμός δεν θα είχε κυριαρχήσει. Οι ιππότες στον Μεσαίωνα, όταν έπαιρναν το χρίσμα τους, δέχονταν ένα χαστούκι με την υπόδειξη ότι αυτό ήταν το τελευταίο χαστούκι που δέχονταν χωρίς να αντιδράσουν. 

Οι Ευρωπαίοι είναι οι σύγχρονοι Μοριορί. Όταν η ήπειρός τους δέχεται εισβολή από άνδρες σε πλοία, ανησυχούν για τα πλοία που βυθίζονται. Όταν τα παιδιά τους βιάζονται και οι γυναίκες τους παρενοχλούνται, δεν βλέπουν έναν εχθρικό πληθυσμό ο οποίος δοκιμάζει τις αντιστάσεις τους, αλλά ανθρώπους οι οποίοι χρειάζονται εκπαίδευση για να μάθουν να σέβονται τις γυναίκες. Σίγουρα και οι Μοριορί πίστευαν ότι οι εισβολείς θα εκπαιδεύονταν και θα προσαρμόζονταν στον ειρηνιστικό τους τρόπο ζωής. 

Κανείς δεν αμφισβητεί το ότι ένας αριθμός από αυτούς που προσπαθούν να μεταναστεύσουν λαθραία στην Ευρώπη είναι πραγματικά δυστυχείς πρόσφυγες. Οι Μαορί που ξεριζώθηκαν από τους Βρετανούς ήταν εξίσου δυστυχείς, αλλά αυτό δεν τους εμπόδισε από το να βρουν κάποιους περισσότερο αδύναμους για να τους εκμεταλλευτούν. Αντιθέτως, όπως απεδείχθη, οι δυσκολίες που βίωσαν μάλλον τους έκαναν περισσότερο αδίστακτους και βάναυσους. 

Ασχέτως από ό,τι έχουμε διδαχθεί στο σχολείο, η παθητική αντίσταση δεν είναι γενναία στάση. Είναι δειλία. Είναι μια προσπάθεια να χειραγωγήσεις συναισθηματικά αυτόν που σε κακομεταχειρίζεται, μια επίκληση στο έλεος. Το να απέχεις από τη βία όταν αδικείσαι είναι αμαρτία εναντίον της φύσεως. Όποιος έχει δει μια σκύλα να φροντίζει τα μικρά της γνωρίζει το πιο σημαντικό μάθημα που μπορεί να δώσει ένας γονιός. Η μητέρα πειράζει τα παιδιά της, φτάνοντας σε σημείο να τα χτυπήσει, μέχρι τα κουτάβια να ανταποδώσουν. Τα παιδιά πρέπει να μάθουν να στέκονται στο ύψος τους. 

Σήμερα, μια ολόκληρη ήπειρος πρέπει να μάθει να στέκεται στο ύψος της. Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός δεν είναι τέλειος. Μπορεί να μην ευνουχίζουμε τα παιδιά μας, αλλά τα εξουδετερώνουμε ψυχολογικά, αναγκάζοντάς τα να κάθονται πίσω από θρανία και να απομνημονεύουν πληροφορίες. Οι ευφυέστερες των γυναικών μας δεν επιθυμούν να κάνουν παιδιά, αλλά συνεχίζουν να απομνημονεύουν πληροφορίες με αντάλλαγμα όλο και περισσότερους τίτλους σπουδών για να κρεμάνε στους τοίχους τους, μέχρι που οι ωοθήκες τους παύουν να λειτουργούν. Οι νέοι άνδρες μας είναι απορροφημένοι σε μια ψηφιακή πραγματικότητα πορνογραφίας και ηλεκτρονικών παιχνιδιών. 

Κι όμως, συγκρινόμενοι με αυτούς που φιλοδοξούν να μας αντικαταστήσουν, τα ελαττώματα μας δεν ακυρώνουν τις αρετές μας. Οι Μοριορί δεν βασάνιζαν ούτε έτρωγαν τους συνανθρώπους τους και προσπαθούσαν να επιλύσουν τις διαφορές τους ειρηνικά. Δυστυχώς, μια αυτιστική τάση προς την ηθική συνέπεια τούς έκανε να εφαρμόσουν τις αρχές τους και σε περιπτώσεις στις οποίες αντενδεικνυόταν. Μια ανώτερη φυλή αντικαταστάθηκε από μια κατώτερη. Κανείς δεν ωφελήθηκε από αυτό το αποτέλεσμα, ούτε καν οι ίδιοι οι Μαορί εισβολείς. 

Ο Δυτικός πολιτισμός, παρά τα ελαττώματα του, είναι ανώτερος από όλους όσους είναι πιθανό να τον αντικαταστήσουν. Δεν ακρωτηριάζουμε τα γεννητικά όργανα των παιδιών μας. Δεν αναγκάζουμε κοριτσάκια να παντρευτούν γέρους άνδρες. Δεν εφαρμόζουμε την πολυγαμία και την αιμομιξία. Δεν λιθοβολούμε τα θύματα βιασμού. Δεν καταφεύγουμε σε ένα βιβλίο ενός παιδόφιλου πολέμαρχου για να δούμε πως θα κυβερνήσουμε την κοινωνία μας. Συνεπώς, ο υπόλοιπος κόσμος μάς αντικρίζει με διακριτικά κεκαλυμμένο φθόνο. Θα ήταν κρίμα να τους αφήσουμε να μας αντικαταστήσουν. 

Μετάφραση/απόδοση, για το Ιδεάπολις, του Α. Γ.
Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

Έρωτας και Θάνατος στον μεταμοντερνισμό

Η στάθμη του πολιτισμού των κοινωνιών, σε μεγάλο βαθμό, αντικατοπτρίζεται στον τρόπο με τον οποίο αυτές διαχειρίζονται τα γεγονότα του έρωτα και του θανάτου. Πρόκειται για τις δύο “κοσμικές δυνάμεις” που καθορίζουν, οριοθετούν και διαπερνούν την ανθρώπινη ύπαρξη και εμπειρία, καθώς και την ανθρώπινη ιστορία. Είναι γεγονότα που φανερώνουν την ουσία του ανθρώπου, που δεικνύουν τις πιο αληθινές του στιγμές. Είναι δυνάμεις διαπλαστικές και φθοροποιές, αντίστοιχα, καταστάσεις που καλούν τον κάθε άνθρωπο, αλλά και τις οργανωμένες συλλογικότητες, να πάρουν θέση απέναντί τους, να τις ξορκίσουν, να τις εξευμενίσουν, να τις υμνήσουν, να τις απωθήσουν, να τις μισήσουν ή να τις εγκολπωθούν δημιουργικά, να τις αντικρύσουν γυμνές ή να τις επικαλύψουν ποικιλοτρόπως. 

Σήμερα, μπορούμε βάσιμα να αναφερόμαστε στον “μεταμοντερνισμό”, παρότι το τέλος της νεωτερικότητας δεν έχει και τυπικά σηματοδοτηθεί. Ωστόσο, είναι φανερό, ότι η εποχή που διανύουμε αποκρυσταλλώνει ορισμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά που μορφοποιούνται ως οι ακραίες συνέπειες του μοντέρνου κοσμοειδώλου. Ζούμε την ακρότατη έκφραση του μοντερνισμού και παρακολουθούμε - μέσα μας και γύρω μας- την μετάλλαξή του. Ως κύρια χαρακτηριστικά θα μπορούσαμε να ορίσουμε τον μηδενισμό και τον σχετικισμό. Ο ρόλος του υποκειμένου έχει υπερδιογκωθεί κι έτσι κάθε σταθερά και κάθε βεβαιότητα τείνει να υπονομευθεί από ερωτήματα που το ίδιο το υποκείμενο έχει πλέον την “εξουσία” να θέτει. Η κριτική των παραδοσιοκρατών συνίσταται στο ότι η εποχή αυτή οδηγεί στον πρωτογονισμό των κοινωνιών και στον εκβαρβαρισμό του ανθρώπου. Άρα, λοιπόν, η εξάπλωση του μεταμοντέρνου αντι-πολιτισμού είναι γεγονός και η διάγνωση του ρόλου που κατέχουν μέσα σε αυτόν οι έννοιες του έρωτα και του θανάτου, μοιάζει διαφωτιστική. 

Η μεταμοντέρνα εποχή είναι η “χαζοχαρούμενη εποχή”. Αποτελείται από τις κοινωνίες που διψούν για την εύρεση χαράς, αλλά που δεν ξέρουν πού να την αναζητήσουν. Η χαρά αναζητείται μέσω ιδεολογημάτων όπως η “διαρκής πρόοδος” και με μεθόδους όπως ο καταναλωτισμός. Ο θάνατος, παρότι διαρκώς και αναπόδραστα παρών, παρότι εγγενώς παντοδύναμος, απωθείται. Ο μοντέρνος άνθρωπος δεν ξορκίζει τον θάνατο δια της τέχνης ή της θρησκευτικής πίστης, απλά παριστάνει ότι δεν τον βλέπει, ότι αυτός δεν υπάρχει, τον κρύβει όπως-όπως “κάτω απ’ το χαλάκι“, υποκρίνεται ότι χαίρεται, ενώ πασχίζει μόνο να απολαμβάνει. Και μέσω της αναζήτησης υλικής ευμάρειας εξασφαλίζει την ψευδαίσθηση μιας αθανασίας. Ακόμα και η δημοτικότητα που αποκτά η καύση των νεκρών σαν επιλογή σήμερα, φανερώνει ότι όλο και περισσότεροι επιλέγουν να αποφεύγουν τον στοχασμό πάνω στο γεγονός του θανάτου και να υποβαθμίζουν την ιερότητα του ανθρώπινου σώματος. 

Δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε ότι σε όλο τον δυτικό κόσμο ο “έρωτας” και το “σεξ” εννοιολογικά ταυτίζονται, παρόλο που για την ελληνική γλώσσα κάτι τέτοιο μοιάζει τουλάχιστον αδόκιμο. Τίποτα δεν φαίνεται να διαχωρίζει, για τον δυτικό άνθρωπο, τα εξιδανικευμένα ιπποτικά μυθιστορήματα του μεσαίωνα από το σκληρό πορνό του 21ου αιώνα. Ο έρωτας απώλεσε κάθε δυναμική των συναισθημάτων, εξοβελίστηκε κάθε τραγική σημαντική και απόμεινε μόνο η ατομικιστική ηδονοθηρία. Η αυτονομημένη από τον έρωτα σεξουαλικότητα γίνεται μέσο για να ξορκιστεί ο φόβος του θανάτου. Ένας φόβος που όσο περισσότερο απωθείται τόσο ισχυροποιείται και εξωτερικεύεται διοχετευόμενος από διάφορα ψυχολογικά κανάλια. 

Το σεξ είναι αγαθό προς κατανάλωση, το σεξ υπακούει στην λογική του καπιταλισμού και, μοιραία, ο άνθρωπος ο οποίος αναγκαστικά σου το παρέχει δεν είναι παρά ένα αναλώσιμο αντικείμενο. Περισσότερο σεξ σημαίνει περισσότερη ισχύς, σημαίνει περισσότερη βούληση για ζωή, σημαίνει ότι ο θάνατος αποφεύχθηκε για ακόμα λίγο. Είναι αμελητέο εάν πάνω σε αυτό το σπασμωδικό τρεχαλητό επιβίωσης, χρησιμοποιεί κανείς τον άλλον άνθρωπο. Τα πάντα κρίνονται από την χρησιμότητά τους. 

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς διαπλέκονται τραγικά έρωτας και θάνατος, είναι οι θεσμοθετημένες εκτρώσεις. Έχει σημασία η επίσημη νομιμοποίηση μέσω των θεσμών αυτής της συστηματικής γενοκτονίας, διότι δείχνει ότι η κοινωνία συναποφασίζει και είναι συνυπεύθυνη. Οι εκτρώσεις μάς δείχνουν ότι ο άνθρωπος επιλέγει ωφελιμιστικά το πότε θέλει να είναι “υπεύθυνος”. Η σεξουαλική ελευθεριότητα είναι αναφαίρετο “δικαίωμα”, αλλά το αποτέλεσμα αυτής της ελευθεριότητας δεν είναι δεσμευτικό, ακόμα κι αν στοιχίζει σε ανυπεράσπιστες ανθρώπινες ζωές. 

Στην μετα-φεμινιστική μας εποχή, η γυναίκα έχει “δικαίωμα” να προτάσσει επιθετικά, βίαια, κυριαρχικά την σεξουαλικότητά της, δεν έχει όμως καθήκον να προασπίζει την γενετήσια αιδημοσύνη. Η γυναίκα του μετα- φεμινισμού έχει “δικαίωμα” να δολοφονεί προμελετημένα και εν ψυχρώ το έμβρυό της, δεν αποδέχεται όμως την ευθύνη της μητρότητας και την αυθυπερβατική ιερότητα της οικογένειας. 

Οι θεσμοθετημένες εκτρώσεις, όσο κι αν ο μοντέρνος άνθρωπος προσπαθεί να εξευγενίσει τις δολοφονίες και να αποσείσει από πάνω του τις ενοχές - με όρους όπως “τεχνητή διακοπή κύησης” - είναι το μεγαλύτερο και φρικωδέστερο παράδειγμα της πολιτισμικής κατάπτωσης του καιρού μας. Είναι η απόδειξη ότι η ελευθεριότητα στον “έρωτα” οδηγεί σε βία και θάνατο, ότι η παράδοση του ανθρώπου στα ένστικτα τον βουλιάζει στον πρωτογονισμό και την βαρβαρότητα. Είναι μια ύβρις για την οποία, ακόμα, η ανθρωπότητα δεν έχει πληρώσει. 

Η αποψίλωση των κοινωνιών από τις Παραδοσιακές Αρχές, η λοιδορία της ηθικής, των απαράβατων “ιερών νόμων”, έχει πολύ χειροπιαστά αποτελέσματα. Το παρόν δεν αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας για το μέλλον, γι’ αυτό ας αφεθούμε στην μεταφυσική δυναμική που γεννά τις εκπλήξεις μέσα στην Ιστορία. 

του Άγγελου Δημητρίου
Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

Τα επιτεύγματα της Μεταπολίτευσης


Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2017

Φεμινισμός: Το προκάλυμμα της ωφελιμοθηρίας

Αφορμή για το κείμενο αυτό, υπήρξε ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Μισέλ Ουελμπέκ, “Υποταγή”, το οποίο κυκλοφόρησε το 2015. Σε αυτό, ο συγγραφέας - ο οποίος με τα έργα του έχει επισύρει ουκ ολίγες φορές την μήνιν του κοινωνικού και πολιτικού κατεστημένου της Γαλλίας - σε έναν από τους διαλόγους με την φεμινίστρια φιλενάδα του, φαντασιώνεται την “αποκαθήλωση” του φεμινιστικού κινήματος και την επαναφορά της κοινωνίας στις πατριαρχικές βάσεις της. Μη θέλοντας να “προσβάλει” την συνομιλήτριά του με τις σεξιστικές απόψεις του, απαντάει - με την χαρακτηριστική ηρεμία κάποιου ο οποίος έχει αποδεχτεί την ήττα του και απλώς περιμένει υπομονετικά τον αφανισμό του – ότι “ η πατριαρχία είχε τουλάχιστον το πλεονέκτημα ότι υπήρχε [...] υπήρχαν οικογένειες με παιδιά που αναπαρήγαγαν το ίδιο σχήμα, συνεχώς δηλαδή επανερχόταν. Τώρα δεν έχουμε αρκετά παιδιά, οπότε τελείωσε”. 

Στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε, μια τέτοια εξομολόγηση, έστω και υπό μορφή μυθοπλασίας, ήταν αναμενόμενο να προκαλέσει το μένος των σύγχρονων φεμινιστριών, οι οποίες - σε ένα παράλληλο σύμπαν - θα επιθυμούσαν διακαώς να αποδώσουν άμεση δικαιοσύνη και ως άλλες Μαινάδες να κατασπαράξουν ζωντανό τον Ουελμπέκ για το απροσμέτρητο θράσος του. Σε μια παρακμάζουσα κοινωνία, στην οποία όλα έχουν χάσει το αρχικό τους νόημα - σκοπό, έτσι και το φεμινιστικό κίνημα κατέληξε να γίνει ένα συνονθύλλευμα ετερόκλητων - επικίνδυνων στοιχείων, μια χίμαιρα, η οποία με τις φωτιές της απειλεί να κατακάψει το δάσος που τροφοδοτεί με οξυγόνο την ασθμαίνουσα κοινωνία μας: Την οικογένεια. 

Η μόδα του φεμινισμού προμοτάρεται ιδιαίτερα τα τελευταία πενήντα χρόνια από σκοτεινά κέντρα εξουσίας, δηλητηριάζοντας σε δυσθεώρητα επίπεδα την σκέψη και την συμπεριφορά γυναικών και ανδρών, μεθοδικά και με καταστροφικές συνέπειες. Τις απαρχές του φεμινισμού μπορούμε να τις ανιχνεύσουμε την περίοδο του Διαφωτισμού, κατά τη διάρκεια του οποίου, γυναίκες με υψηλή κοινωνική θέση γίνονταν υπέρμαχοι της γυναικείας μόρφωσης και εκπαίδευσης. Μάλιστα, η πρώτη επιστημονική κοινότητα για γυναίκες ιδρύθηκε στο Μίντελμπουρχ, μια πόλη στα νότια της Ολλανδικής Δημοκρατίας, το 1785. Την ίδια περίοδο έγιναν επίσης δημοφιλείς οι εφημερίδες για γυναίκες, οι οποίες εστίαζαν κυρίως σε θέματα επιστημονικά και ερευνητικά. Αρχικά, λοιπόν, οι γυναίκες διεκδικούσαν δικαιώματα όπως πρόσβαση στην εκπαίδευση καθώς και είσοδο σε επιστημονικούς κλάδους. Μετά απο αρκετά χρόνια, εστίασαν κυρίως στη διεκδίκηση του δικαιώματος να μετέχουν ενεργά στις πολιτικές εξελίξεις μέσω της ψήφου. Όλοι γνωρίζουμε για την Κοινωνική και Πολιτική Ένωση Γυναικών, τις επονομαζόμενες Σουφραζέτες, και τον αγώνα που έδωσαν αυτές προκειμένου να κερδίσουν το δικαίωμα αυτό. Κανείς όμως δεν μας έμαθε ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο (στο οποίο έδρασε κυρίως η εν λόγω ένωση), πριν το 1918, το δικαίωμα ψήφου δεν εξαρτώνταν μονάχα απο το φύλο αλλά και απο τα περιουσιακά στοιχεία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, εκατομμύρια άνδρες οι οποίοι προέρχονταν απο την εργατική τάξη να μην έχουν το δικαίωμα στο εκλέγειν και εκλέγεσθαι. Συγκεκριμένα, μόλις στις 6 Φεβρουαρίου του 1918 πέρασε στην Βρετανική Βουλή η Νομοθετική Πράξη της Εκπροσώπησης των Πολιτών, η οποία ουσιαστικά εκχωρούσε δικαίωμα ψήφου σε γυναίκες άνω των τριάντα (οι οποίες πληρούσαν ελάχιστα κριτήρια περιουσίας) καθώς και - το τονίζουμε αυτό - σε όλους τους άνδρες, οι οποίοι είχαν προηγουμένως αποκλειστεί απο την εκλογική διαδικασία. Το γεγονός δηλαδή οτι μονάχα το 60% των εργαζομένων ανδρών είχε δικαίωμα ψήφου πριν το 1918 καταχωνιάστηκε και ξεχάστηκε με ύπουλο τρόπο στο αραχνιασμένο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Όπως, επίσης, ξεχασμένο είναι το γεγονός ότι εκατομμύρια άνδρες, οι οποίοι χάθηκαν στα πεδία των μαχών κατά την περίοδο του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, δεν κατάφεραν ποτέ να ασκήσουν τα πολιτικά τους δικαιώματα. 

Στις μέρες μας τώρα, ο φεμινιστικός πολιτικός ακτιβισμός και ο ριζοσπαστικός φεμινισμός ασχολούνται αμιγώς με εκστρατείες για θέματα όπως το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του σώματος της γυναίκας και της αναπαραγωγικής της ικανότητας, την σεξουαλική παρενόχληση, καθώς και το δικαίωμα στην έκτρωση. Αυτα φυσικά απέχουν παρασάγγας από τις αρχικές διεκδικήσεις του φεμινιστικού κινήματος. Ο σκοπός, ουσιαστικά, είχε προ πολλού επιτευχθεί, αλλά νέες απαιτήσεις ξεπηδούσαν συνεχώς σαν τα κεφάλια της Λερναίας Ύδρας. Παρατηρούμε, πλέον, μια πλήρη μεταστροφή και από καθαρά “ανθρωπιστικές”, οι διεκδικήσεις αυτές μετετράπησαν σε ατομιστικές, ωφελιμιστικές, ευτελείς και τετριμμένες. Άν κοιτάξει κανείς τις λεγόμενες υποκατηγορίες του φεμινιστικού κινήματος (λεσβιακός φεμινισμός, αναρχοφεμινισμός, ποπ φεμινισμός, ατομιστικός φεμινισμός κλπ) θα οδηγηθεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι το τραίνο που καλείται σύγχρονος φεμινισμός έχει εκτροχιαστεί από τις ράγες του αρχικού του σκοπού. Αρκεί δε μια απλή έρευνα στο διαδίκτυο ώστε να πειστεί κάποιος για την αποτελεσματικότητα του εν λόγω κινήματος την σημερινή εποχή. Ενώ υπάρχουν υπανάπτυκτες χώρες στον πλανήτη, στις οποίες οι γυναίκες υφίστανται τρομακτικά βασανιστήρια για ψύλλου πήδημα, δίχως να υπάρχει ουδεμία αποτελεσματική παρέμβαση από τα κινήματα αυτά, στις δυτικές κοινωνίες το φεμινιστικό κίνημα διψά συνεχώς για νέα - άκρως ανορθόλογα - δικαιώματα και δίνει “μάχη” σε πανεπιστήμια όπως το Γέιλ ή το Πρίνστον ώστε να θεωρείται εν δυνάμει βιαστής ένας άντρας ο οποίος βγαίνει ραντεβού με μια γυναίκα (“κάτω ο βιασμός του ραντεβού” είναι ένα χαρακτηριστικό σύνθημά τους). Το φεμινιστικό κίνημα μοιάζει με αδηφάγο τέρας το οποίο παραμένει συνεχώς πεινασμένο και ανικανοποίητο. Συν τοις άλλοις, ως άλλη δαμόκλειος σπάθη, κρέμεται απειλητικά πάνω από το κεφάλι οποιουδήποτε τολμήσει να συμπεριφερθεί με τρόπο διαφορετικό απο τον “ενδεδειγμένο” και στέλνει στα Τάρταρα της πολιτικής ορθότητας επίδοξους αντι-φεμινιστές και νοσταλγούς της πατριαρχικής κοινωνίας. 

Χαμερπή όργανα του Παγκόσμιου Συστήματος, εκμεταλλευόμενα την απήχηση του κινήματος στην παραπαίουσα και υπνωτισμένη νεολαία, ροκανίζουν ύπουλα εδώ και χρόνια τα θεμέλια της Δυτικής κοινωνίας. Στόχος τους, η οικογένεια. Το μέσο τους, ο εκχυδαϊσμός του γυναικείου φύλου και η καταβαράθρωση του πραγματικού ρόλου των γυναικών. Γυναίκες - πρωτίστως μητέρες - που σε καιρό πολέμου τιμήθηκαν με παράσημα ανδρείας (όπως κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα) δεν θα μπορούσαν ποτέ να είναι πρότυπά τους. Η έννοια - αξίωση των δικαιωμάτων των γυναικών μπορεί να μην υπήρχε την περίοδο που ζούσε, για παράδειγμα, η Αικατερίνη Χατζηγεωργίου, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι θίγονταν η τιμή, η αξιοπρέπεια και η ελευθερία των εν λόγω γυναικών. Αντιθέτως, υπερνικώντας όλα τα εμπόδια, προσέφεραν τα μέγιστα, πολλές φορές τον ίδιο τους τον εαυτό, εξασφαλίζοντας μια περίοπτη θέση στο Πάνθεων των Ηρωίδων. “Δεν παραδίδεται ποτέ της μια Ελληνίδα”, αναφώνησε χαρακτηριστικά η νεαρή αυτή δασκάλα, προτού την δολοφονήσουν άγρια οι Βούλγαροι κομιτατζήδες. Η δυναμικότητα αυτή και η μαχητικότητά της απέχει έτη φωτός από την λογική των σύγχρονων Ελληνίδων φεμινιστριών, οι οποίες διακατέχονται απο μια χρησιμοθηρία εξασφάλισης ατομικών δικαιωμάτων - συμφερόντων και απεκδύονται κάθε ευθύνη, υποχρέωση, προσφορά και θυσία. Οι αρχαίοι Έλληνες, οι οποίοι έθεσαν τα θεμέλια του δυτικού κόσμου, επέμεναν ότι τα δικαιώματα απαιτούν και υπευθυνότητα. Ο Ξενοφών και ο Αριστοτέλης - οι δυο μάστιγες των σύγχρονων φεμινιστριών - θα απορούσαν με τον σημερινό “υπερφεμινισμό”, με αυτή την αντίληψη περί κατασκευής του φύλου από την κοινωνία, καθώς και με την ιδέα περί ομοιότητας των φύλων ανεξαρτήτως των βιολογικών τους διαφορών. 

Ο πολιτικός σπόνσορας του φεμινιστικού κινήματος, ο ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός, έχει ως λάβαρό του την προτεραιότητα κατοχύρωσης και ενεργοποίησης κάθε είδους ανορθόδοξης ατομικής ελευθερίας. Χεράκι - χεράκι με τον άκρατο καπιταλισμό (τον οποίο δήθεν εχθρεύεται), παγίδευσαν τις γυναίκες σε μια σύγχρονη “υπεραγορά δικαιωμάτων ”: Ως άλλες καταναλώτριες, αδέσμευτες και αυτοεξυπηρετούμενες, επιλέγουν από τα ράφια ενός σούπερ-μάρκετ δικαιωμάτων όλες τις πιθανές παραλλαγές που επιθυμούν, χωρίς καμία ευθύνη, υποχρέωση ή συμμετοχή στα κοινά. Αυτομάτως, μετατρέπονται σε εγωπαθή και ακοινώνητα όντα, “ζόμπι” που διψούν συνεχώς για νέα δικαιώματα. Απαιτούν εκ των προτέρων σεβασμό, χωρίς όμως να προσπαθούν να τον κερδίσουν με τα έργα τους. Σε ατομικό επίπεδο, το σύνολο των επιτευγμάτων τους περιορίζεται στον μικρόκοσμο του εργασιακού τους περιβάλλοντος. Οι περισσότερες φεμινίστριες δηλώνουν ερωτευμένες με την εργασία τους και αποστρέφονται μετά βδελυγμίας την προοπτική μιας οικογενειακής ζωής. Εάν, όμως, η εργασιακή τους ταυτότητα χαθεί, η ατομική τους υπόσταση καταρρέει σαν πύργος από τραπουλόχαρτα και αυτό, με την σειρά του, οδηγεί σε ενοχικά σύνδρομα και αναζήτηση αποδιοπομπαίων τράγων. Σε κοινωνικό επίπεδο, η αξία της κατοχύρωσης νεοεμφανιζόμενων δικαιωμάτων, θα πρέπει να αξιολογηθεί στη βάση της αποτελεσματικότητας. Αυτό σημαίνει ότι η θεμελίωση της λογικής του ατομικού δικαιώματος παλιότερα ανταποκρινόταν σε πολύ συγκεκριμένες ιστορικές ανάγκες, όπως η καταπολέμηση της ανισότητας, της καταπίεσης ή του βασανισμού των ανθρώπων. Πλέον, η κατοχύρωση των δικαιωμάτων τα οποία διεκδικούνται εξυπηρετεί αμιγώς εγωιστικούς και συμφεροντολογικούς σκοπούς, που δεν αποτελούν άλλο από έναν φανταχτερό μανδύα κάλυψης της εγγενούς ανικανότητας του ατόμου. 

Σε τελική ανάλυση, το φεμινιστικό κίνημα, έχοντας παγιδευτεί σε μια κινούμενη άμμο ακόρεστων και παράλογων διεκδικήσεων, προσπαθεί στο κύκνειο άσμα του να πιαστεί από το σχοινί που τείνουν οι δόλιοι νοσφιστές της παραδοσιακής - πνευματικής αναγέννησης. 

Εμείς, ευρισκόμενοι σαφώς στο αντίπαλο δέος - καθότι έχουμε καταστεί άθελά μας μάρτυρες των συνεπειών της καταστροφικής φεμινιστικής λαίλαπας, παραμένουμε πιστοί και υπέρμαχοι του παραδοσιακού τρόπου ζωής. Της υγιούς αυτής δύναμης, στη βάση της οποίας θεμελιώθηκε και θριάμβευσε ο ανθρώπινος πολιτισμός. Στη δομή της κοινωνίας εκείνης που γέννησε την αυταπάρνηση, την αυτοθυσία, τον ηρωικό τρόπο ζωής. Μόνο σε μια τέτοια κοινωνία μπορεί μια γυναίκα να ολοκληρωθεί ως άτομο σε επίπεδο ψυχικό, νοητικό και συναισθηματικό. 

της Ε. Μ.
Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017

Η Μεταφυσική του Πόνου και η Γλώσσα του Σώματος

"Ο πόνος είναι ένα από τα κλειδιά για να ξεκλειδώσει η πιο εσωτερική υπόσταση του ανθρώπου, καθώς και του κόσμου. Κάθε φορά που κάποιος προσεγγίζει τα σημεία όπου ο άνθρωπος αποδεικνύει ότι είναι ίσος ή ανώτερος από τον πόνο, αποκτά πρόσβαση στις πηγές της ισχύος του και στο μυστικό που κρύβεται πίσω από την κυριαρχία του. Πες μου τη σχέση σου με τον πόνο και θα σου πω ποιος είσαι”! 
(Ernst Jünger, Über den Schmerz, 1934) 

Η αίσθηση του πόνου είναι ίσως η πιο απογοητευτική και θεμελιωδώς ανησυχητική ανθρώπινη εμπειρία. Ο πόνος, μια μεγάλη εξισορροπητική δύναμη, εξαπλώνει την επιρροή του πέρα από όλα τα όρια της φυλής, του φύλου, της ηλικίας και της κοινωνικοοικονομικής θέσης. Ως άνθρωποι και ως κοινωνία φοβόμαστε την αίσθηση του πόνου και επιδιώκουμε να καταπνίξουμε και να εξαλείψουμε τη φωνή του με κάθε κόστος, ανεξάρτητα από το μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα. 

Ωστόσο, η φωνή του πόνου μεταδίδει συχνά σπουδαίες διδασκαλίες και εσωτερικά μαθήματα, αν μάθουμε να ακούμε ρυθμίζοντας τη συχνότητα της ακοής μας μακριά από το εγωιστικό πνεύμα, προς την “καρδιά” ή την ψυχή - ένα είδος υπερηχοκαρδιογραφήματος, που μπορεί να καθοδηγήσει τη ζωή μας σε εξαιρετικά μεταμορφωτικές και μυστηριώδεις οδούς. Ο σεβασμός στον πόνο χαίρει εκτίμησης στις πρακτικές των πολεμικών τεχνών και της ταντρικής φιλοσοφίας*, δύο συστηματικών κοσμοθεωριών που επιδιώκουν να εξερευνήσουν και να τελειοποιήσουν το φυσικό σώμα ως πεδίο μεταμόρφωσης και αυτοπραγμάτωσης. 

Ένας ισχυρός καταλύτης 

Η φωνή του πόνου λειτουργεί ως ένας ισχυρός καταλύτης για την ανάπτυξη και τη μεταμόρφωση μέσα στα βαθύτερα συστήματα των πολεμικών τεχνών, εκφραζόμενη στο φυσικό και ψυχολογικό έδαφος της ύλης, στο “τοπίο του σώματος”. Σε αυτά τα συστήματα, ο πόνος μπορεί να είναι δημιουργικός ή καταστρεπτικός, μια αλχημική φωτιά που μπορεί να κάψει τις εγωιστικές αυταπάτες που λειτουργούν ως εμπόδια στην ωρίμανση και στην ανάπτυξή μας ως μαχητές και ως αυτοπραγματωμένα όντα.

Ο Bruce Lee συζητούσε συχνά αυτή τη σημαντική ιδέα στις σύνθετες αποκαλύψεις του σχετικά με τις μάχες και το γενικό πρότυπό του για αυτοανάπτυξη. Ένα απλό αλλά ισχυρό παράδειγμα αυτού είναι η αναφορά του Bruce Lee σχετικά με τα εργαλεία της μάχης και τη “μαχητική στάση”. Στις περιγραφές του Lee για το σύστημα Jeet Kun Do αναφέρει ότι τα εργαλεία της μάχης εξυπηρετούν έναν διπλό σκοπό:

"Για την καταστροφή του αντιπάλου - την εξόντωση των πραγμάτων που παρακωλύουν την ειρήνη, τη δικαιοσύνη και την ανθρωπότητα... και για την καταστροφή των δικών σας παρορμήσεων, που προκαλούνται από τα ένστικτα της αυτοσυντήρησης. Για την καταστροφή σε οτιδήποτε ενοχλεί το πνεύμα σας, όχι για να βλάψετε κανέναν, αλλά για να ξεπεράσετε τη δική σας απληστία, οργή και μωρία... Οι γροθιές και τα λακτίσματα είναι εργαλεία για να σκοτώσεις το Εγώ”. 

Αυτή η περιγραφή των "εργαλείων μάχης" περιέχει ισχυρές μεταφορές για έναν πολύ μεγαλύτερο αγώνα από μία βασική πυγμαχική αναμέτρηση. Περιγράφει το πεδίο μάχης του πνεύματος και του σώματος, καθώς επιδιώκουμε να χαλαρώσουμε τα δεσμά του Εγώ πάνω στο όραμα της Ψυχής. Αυτά είναι τα ακριβή ιδανικά εκείνου που προσπαθεί να ρυθμίσει το πνεύμα και το σώμα του αντί να προσπαθεί να ξεφύγει ή να ξεπεράσει το σωματικό επίπεδο. Το ίδιο το σώμα γίνεται ένα μαγικό εργαλείο αυτοπραγμάτωσης, ένα όπλο ενάντια στην οχύρωση του ελεγχόμενου Εγώ και των φουτουριστικών φαντασμάτων του, ένα καλοκουρδισμένο όργανο, μέσω μίας συστηματικής καλλιέργειας εσωτερικών πρακτικών.

Η στάση 

Ο Bruce Lee συζήτησε επίσης την ιδέα της "στάσης" ως θεμέλιο του συστήματος τού Jeet Kune Do και περιέγραψε τη "θεμελιώδη θέση" της στάσης ως:

"Απλή αλλά αποτελεσματική οργάνωση του εαυτού, πνευματικά και σωματικά... αναπνοή, άνεση και αίσθηση του σώματος κατά τη διατήρηση της “πνευματικής στάσης”... απλότητα: Κίνηση χωρίς ένταση, ουδέτερη, χωρίς καμία δέσμευση στην κατεύθυνση και χωρίς μεγάλη καταβολή δύναμης ".

Κι αυτή η περιγραφή του Lee για την "στάση μάχης" περιέχει μεταφορές για ένα πολύ σπουδαίο όραμα και αντανακλά πολλά από τα πρακτικά ιδανικά της ταντρικής φιλοσοφίας. Η στάση που αναλαμβάνουμε στις καθημερινές μας μάχες θα καθορίσει το αποτέλεσμα πριν καν αρχίσει ο αγώνας. Στην tantra, το σώμα καλλιεργείται σε μια κατάσταση ψυχικής και σωματικής αρμονίας χωρίς φανατική δέσμευση στα μυωπικά φονταμενταλιστικά παραδείγματα: "Κίνηση χωρίς ένταση".

Ο μαχητής είναι πάντοτε σε επιφυλακή και πάντα έτοιμος να αναλάβει μια φυσική στάση για να διαχειριστεί την καθημερινή μάχη του πνεύματος. Όπως αναφέρει ο Lee: "Καθώς οι γροθιές έρχονται, κρατάτε τα μάτια σας ανοιχτά κάθε λεπτό. Οι γροθιές δεν θα σας περιμένουν. Θα χτυπήσουν απροσδόκητα και αν δεν εκπαιδευτείτε αρκετά καλά για να τις εντοπίσετε, θα είναι δύσκολο να σταματήσουν". Γι’ αυτό, προπονούμαστε σκληρά για να είμαστε έτοιμοι και βρισκόμαστε σε μια χαλαρή κατάσταση για να αντιμετωπίσουμε τα καθημερινά χτυπήματα.

Ασφαλή μέρη και ζώνες άνεσης 

Το σώμα και το πνεύμα μας θα επιδιώκουν συνεχώς να υποστηρίζουν τις ψευδαισθήσεις του Εγώ, σε μια προσπάθεια να μας κρατήσουν στις ασφαλείς θέσεις μας, στις ζώνες άνεσής μας. Ωστόσο, αυτό μας εμποδίζει να ωριμάσουμε, να αντιληφθούμε τον αληθινό Εαυτό μας και να εκδηλώσουμε το ψυχικό όραμά μας. Αυτή η κατάσταση περιγράφηκε εύστοχα από τον αμφιλεγόμενο γνωστικιστή Yukio Mishima στο έργο του “Sun and steel”:

"Θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή εδώ σε ένα γεγονός: Ότι όλα προέρχονται από το πνεύμα. Πιστεύω ότι ακριβώς όπως η σωματική άσκηση μετασχηματίζει τους ακούσιους μύες, έτσι μία παρόμοια μεταμόρφωση μπορεί να επιτευχθεί μέσω μιας αναπόφευκτης τάσης που κάποιος θα μπορούσε να αποκαλέσει φυσικό νόμο (…) έχω ανακαλύψει εξ εμπειρίας ότι ένα μεγάλο ρεύμα μπορεί να εκτραπεί με το σκάψιμο ενός μικρού καναλιού. 

Αυτό είναι ένα άλλο παράδειγμα της κοινής ποιότητας που έχουν τα πνεύματα και τα σώματά μας: Η τάση που μοιράζεται το σώμα και το πνεύμα να δημιουργούν αμέσως το δικό τους μικρό σύμπαν, τη δική τους “ψευδή τάξη”, όταν καταλαμβάνονται από μια συγκεκριμένη ιδέα… Αυτή η λειτουργία του σώματος και του μυαλού να δημιουργούν για μικρό χρονικό διάστημα τα δικά τους μικροσκοπικά σύμπαντα δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση: Όμως, η φευγαλέα αίσθηση της ευτυχίας στην ανθρώπινη ζωή οφείλεται σε αυτή ακριβώς τη "ψευδή τάξη". Είναι ένα είδος προστατευτικής λειτουργίας της ζωής μπροστά στο χάος γύρω της και μοιάζει με τον τρόπο που ένας σκαντζόχοιρος τυλίγεται σε μία στρογγυλή σφαίρα. Έτσι όμως, μας δίνεται η δυνατότητα να σπάσουμε αυτή την “ψευδή τάξη” και να δημιουργήσουμε μια άλλη στη θέση της, η οποία μάς στρέφει σε μια κατεύθυνση που συμφωνεί καλύτερα με τους δικούς μας στόχους”. 

Οι ποιητικές αποκαλύψεις του Μισίμα αντανακλούν πολλά από τα βαθύτερα ιδανικά της ταντρικής φιλοσοφίας. Αντί να εγκαταλείψει το πνεύμα και το σώμα, προσπαθεί να τα χρησιμοποιήσει ως εργαλεία αλχημικού μετασχηματισμού και αληθινή στάση ζωτικής ώθησης: Αγκαλιάζοντας τον κόσμο αντί να επιδιώκει να δραπετεύσει, αγκαλιάζοντας την καθημερινή μάχη με το Εγώ και τις αυταπάτες αντί να προσπαθεί να ξεφύγει, αρπάζοντας την καθημερινή μάχη ως ευκαιρία για αυτοπραγμάτωση!

Δεν πρόκειται μόνο για ρητορική στάση. Στην πραγματικότητα, είναι μια συνηθισμένη περιγραφή αυτού που αναφέρεται στην Τάντρα της Αριστερής Ατραπού ως το "ανελέητο μονοπάτι". Η καθημερινή αποδοχή των προκλήσεων της σάρκας και των αντικατοπτρισμών του νου είναι πραγματική μάχη, η οποία αναπόφευκτα τελειώνει με τον θάνατο.

Το ανελέητο μονοπάτι 

Ακριβώς όπως ο μαχητής επιδιώκει να είναι σε θέση να κρατήσει τη στάση του σε κάθε στιγμή, πάντα έτοιμος για τα απροσδόκητα και απρόβλεπτα χτυπήματα, στο εσωτερικό επίπεδο αντιλαμβάνεται τον εσωτερικό αγώνα ως ένα σπάνιο εφήμερο δώρο και προσπαθεί να είναι σε θέση να αναλάβει αυτή τη στάση απέναντι στο απόλυτα απροσδόκητο και απρόβλεπτο γεγονός: Τον θάνατο.

Όπως αναφέρει ο Μισίμα:

"Αν η ιερότητα και η αξιοπρέπεια του σώματος προκύπτουν αποκλειστικά από το στοιχείο της θνησιμότητας που κρύβει μέσα του, τότε ο δρόμος που οδηγεί στον θάνατο, σκέφτηκα, πρέπει να έχει κάποιο ιδιωτικό μονοπάτι που να συνδέεται με τον πόνο, την ταλαιπωρία και τη συνεχιζόμενη συνείδηση που είναι απόδειξη της ζωής. Και πραγματικά αισθανόμουν ότι αν υπήρχε κάποιο περιστατικό όπου η οδύνη ενός βίαιου θανάτου και οι καλά αναπτυγμένοι μύες συνδυάζονται επιδέξια, αυτό θα συνέβαινε μόνο ως απάντηση στις αισθητικές απαιτήσεις του πεπρωμένου. Όχι, βέβαια, ότι το ίδιο το πεπρωμένο δίνει σημασία σε αισθητικές αναζητήσεις". 

Οι πολεμικές τέχνες και η ταντρική φιλοσοφία βλέπουν την αναπόφευκτη εμπειρία του πόνου ως ιερή πόρτα μέσα στο πνεύμα και το σώμα, όπου εάν κάποιος εισέλθει με θάρρος και στρατηγική, μπορεί να οδηγηθεί στο τοπίο της ψυχής, στην αληθινή όψη της ελευθερίας και της αυτοπραγμάτωσης. Δεν υπάρχει σχέδιο αποφυγής για τον πόνο. Ωστόσο, μπορούμε να βελτιώσουμε το πνεύμα και το σώμα μας για να αντιληφθούμε τη συνάντηση με τον πόνο ως ευκαιρία για αποκάλυψη, εκθέτοντας πεδία που πρέπει να αλλάξουν, να εξελιχθούν, να ωριμάσουν ή να πεθάνουν.

Δεν μπορούμε να τεμπελιάζουμε ή να αναβάλουμε αυτή την επιδίωξη, καθώς δεν έχουμε καμία εγγύηση για το χρόνο που μας έχει δοθεί στο πεδίο της μάχης της ζωής. Δεν υπάρχουν τρόπαια ή βραβεία σε αυτό το πεδίο μάχης, μόνο ουλές που χρησιμεύουν ως υπενθύμιση της αφοσίωσης και της δέσμευσής μας στην πορεία και στα διδάγματα που μας μεταδίδουν οι πρόγονοί μας και οι δάσκαλοί μας.

Ωστόσο, αυτό είναι το τελευταίο δώρο, που απονέμεται μόνο στους λίγους και στους πραγματικά θαρραλέους, οι οποίοι θα περπατήσουν το ανελέητο μονοπάτι και θα μάθουν να ακούν τη φωνή του πόνου.

Ποια είναι η δική σου στάση;

Είσαι έτοιμος να ακούσεις;

*Σημ. μτφρ. Ο συγγραφέας του κειμένου αναφέρεται συγκεκριμένα στην Ταντρική φιλοσοφία, ως αντικείμενο της ενασχόλησής του και της μελέτης του, όμως, ο αναγνώστης μπορεί να εντοπίσει εύκολα κοινά στοιχεία με την αντιμετώπιση του πόνου στην ελληνική και ευρωπαϊκή Παράδοση. 

Μετάφραση/απόδοση/προσαρμογή, για το Ιδεάπολις, του Π. Κ.
Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017

Μάρτυρες της Ιδέας


100% Έλληνες - 0% Αντιφασίστες


Φαρενάιτ 451


- Ροβινσώνας Κρούσος. Δεν άρεσε στους νέγρους, λόγω αυτού του Παρασκευά. Και Νίτσε. Α, ο Νίτσε. Στους εβραίους δεν άρεσε ο Νίτσε. Να, ένα βιβλίο για τον καρκίνο του πνεύμονα. Ταράζει τους καπνιστές, άρα, για χάρη της ψυχικής μας ηρεμίας, το καίμε. Α, αυτό πρέπει να είναι πολύ βαθυστόχαστο. Η "Ηθική" του Αριστοτέλη. Οποιος το διαβάζει αυτό θα νομίζει ότι είναι ανώτερος από όσους δεν το έχουν διαβάσει. Βλέπεις, δεν ωφελεί, Μόνταγκ. Πρέπει όλοι να είμαστε ίδιοι. Ο μόνος τρόπος για να είναι όλοι ευτυχισμένοι είναι να είναι ίσοι. Ετσι, πρέπει να κάψουμε τα βιβλία, Μόνταγκ. 

Απόσπασμα από την κινηματογραφική μεταφορά του δυστοπικού μυθιστορήματος του Ρέι Μπράντμπερι, Φαρενάιτ 451, σε σκηνοθεσία του Φρανσουά Τριφό (1966).
Τρίτη, 24 Οκτωβρίου 2017

Καταλονία και εθνική ανεξαρτησία

Μπορούμε να μιλήσουμε άραγε για “εθνικισμό αλά καρτ”; Μπορούμε να αγνοήσουμε - έχοντας ως βάση της κοσμοθέασής μας την απαράβατη αξία του αυτόβουλου Έθνους - τη διακήρυξη των Καταλανών πως θέλουν την ανεξαρτησία τους; Είναι για εμάς, ως Έλληνες εθνικιστές, σύμφωνο λογικά και συναισθηματικά να ταχθούμε - εφόσον επιδιώκουμε να τοποθετούμαστε με βάση την ιδεολογία μας, ιδεαλιστικά και ρομαντικά - ως υποστηρικτές κάποιας πλευράς; Δηλώνουμε τη στήριξή μας στο κυρίαρχο Ισπανικό κράτος ή υποστηρίζουμε την απόφαση του Καταλανικού Έθνους ν’ αναζητήσει αυτόνομα τη θέση του στην Ευρώπη; 

Η ιστορική ανάλυση της περιόδου που οδήγησε στην ενοποίηση της Ισπανίας θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ξεχωριστό άρθρο από μόνη της. Οι γάμοι μεταξύ των ευγενών της Ιβηρικής οδήγησαν εν τέλει σε ένα καθεστώς που ενείχε το σπόρο της σημερινής αναταραχής, καθώς οι διάφορες περιοχές ενώθηκαν διατηρώντας σε μεγάλο βαθμό τα κατάλοιπα της φεουδαρχικής κοινωνίας. Είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα πως ο Βασιλιάς της Ισπανίας, έχοντας ενώσει στο πρόσωπό του το Στέμμα της Καστίλης, της Αραγονίας και της Καταλονίας, διατηρούσε ακόμα αρκετούς από τους περιορισμούς που υπήρχαν σε κάθε περιοχή πριν την ένωση αυτή. Έτσι, η Καταλονία, που μέχρι την Αναγέννηση ήταν μια ναυτική, πλούσια εμπορική περιοχή, με τους εγχώριους φεουδάρχες να συμμετέχουν ενεργά στη διακυβέρνηση, είχε σημαντικούς περιορισμούς στη στρατολόγηση ανδρών για τον Ισπανικό Στρατό. Ως αντίβαρο, περιοχές όπως η Καστίλη και η Ανδαλουσία συνεισέφεραν με πολύ μεγαλύτερους αριθμούς στρατεύσιμων, με συνακόλουθη μείωση του πληθυσμού, καθώς η Ισπανική Αυτοκρατορία κατέστη θαλασσοκρατορία και οδηγούνταν στην εποποιία της κατάκτησης της Λατινικής Αμερικής. 

Όπως κάθε νόμισμα έχει δύο όψεις - και ιστορικό αντίστοιχο μπορεί να βρεθεί στην πορεία της αρχαίας Ελλάδος μετά την εποποιία του Μεγάλου Αλεξάνδρου - ο χρυσός που εισέρρεε στα βασιλικά θησαυροφυλάκια από την Αμερική καθυστέρησε έμμεσα την ανάπτυξη των μητροπολιτικών εδαφών. Η Ισπανία, αποδυναμωμένη από τους πολέμους και από την πληθυσμιακή αιμορραγία προς τις νέες της αποικίες, περιέπεσε στη δίνη της ροής προς τα κάτω, μη δυνάμενη να ακολουθήσει κατά πόδας τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη της εποχής. Μέσα σε αυτή την πορεία, η Καταλονία δεν διατηρούσε κάτι που να την ξεχωρίζει, παρά μόνο στις αρχές του 20ου αιώνα, όντας λιμάνι, άρχισε να παίρνει την ανιούσα, γινόμενη και το επίκεντρο της τότε απαρχής της βιομηχανοποίησης της χώρας. Οι μαρξιστικές και αναρχικές ιδέες που βρήκαν πρόσφορο έδαφος εξάπλωσης, αλλά και η “Καταλανική αναγέννηση”, σε συνδυασμό με την απουσία συμμετοχής Καταλανών πολιτικών στις κυβερνήσεις της Μαδρίτης, απομάκρυναν μεγάλο μέρος της τοπικής ελίτ από την κεντρική διοίκηση και πυροδότησαν σκέψεις αρχικά γι’ αυτονομία και αργότερα για ανεξαρτησία. 

Η σχεδόν συλλογική συμπαράταξη της Βαρκελώνης με το πλευρό των ηττημένων του Ισπανικού Εμφυλίου - καθιστάμενη μάλιστα επίκεντρο των Τροτσκιστών και των Αναρχικών - συνετέλεσε, κατά τη διακυβέρνηση του Φράνκο, στην αποστέρηση των όποιων αυτοδιοικητικών προνομίων είχαν επιτύχει οι Καταλανοί. Ως αντιστάθμισμα, από τη δεκαετία του 1960 και έπειτα, έγιναν πολλές επενδύσεις στην περιοχή, με σκοπό τον κατευνασμό των αντιδράσεων, έχοντας ως αποτέλεσμα τη σημαντική οικονομική ανάπτυξη, τόσο ένεκα της βιομηχανίας, όσο και του τουρισμού, που αναδείχθηκε σε κινητήριο μοχλό της τοπικής οικονομίας, καθιστώντας την Καταλονία ως την πλουσιότερη περιοχή της Ισπανίας. 

Η έκρηξη της οικονομικής κρίσης του 2008, έκανε το χάσμα ακόμα μεγαλύτερο. Ως η πιο πλούσια επαρχία, το μερίδιο της Καταλονίας στον κοινό προϋπολογισμό της Ισπανίας ήταν το σημαντικότερο, ενώ η επακόλουθη πολιτική κρίση οδήγησε τους πολίτες να ενισχύσουν τα αυτονομιστικά κόμματα, μεταθέτοντας το βάρος της κρίσης στην ανικανότητα της κεντρικής κυβέρνησης. Έως εκείνη τη στιγμή, τα αυτονομιστικά κόμματα, εκμεταλλευόμενα τους εκλογικούς συσχετισμούς, είχαν κατορθώσει να επιτύχουν μεγάλα ποσοστά αυτονομίας για την Καταλονία. Η επαρχία είχε δικό της σύστημα υγείας, δικό της σύστημα εκπαίδευσης και δυνατότητα αυτοδιαχείρισης των εσόδων σε μεγάλο βαθμό. Αυτό όμως, απ’ ότι φαίνεται, δεν στάθηκε αρκετό για τους υποστηρικτές της απόσχισης, που μονόπλευρα οδήγησαν την περιοχή σε δημοψήφισμα με ερώτημα την ανεξαρτησία ή όχι. 

Το ερώτημα αν οι πράξεις της Καταλανικής Κυβέρνησης είναι σύμφωνες με τον νόμο και το Ισπανικό Σύνταγμα, δεν θα έπρεπε να μας απασχολεί καθόλου. Πέραν των φωνών από αυτόκλητους “υπερασπιστές της νομιμότητας”, η ρεαλιστική προσέγγιση των πραγμάτων γνωρίζει πολύ καλά πως μια απόσχιση είναι πράξη επαναστατική και, ως εκ τούτου, γεννά δίκαιο. Το ουσιαστικό ερώτημα σε αυτή την περίπτωση είναι αν γινόμαστε μάρτυρες ενός λαού που επιδιώκει την ανεξαρτησία του. 

Και η απάντηση είναι ένα εμφανέστατο Όχι. 

Η αίσθηση διάκρισης μεταξύ Καταλανών και Ισπανών εδράζεται σε ιστορικά δεδομένα μεν, αλλά δεν δικαιολογεί επ’ ουδενί τον χαρακτηρισμό τους ως ξεχωριστού Έθνους. Τα Καταλανικά είναι μια διάλεκτος των Ισπανικών, ενώ η Καταλονία και η Αραγονία ακολούθησαν κοινή πορεία με τις υπόλοιπες περιοχές της Ισπανίας προς την ενοποίηση. Ακόμα και σήμερα, τα κόμματα που υποστηρίζουν την ανεξαρτησία της περιοχής έχουν το 47% των εδρών του κοινοβουλίου, απέχοντας αρκετά από το να εκπροσωπούν την πλειοψηφία των Καταλανών. Το δε αίτημα για ανεξαρτησία προέρχεται κατά κύριο λόγο από τις ισχυρά οικονομικές τάξεις, που αντιδρούν στην ανακατανομή του πλούτου από την περιοχή τους προς τις φτωχότερες περιοχές της Ισπανίας. 

Δεν είναι αποκλειστικά ισπανικό και καταλανικό φαινόμενο αυτό. Αντίθετα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν εμφανιστεί αρκετά ανάλογα κινήματα, κατά κύριο λόγο σε πλούσιες περιοχές, που επιδιώκουν να περιοριστεί ο κεντρικός κρατικός έλεγχος - άσχετα αν είναι πρόθυμοι να τον αντικαταστήσουν με τον υπερεθνικό των Βρυξελλών. Ο οικονομοκεντρισμός, που έχει επιβληθεί ως επικρατούσα λογική, είναι φυσικό να οδηγήσει σε ανάλογες σκέψεις και δράσεις από μερίδα ανθρώπων που προτάσσουν την οικονομική τους ευμάρεια από τις συλλογικές ανάγκες. Θα μπορούσαμε όμως να το καταδικάσουμε αυτό εξ ορισμού; Δεν μπορούμε να παραβλέψουμε πως ο οικονομικός παράγοντας υπήρξε πάντα ένα σημαντικό στοιχείο, ίσως εκείνο που έγειρε την πλάστιγγα σε εξεγέρσεις και επαναστάσεις, συντελώντας ακόμα και στη διαδικασία της εθνογένεσης. Μήπως άλλωστε ήταν ξεχωριστό έθνος οι συμμετέχοντες στην Αμερική Επανάσταση από τους αντιπάλους τους Άγγλους; Αυτό που αποτέλεσε, όμως, αφορμή για τους εκπροσώπους των 13 πολιτειών ώστε να ανακηρύξουν την ανεξαρτησία τους ήταν η, κατά την άποψή τους, υπερφορολόγησή τους. Και εδώ πρέπει να επισημανθεί ότι ένα σημαντικό κομμάτι των κατοίκων των 13 πολιτειών παρέμεναν πιστοί στο Στέμμα, χωρίς εν τέλει να κατορθώσουν να συνεισφέρουν αποτελεσματικά στην αποσόβηση της αποκοπής από την πατρίδα Μεγάλη Βρετανία. 

Η αντίδραση της Ισπανικής κυβέρνησης, αλλά και οι ογκώδεις διαδηλώσεις, τόσο στην Βαρκελώνη όσο και σε άλλες μεγάλες ισπανικές πόλεις, προς υποστήριξη της διατήρησης της ακεραιότητας του Ισπανικού κράτους, δείχνουν πως η ανεξαρτητοποίηση της Καταλονίας δεν θα είναι μια εύκολη μονομερής ενέργεια. Άλλωστε, για τον μέσο Ισπανό, η αυξημένη αυτονομία της έχει κερδηθεί μέσω εκβιασμών, μέσω συνεχόμενων προστριβών και χωρίς να έχει δοθεί οτιδήποτε ως αντάλλαγμα. Το δημοψήφισμα και οι περαιτέρω κινήσεις των αποσχιστών ως τώρα έχουν εκληφθεί μάλλον ως πρόκληση από την πλειοψηφία των Ισπανών, η δε επιμονή της Καταλονικής κυβέρνησης να διεξαγάγει το δημοψήφισμα, παρά τις αντίθετες αποφάσεις του ανωτάτου δικαστικού συμβουλίου, θα μπορούσε να παρομοιαστεί με αντίδραση ενός κακομαθημένου παιδιού. 

Αμφιλεγόμενη η στάση και της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε αυτό το ζήτημα, καθώς από επίσημα χείλη διευκρινίστηκε πως μια ανεξάρτητη Καταλονία δεν θα αποτελέσει ντε φάκτο μέλος της ΕΕ, κάτι που πιθανότατα έπαιξε το ρόλο του στην επαμφοτερίζουσα στάση του Καταλανού πρωθυπουργού. Η ΕΕ έχει ανακηρύξει τον Εθνικισμό ως κυρίαρχο αντίπαλό της στην πραγματικότητα, αλλά ταυτόχρονα έχει υπάρξει από διαλλακτική έως ένθερμα υποστηρικτική αυτών που αποκαλούνται και “μικροεθνικισμοί”. Περιπτώσεις όπως της Καταλονίας ή άλλων περιοχών ή μικρών πληθυσμιακών ομάδων, έχουν δεχθεί βοήθεια από τα επίσημα όργανα της Κομισιόν, χρηματοδότηση, αλλά και δημόσιο βήμα μέσω του οποίου μπορούν να εκφράσουν τα πραγματικά ή φαντασιακά τους αιτήματα. Ως υπερεθνικός οργανισμός, σε μεγάλο βαθμό ενισχύει αυτές τις φυγόκεντρες δυνάμεις, διατηρώντας όμως όλες αυτές τις ομάδες κάτω από τον ενωσιακό μανδύα. Άλλωστε, ένα κυρίαρχο και δυναμικό έθνος-κράτος μπορεί πιο δύσκολα να ελεγχθεί και να καθοδηγηθεί από τις γραφειοκρατικές νομενκλατούρες των Βρυξελλών, των οποίων ο ρόλος θα αναβαθμιστεί και η δύναμη θα αυξηθεί αν βρεθούν να προΐστανται μιας ομοσπονδίας περιφερειών, που καμία δεν θα είναι αρκετά δυνατή μόνη της, ώστε να τους αντιταχθεί. 

Εν τέλει, ίσως θα είναι χρήσιμη μια μικρή αναφορά και στο ενδεχόμενο ανάλογων κινήσεων και στο Ελληνικό Κράτος. Με μόλις προ ημερών την υπερψήφιση στο Κοινοβούλιο του άρθρου για την Τουρκική Ένωση Ξάνθης, και με το Τουρκικό προξενείο να σκορπά ανενόχλητο την προπαγάνδα του στους μουσουλμάνους της περιοχής - ενώ η χώρα δεν λέει να ξεφύγει από την οικονομική κρίση και οι Τουρκικές τράπεζες αποτελούν το μακρύ χέρι της γείτονος χώρας σε ελληνικό έδαφος - η διεθνής και ευρωπαϊκή παροχή νομιμοποίησης στο δημοψήφισμα της Καταλονίας και η ενδεχόμενη αναγνώριση ανεξαρτησίας θα δημιουργούσαν ένα δεδικασμένο πολύ αρνητικό για το ελληνικό εθνικό συμφέρον. Μέχρι στιγμής, μια ανάλογη προοπτική εξέλιξης δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα κι αυτό είναι μόνο θετικό για το Ελληνικό κράτος. 

Οι εξελίξεις δίνουν κίνηση με ραγδαίους ρυθμούς και η κατάσταση μεταμορφώνεται καθημερινά. Η κατάληξή της ακόμα είναι αβέβαιη. Κι ως Εθνικιστές, αναγνωρίζουμε την αιώνια εντροπία της κίνησης, την αποδοχή της θνησιμότητας και της μετεξέλιξης των πάντων, συμπεριλαμβανομένων και των Εθνών. Το τι μας επιφυλάσσει το μέλλον είναι ακόμα άγνωστο. Ίσως αναπτύσσεται η προϊσπανική ταυτότητα της Καταλονίας, ίσως γεννάται ένα νέο καταλανικό έθνος, ίσως το έθνος αυτό έχει γίνει πια ένα με το ισπανικό, όπως κάποτε η Βουργουνδία έγινε κομμάτι της Γαλλίας. Εν τέλει όμως, οι Εθνικιστές, στηρίζουμε εκείνους που παλεύουν η χώρα τους να παραμείνει ενωμένη, με σεβασμό στα ποτάμια αίματος που έχυσαν οι πρόγονοί τους για να κατορθώσουν αυτή την ενοποίηση. Δεν θα μπορούσαμε να συνταχθούμε στο πλευρό ενός οικονομοκεντρικά γεννημένου μικροεθνικισμού, ούτε και να αγνοήσουμε την μαρξιστογενή προέλευσή του - ακόμα και αν καλύπτεται από τον μανδύα της αυτοδιάθεσης. 

Οι χρυσοκόκκινες σημαίες που θ’ ανεμίσουμε θα έχουν επάνω τον αετό και θα εμπνέονται από το πνεύμα ενός σκληροτράχηλου μεσογειακού έθνους, που δεν θ’ αφήσει εύκολα μια δράκα καλομαθημένων μεγαλοαστών να καλυφθεί πίσω από μια ψευδεπίγραφη ταυτότητα. 

του Παναγιώτη Λουκά
Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017

Η Κανονικοποίηση της Παρακμής

Μια θλιβερή πρωτοπορία 

Το τελευταίο επεισόδιο στην κωμική επιθεώρηση που αποκαλείται Ελληνική Δημοκρατία έχει να κάνει με την προώθηση της τελευταίας λέξης της “προοδευτικής” ατζέντας. Συγκεκριμένα, την κοινοβουλευτική ζωή του τόπου απασχόλησε πρόσφατα το νομοσχέδιο που έφερε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ σχετικά με τη “Νομική Αναγνώριση της Ταυτότητας Φύλου”. Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο εντάσσεται σε μια σειρά αντεθνικών μέτρων που βρίσκονται ψηλά στην ατζέντα του κυβερνώντος κόμματος. Η αρχή έγινε με την αλλαγή του νομικού πλαισίου για την απόδοση ιθαγένειας και την αυστηροποίηση του “αντιρατσιστικού” λογοκριτικού νόμου. Η συνέχεια γίνεται με το εν λόγω νομοσχέδιο και την τροπολογία που ανοίγει το δρόμο στη λειτουργία της “Τουρκικής Ένωσης Ξάνθης”. Όπως όλα δείχνουν, θα ακολουθήσει η νομιμοποίηση της χρήσης κάνναβης και η κορύφωση θα είναι ο γάμος ομοφύλων ζευγαριών.

Κάπως έτσι, άνοιξε μια δημόσια συζήτηση, την οποία προ ολίγων ετών ούτε που θα φανταζόμασταν πως θα ακούγαμε στην Ελλάδα. Η συζήτηση αφορά στο δικαίωμα αλλαγής της νομικής καταγραφής φύλου από τα 15 έτη. Μια τέτοια, ομολογουμένως πρωτοποριακή, νομοθεσία μετατρέπει την Ελλάδα σε μια από τις ελάχιστες χώρες του κόσμου που επιτρέπει την αντιστροφή της φυσικής πραγματικότητας με μια μόνο τζίφρα. Εδώ πρέπει να σημειωθεί πως νομική αναγνώριση νέας ταυτότητας φύλου προβλεπόταν ήδη από τη νομοθεσία, εφόσον όμως είχε πραγματοποιηθεί χειρουργική επέμβαση αλλαγής φύλου (δηλαδή ευνουχισμός και ορμονοθεραπεία). Εν τέλει, ο νόμος που πέρασε προβλέπει τη νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου χωρίς χειρουργική επέμβαση, υπό προϋποθέσεις για τις ηλικίες 15-18, μία εκ των οποίων είναι η ψυχιατρική διάγνωση πως ο αιτών πάσχει από Δυσφορία Φύλου. Αυτό οδηγεί την Ελλάδα στο να έχει ίδιο νομικό καθεστώς με άλλα 16 δυτικά κράτη, τα οποία έχουν περάσει παρόμοιους νόμους τα τελευταία έτη, συμφώνως προς τις επιταγές του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Οι χλιαρές αντιδράσεις της αντιπολίτευσης κατέδειξαν, για άλλη μια φορά, τη θλιβερή κατάσταση που επικρατεί στο πολιτικό σκηνικό της πατρίδας μας. Η δήθεν συντηρητική Νέα Δημοκρατία - στα χνάρια της Μέρκελ, που νομιμοποίησε πρόσφατα τους γάμους ομοφυλοφίλων - δεν διαφώνησε επί της αρχής στο νομοσχέδιο, αλλά απαίτησε να γίνουν μικροαλλαγές στις προϋποθέσεις και έφερε αντιρρήσεις για το όριο ηλικίας. Ως αποτέλεσμα, ο δημόσιος διάλογος σε ΜΜΕ και βουλή περιορίστηκε στο εάν τα δεκαπεντάχρονα είναι ικανά να καθορίσουν το φύλο τους ή όχι, παίρνοντας ως δεδομένο δηλαδή πως το φύλο είναι μια μεταβλητή, η οποία καθορίζεται από τον ενδιαφερόμενο. Μέσα σ’ αυτή τη μαζική παράκρουση, δεν βρέθηκε κανείς να δηλώσει το αυτονόητο, πως το φύλο ως βιολογική πραγματικότητα δεν αλλάζει και δεν ορίζεται από κανέναν παρά μόνο από τα χρωμοσώματα τη στιγμή της σύλληψης, δηλαδή από την ίδια τη φύση. Και ενώ η Δεξιά ασχολούνταν με τα όρια ηλικίας και τις σπασμωδικές αντιδράσεις της Εκκλησίας, χωρίς να αρθρώσει εμπεριστατωμένο και επιστημονικό λόγο, η Αριστερά κατάφερνε ένα ακόμη καίριο πλήγμα στον εθνικό κορμό. Όσο για την εθνικιστική αντίδραση, αυτή εκφράστηκε από τις ρητορείες των βουλευτών της Χρυσής Αυγής περί “τσαπερδονοπουστοσφυρίχτρων” και τα δημοσιεύματα τύπου Ελεύθερης Ώρας.

Δυσφορία Γένους και άλλα ψυχικά νοσήματα

Ο επίσημος ισχυρισμός της κυβέρνησης για το συγκεκριμένο νομοθέτημα είναι πως έχει σκοπό να προστατεύσει και να βελτιώσει τις ζωές των διεμφυλικών. Ποιοί είναι όμως οι διεμφυλικοί (γνωστοί και ως τρανσέξουαλ, τραβεστί κ.α.); Οι υπέρμαχοι του νομοσχεδίου αναφέρουν πως αυτό αφορά κυρίως τους ερμαφρόδιτους (γνωστοί πλέον ως “ίντερσεξ άτομα”), δηλαδή άτομα που γεννήθηκαν με διαταραχές ανάπτυξης φύλου, ως αποτέλεσμα σπανίων γενετικών παθήσεων. Ωστόσο, αυτή η κατηγορία αποτελεί ένα μικρό ποσοστό των αποκαλούμενων διεμφυλικών και ένα απειροελάχιστο ποσοστό του γενικού πληθυσμού.

Στην πραγματικότητα, η συντριπτική πλειοψηφία των διεμφυλικών είναι άτομα που πάσχουν από Δυσφορία Φύλου (ή Δυσφορία Γένους), όπως αυτή ορίζεται στο Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών (DSM), που εκδίδεται από την Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρία και αποτελεί το σημείο αναφοράς σχετικά με τα ψυχικά νοσήματα. Αυτά τα άτομα δεν νιώθουν άνετα με το βιολογικό φύλο τους και ισχυρίζονται πως είναι “γυναίκες παγιδευμένες σε ανδρικά σώματα” ή το αντίστροφο. Το θλιβερό είναι πως η κοινωνία έχει πλέον αποδεχτεί αυτούς τους ισχυρισμούς ως βάσιμους και έχει δώσει το δικαίωμα σε αυτά τα άτομα να “αλλάζουν” το φύλο τους, αντί να τους αντιμετωπίσει σαν αυτό που πραγματικά είναι: Φρενοβλαβείς παγιδευμένοι σε σώματα ψυχασθενών.

Ο Αμερικανός ψυχίατρος Paul McHugh, αυθεντία επί του θέματος και επί σειρά ετών επικεφαλής της Ψυχιατρικής Κλινικής στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο Johns Hopkins, ήταν από τους πρώτους που μελέτησαν την πρακτική της χειρουργικής επέμβασης αλλαγής φύλου. Όπως ο ίδιος τονίζει, το φύλο δεν δύναται να αλλάξει με μια χειρουργική επέμβαση. Η συγκεκριμένη επέμβαση είναι απλώς μια διαδικασία στείρωσης/ευνουχισμού στην οποία τα ανδρικά γεννητικά όργανα μετασχηματίζονται ώστε να ομοιάζουν με γυναικεία. Η εν λόγω διαδικασία ακολουθείται συνήθως από την λήψη ορμονών, οι οποίες κάνουν τους άνδρες να αναπτύσσουν θηλυκά δευτερογενή χαρακτηριστικά φύλου. Με απλά λόγια, ένας τρανσέξουαλ δεν είναι παρά ένας ευνούχος με βυζιά. Δεν είναι τυχαίο ότι η συντριπτική πλειοψηφία των διεμφυλικών είναι άνδρες που επιθυμούν να είναι γυναίκες. Σύμφωνα με τον Paul McHugh, πρόκειται για άτομα που διεγείρονται με την εικόνα του εαυτού τους ως αισθησιακή γυναίκα.

Ο McHugh, μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Βιοηθικής στις ΗΠΑ, είναι ξεκάθαρος πολέμιος της ιδέας πως το φύλο μπορεί να μεταβληθεί και επέβαλε απαγόρευση σε επεμβάσεις αλλαγής φύλου στο Johns Hopkins, ήδη από το 1979. Όπως αναφέρει, έφτασε σε αυτό το συμπέρασμα μελετώντας τις διαχρονικές έρευνες που έγιναν σε διεμφυλικούς που είχαν υποβληθεί σε εγχείρηση. Όλες οι σχετικές έρευνες καταδεικνύουν πως οι διεμφυλικοί – ακόμη και όσοι έχουν “αλλάξει φύλο” - έχουν ποσοστά κατάθλιψης και αυτοκτονικότητας κατά πολύ μεγαλύτερα από αυτά του γενικού πληθυσμού. Το γεγονός αυτό επισημάνθηκε και από την Παιδοψυχιατρική Εταιρεία Ελλάδος, στην επιστολή με την οποία αντιτάχθηκε στο εκτρωματικό νομοσχέδιο. Η μεγαλύτερη σχετική έρευνα πραγματοποιήθηκε στην Σουηδία - όπου το κοινωνικό περιβάλλον κάθε άλλο παρά “ομοφοβικό” μπορεί να χαρακτηριστεί - και έδειξε πως οι διεμφυλικοί που έχουν υποβληθεί σε εγχείρηση παρουσιάζουν εικοσαπλάσια κρούσματα κατάθλιψης και αυτοκτονιών σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό.

Το ανυπόστατο επιχείρημα των υποστηρικτών του νομοσχεδίου είναι πως η αλλαγή φύλου θα βοηθήσει του διεμφυλικούς να έχουν μια “κανονική” ζωή και θα εξαλείψει τα φαινόμενα εκφοβισμού (“bullying”). Σύμφωνα με αυτή την λογική, οι συμμαθητές του Τάκη που θέλει να γίνει Δήμητρα θα πάψουν να τον ενοχλούν και να τον κοροϊδεύουν όταν αλλάξει το όνομα του σε Δήμητρα και πάει στο σχολείο με γυναικεία ρούχα και αυξημένο στήθος λόγω λήψης ορμονών. Πέραν του γελοίου του πράγματος, η τραγική πραγματικότητα είναι πως, χάριν της πολιτικής ορθότητας και της αριστερής παράνοιας, άτομα που χρειάζονται ψυχιατρική παρακολούθηση αφήνονται να υποφέρουν στην τύχη τους. Η Δυσφορία Φύλου δεν θεραπεύεται με “αλλαγή φύλου”, είτε χειρουργική είτε νομική. Η αντίστοιχη “θεραπεία” σε ένα άτομο με σχιζοφρένεια που νομίζει ότι είναι ο Μέγας Ναπολέων θα ήταν να το αφήσεις να αλλάξει τα ληξιαρχικά του στοιχεία του σε Ναπολέων Βοναπάρτης και να υποβληθεί σε κοσμητικό χειρουργείο προκειμένου να μοιάσει στον Ναπολέοντα.

Όσον αφορά τον μικρό πληθυσμό των ερμαφρόδιτων, η “αλλαγή φύλου” δεν δικαιολογείται ούτε σε αυτή την περίπτωση. Τις εποχές που στην ψυχολογία κυριαρχούσε το δόγμα του Συμπεριφορισμού και αγνοούνταν οι βιολογικές παράμετροι, η καθιερωμένη πρακτική για τα αρσενικά που είχαν θηλυκά χαρακτηριστικά λόγω γενετικής ανωμαλίας ήταν να υποβάλλονται σε τέτοιες εγχειρήσεις, κάτι που οδήγησε σε απίστευτες ιστορίες πόνου. Γνωστή είναι η περίπτωση της Πολωνής πρωταθλήτριας σπρίντερ Στανισλάβα Βαλασίεβιτς, η οποία σημείωνε ρεκόρ που καμία συναθλήτρια της δεν μπορούσε να πιάσει, μέχρι που αποδείχτηκε μετά θάνατον πως επρόκειτο για ερμαφρόδιτο άνδρα. Ένας άνδρας με γυναικεία χαρακτηριστικά είναι ακριβώς αυτό, δεν γίνεται να μετατραπεί σε γυναίκα ούτε να αναγνωριστεί ως “τρίτο φύλο”.

Η πραγματική ουσία του νομοσχεδίου

Η αναγνώριση της “ταυτότητας φύλου”, λοιπόν, δεν έχει καμία σχέση με την ευημερία των διεμφυλικών, όπως και η ανοικτή μεταναστευτική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει καμία σχέση με την προστασία των “προσφυγόπουλων”, τα οποία στην χειρότερη καταλήγουν πνιγμένα στο Αιγαίο Πέλαγος και στην καλύτερη στοιβαγμένα σε άθλιους καταυλισμούς στο έλεος κυκλωμάτων σωματεμπορίας. Αντιθέτως, η πραγματική ουσία του νέου νόμου βρίσκεται αλλού. Η “Δεξιά” αντιπολίτευση, βαθιά διαποτισμένη από το μαρξιστικό υλιστικό πνεύμα, ανακάλυψε στο νομοσχέδιο μια προσπάθεια αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης από την οικονομική αφαίμαξη. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτή η νομοθετική αλλαγή είναι πολύ πιο σημαντική και έχει βαθύτερες και περισσότερο μακροχρόνιες συνέπειες από οποιαδήποτε αύξηση της φορολογίας.

Με αφορμή τις προαναφερθείσες μελέτες, που αποδεικνύουν την αναποτελεσματικότητα και τον επώδυνο χαρακτήρα της διαδικασίας αλλαγής φύλου, οι προωθητές της “προοδευτικής” ατζέντας αποφάσισαν, όχι φυσικά να αρχίσουν να προσφέρουν στους πάσχοντες από Δυσφορία Φύλου πραγματική ψυχιατρική υποστήριξη, αλλά να τους δώσουν το δικαίωμα να “αλλάζουν φύλο” νομικά, χωρίς να απαιτείται πλέον ιατρική πράξη. Τοιουτοτρόπως, θα μπορεί πλέον το Τζέισον - Αντιγόνη και ο κάθε μουσάτος τύπος με φουστάνι (ή χωρίς) να κατοχυρώνεται νομικά ως γυναίκα, χωρίς οποιαδήποτε άλλη προϋπόθεση. Θα μπορούσε να είναι το σενάριο μιας κακόγουστης κωμωδίας, πρόκειται όμως για τη νέα κοινωνική πραγματικότητα. Και οι τραγικές συνέπειές της δεν μας επιτρέπουν να γελάσουμε.

Η επίσημη κρατική αναγνώριση πως η ταυτότητα φύλου είναι ρευστή και μεταβλητή οδηγεί σε μια κανονικοποίηση της παρέκκλισης και της ανωμαλίας. Τραβεστί υπήρχαν ανέκαθεν, ζώντας μέσα στην πορνεία και στα ναρκωτικά, ενώ ο κοινωνικός περίγυρος τούς αντιμετώπιζε ως αυτό που πραγματικά είναι: Ψυχασθενείς άνδρες που παριστάνουν τις γυναίκες. Ο ίδιος ο όρος “τραβεστί” υποδηλώνει τον παρενδυτικό, δηλαδή τον άνδρα που ντύνεται γυναικεία. Πλέον, οι παρανοήσεις των τραβεστί καθίστανται κρατική ιδεολογία, ενώ η προώθηση της “ιδεολογίας του γένους” στρέφει όλο και περισσότερους συγχυσμένους εφήβους προς τον διεμφυλισμό, με τα κρούσματα να έχουν πολλαπλασιαστεί τις τελευταίες δεκαετίες, και τη δυσφορία να επεκτείνεται πλέον και μετά την ενηλικίωση.

Η ουσία του νομοσχεδίου δεν έχει να κάνει καν με τους διεμφυλικούς, αλλά με την ίδια την έννοια του φύλου, το οποίο πλέον θεωρείται ένα ανούσιο κοινωνικό κατασκεύασμα. Η Ελλάδα εισέρχεται θριαμβευτικά στην εποχή της πολιτικής ορθότητας, εφόσον κατοχυρώθηκε νομικά η “ιδεολογία του γένους”, η οποία διαχωρίζει πλήρως το βιολογικό φύλο (sex) από το κοινωνικά επίπλαστο γένος (gender - η τραγική ειρωνεία που μάλλον δεν έλαβαν υπόψη οι αριστεριστές διαμορφωτές της έννοιας είναι πως η ίδια η ελληνική ρίζα της λέξης υποδηλώνει κάτι το εγγενές - έμφυτο). Η διαστρέβλωση της έννοιας του φύλου είναι μέρος του γενικότερου πολέμου που έχει κηρύξει ο Μεταμοντερνισμός και ο Πολιτισμικός Μαρξισμός στην βιολογική πραγματικότητα. Στόχος είναι κάθε έννοια που στηρίζει την παραδοσιακή κοινωνία (έθνος, φυλή, φύλο, οικογένεια) να καταστεί κενή περιεχομένου και νοήματος, προκειμένου να καταπολεμηθούν οι κάθε είδους διακρίσεις. Το σκεπτικό είναι πως εάν καταστραφούν οι έννοιες του φύλου και της φυλής, θα παύσει να υφίσταται ρατσισμός και σεξισμός. Τον ίδιο σκοπό εξυπηρετεί και η αναγνώριση της ομοφυλοφιλίας ως γενετήσιου προσανατολισμού (άλλη μια γκάφα των αριστερών, εφόσον το “γενετήσιος” αναφέρεται στην αναπαραγωγή), μέσω του συμφώνου συμβιώσεως. Στο προαναφερθέν Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών συμπεριλαμβανόταν μέχρι το 1974 και η ομοφυλοφιλία ως διαταραχή προσωπικότητας. Η ομοφυλοφιλία αποχαρακτηρίστηκε από ψυχική διαταραχή μετά από βίαιη εκστρατεία αριστεριστών κατά τις δεκαετίες του ’60 και ’70, αποκορύφωση της οποίας ήταν η εισβολή και διακοπή του συνεδρίου της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρίας το 1970. Η εισβολή πραγματοποιήθηκε από το Γκέι Απελευθερωτικό Μέτωπο, ηγέτης του οποίου ήταν ο Αμερικανοεβραίος Frank Kameny.

Εν κατακλείδι, στόχος του νομοθετήματος είναι να στείλει ένα ακόμη σήμα στην κοινωνία πως δεν υπάρχει καμία πρακτική ή συμπεριφορά που να είναι καταδικαστέα, πως δεν έχει δικαίωμα κανείς να κρίνει κανέναν για τις επιλογές του και, εν ολίγοις, πως τα πάντα επιτρέπονται. Κάτι που ταυτόχρονα σημαίνει πως δεν υπάρχει καμία συμπεριφορά η οποία θεωρείται φυσιολογική, κανείς δεν έχει δικαίωμα να περηφανεύεται για την ηθική στάση και τον τρόπο ζωής του και πως δεν υπάρχουν εν γένει σταθερές και αμετάκλητες αξίες. Θα ακολουθήσει η νομιμοποίηση των ναρκωτικών και η “κοινωνική αποδοχή” των ναρκομανών, ενώ απεργάζεται η κανονικοποίηση πάσας μορφής ψυχασθένειας, με τους ψυχασθενείς να θεωρούνται απλώς άτομα με “διαφορετική” συμπεριφορά που στιγματίστηκαν από την κοινωνία. Ήδη, εκδηλώσεις “Mad Pride”, στα πρότυπα του Gay Pride, διοργανώνονται σε κάθε δυτική πρωτεύουσα και πληθαίνουν οι φωνές υπέρ της “αποασυλοποίησης” των ψυχικά ασθενών. Το θεωρητικό υπόβαθρο έχει προσφέρει ήδη από τη δεκαετία του ’60 ο Ουγγροεβραίος ψυχαναλυτής Thomas Szasz, με το βιβλίο του “Ο Μύθος της Ψυχικής Ασθένειας”.

Μια κοινωνία στην οποία επιτρέπεται η κάθε είδους τρέλα και ανωμαλία, ενώ ταυτόχρονα διώκεται και λοιδορείται η υπεράσπιση της επιστημονικής αλήθειας και η πίστη σε παραδοσιακές αξίες, είναι μια κοινωνία στα πρόθυρα της πλήρους κατάρρευσης. Σε αυτούς τους καιρούς της ρευστότητας και της σχετικότητας, όπου η ελληνική ιθαγένεια και το γένος αλλάζουν με μια υπογραφή, όπου η ρήση του Αποστόλου Παύλου “οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ” έχει βρει κυριολεκτική εφαρμογή, εμείς παραμένουμε σταθερά και αμετάκλητα Έλληνες, Άνδρες και Γυναίκες, πιστοί σε χιλιόχρονες αξίες και θεσμούς που βοήθησαν το Έθνος μας να επιβιώσει ανά τους αιώνες.

του Α. Γ.
Ταυτότητα

Αρχείο

Δημοφιλείς Αναρτήσεις

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -