31328

Ανέλπιστα, μια μέρα δε μας βγάλανε για δουλειά.
- Τι τρέχει;
Και την άλλη τα ίδια. Δεν μπορούμε να το ξηγήσουμε. Τέλος το μαθαίνουμε: Θα 'ρχόταν μια επιτροπή, ένας Σπανιόλος λέει, Ντελλάρα τ'όνομα, να μας δει πώς τα πάμε.
- Αλήθεια μωρέ παιδιά μου; Ταυριά δεν είναι που έχουνε κει κάτου στην πατρίδα του;
Ένα πρωί μας παίρνουνε καμιά εξηνταριά σκλάβους για μια μικρή αγγαρειά. Είναι λίγο όξω απο τη Μαγνησά. Δίπλα στις ράγιες του σιδηρόδρομου τελειώνει μια μεγάλη χαράδρα, ανάμεσα στο Σίπυλο. Τη λεν “Κιρτίκ-ντερέ”. Μες σ'αυτή τη χαράδρα λογαριάζαν πως θα σκοτώθηκαν ίσαμε σαράντα χιλιάδες χριστιανοί απ'τη Σμύρνη κι άπ'τη Μαγνησά, αρσενικοί και θηλυκοί. Τις πρώτες μέρες της καταστροφής. Τα κορμιά λιώσανε το χειμώνα και το νερό της χαράδρας που κατέβαινε απο ψηλά έσπρωξε τα κουφάρια προς τα κάτω. Έτσι φτάξανε ίσαμε το δρόμο, στις ράγιες. Ο Ντελλάρα σα θα'ρχόταν θα φούμερνε ένα πούρο. Μες στο “βάγον-λι”. Θα κοίταζε 'απ΄το παραθυράκι όξω και θ'αποθαύμαζε το τοπίον. Εκεί, άξαφνα, μπορούσε να προσέξει τα κουφάρια. Κεραμιδαριό η έκσταση! Λοιπόν η δουλειά μας όλη τη μέρα ήταν να σπρώξουμε τα κουφάρια, που ατάχτησαν, προς τα μέσα. Να μη φαίνουνται. 

Στην αρχή μας έκανε κακό να τα πιάνουμε με τα χέρια μας, αγκαλιές αγκαλιές, και να τα κουβαλούμε. Μα σε λίγες ώρες οι πρώτες εντυπώσεις είχαν περάσει. Οι σκλάβοι κάναν κι αστεία. 

- Τι βαστάς; ρωτούσε ένας. 
Ο άλλος κοιτάζει την αγκαλιά του. Περπατά και μετρά: - Δυο κεφάλια. Πέντε καλάμια. Έξι χτένια. 
- Αρσενικοί, για θηλυκοί; 
- Σαν αρσενικοί μοιάζουν. 
- Δεν ψούνισες καλά, σύντροφε! 
- Γιατί; 
Ο άλλος δείχνει θριαμβευτικά την δική του αγκαλιά: - Κοίτα δω! Μια λεκάνη, δυο λεκάνες, τρείς λεκάνες! Και μοιάζει όλο γυναικείο πράμα. 

Σε κάμποσα καλάμια, κόκαλα χεριών, βρίσκαμε διατηρημένο ένα ψιλό σύρμα. Ο χριστιανός θα'ταν δεμένος με κάποιον άλλο - μα, με το κατρακύλισμα στη χαράδρα, αυτός ο σύντροφος σκελετός είχε ξεκόψει. Ένας όμως απο μας στάθηκε τυχερός. Βρήκε τέσσερα κόκαλα χεριών δεμένα μαζί μαζί. Έτσι μαζί μαζί τα σήκωσε και τα κουβάλησε παραμέσα. 

Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 2017, σελ. 280 - 281
Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018

Ο Χαρακτήρας - του Ernst Jünger

Εμείς, οι εθνικιστές, αποφασίσαμε να επιθυμήσουμε αυτό το οποίο ήταν αναγκαίο – εκείνο το οποίο ποθήθηκε από τη μοίρα. Παίρνοντας αυτήν την απόφαση, εγκαταλείψαμε συνειδητά το καταφύγιο της ασφάλειας, το οποίο μας παρείχε ο λόγος, ούτως ώστε να βασίσουμε τους εαυτούς μας στην αξιοπιστία μιας ανώτερης τάξης, στη βεβαιότητα της μοίρας. Ας τους αφήσουμε να προσπαθήσουν και να μας πείσουν ότι το τάδε ή το δείνα είναι σωστό, αποδεκτό και ενδεδειγμένο, όμως εάν δεν υπάρχει ανάγκη θα το απορρίψουμε. Συνεπώς, δεν βασιζόμαστε σε αιτιώδη σχέδια, αλλά σε υψηλότερα υπέρτατα σχέδια, τα οποία, ωστόσο, δεν αποκλείουν τον λόγο, αλλά αντιθέτως τον συμπεριλαμβάνουν. Όπου είναι αναγκαίο να συμβεί εκείνο το οποίο πρέπει να συμβεί δεν θα υπάρχει καμία δυσκολία να δικαιολογήσει εαυτόν με λογικά επιχειρήματα. 

Έτσι, λοιπόν, εάν μπορούμε να επιθυμήσουμε αυτό το οποίο είναι αναπόφευκτο τότε πρέπει κάπως να το καταλάβουμε. Η αλυσίδα της λογικής είναι εμφανής σε εμάς, συναγόμενη εκ του λόγου. Η εξωτερική εμφάνιση του κόσμου, με άλλα λόγια τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των αντικειμένων στο φυσικό πεδίο, γίνεται αντιληπτή από τις αισθήσεις και μεταδίδεται από το κεντρικό νευρικό σύστημα στον εγκέφαλο. Εκεί, αυτή η ατελής ύλη, μεταμορφωμένη από τις ατελείς αισθήσεις, γίνεται επεξεργάσιμη από τον λόγο, “την σκεπτόμενη ψυχή”. Ο λόγος σχηματίζει έννοιες, κάνει κρίσεις και καταλήγει σε συμπεράσματα. Σύμφωνα με τον Wundt, αυτή είναι η “ικανότητα να σκεφτόμαστε υπό όρους αντικειμένων και των σχέσεών τους”, ενώ σύμφωνα με τον Hegel είναι “η πιο καταπληκτική, σπουδαιότερη και επιπλέον απόλυτη δύναμη”. Όμως οι περιορισμοί του δεν είναι δίχως αμφισβήτηση και υπονοούνται με αυτήν την περίφημη φράση: “Τίποτα δεν είναι στην διάνοια το οποίο δεν ήταν πρώτα στις αισθήσεις”

Όπως μας δείχνει η πνευματική μας εμπειρία, πάνω από την εξωτερική λογική του λόγου, διεπόμενη από τις αισθήσεις, εγείρεται μία εσωτερική λογική της μοίρας. Και την αντιλαμβανόμαστε όχι μέσω του εγκεφάλου, αλλά μέσω του αίματος, το οποίο χρησιμοποιεί τον εγκέφαλο για τους δικούς του σκοπούς ή παρά αυτόν. Τα επιχειρήματα του αίματος δεν είναι πειστικά, είναι αναγκαστικά. Οι σκοποί του δεν είναι λογικά κατασκευάσματα αλλά το επακόλουθο της αναγκαιότητος. Το κύριο όργανό του είναι η καρδιά. Και αυτό το οποίο εν σχέσει με τον εγκέφαλο αποκαλούμε λόγο, εν σχέσει με την καρδιά το αποκαλούμε χαρακτήρα. Αυτή η σχέση, βεβαίως, δεν μπορεί να αποδειχθεί ανατομικά, ωστόσο βλέπουμε σε αυτήν κάτι το θετικό, παρά κάτι το αρνητικό. Σε αντίθεση με την Εποχή του Διαφωτισμού πιστεύουμε ότι ο χαρακτήρας αποτελεί την ύψιστη αξία – ήτοι το πιο σημαντικό σημάδι της εσωτερικής μας μεταμόρφωσης. 

Ο χαρακτήρας αποτελεί εκείνο το οποίο είναι το σημαντικότερο σε εμάς: Είναι η αληθινή μας φύση - η ειλικρινής μορφή μας - και η ζωή μας είναι το εξωτερικό του αποτύπωμα. Ως το όργανο της μοίρας, στη δράση του είναι παρών σε όλες τις σπουδαίες μορφές της μοίρας – στον συνδυασμό και στον διαχωρισμό, στην αγάπη και στον αγώνα, στη συμπόνοια, στην αφοσίωση, στο θάρρος, στην αίσθηση της τιμής, στην υπερηφάνεια, στον φόβο, στην αναποφασιστικότητα, στη μαλακότητα, στη δύναμη, στην ιπποσύνη, στο μίσος, στην απληστία, στην ασωτία. Στην αγάπη της φύσης – σε αυτήν αποκαλύπτεται η επέλαση της μοίρας. Είναι ακριβώς αυτή που καθορίζει τη θέση και τη φιλοδοξία ενός μοναδικού ατόμου. Είναι αυτή η αγάπη της φύσης, υπό την μορφή της σεξουαλικής έλξης, η οποία συνιστά το πιο σημαίνον μέρος του ανθρώπου, η οποία υπαγορεύει την επιλογή των σλόγκαν, των εραλδικών φιγούρων και διακηρύσσει περήφανα: “Αυτό είμαστε και ως εκ τούτου αυτό επιθυμούμε να παραμείνουμε”! Ακριβώς αυτός δίνει μορφή στην κοινωνία, κάνει τις στρατιές να λαχταρούν τη μάχη και καθιστά τις επαναστάσεις αποτελεσματικές· αναγκάζει τις καρδιές να χτυπούν με ρυθμό και αυτός ο χτύπος της καρδιάς γίνεται όλο και πιο ηχηρός, όσο λιγότερο τον σκέφτονται ή τον συζητούν. Βρίσκεται στα θεμέλια της ιστορίας ολόκληρων λαών, καθορίζοντας την εσωτερική λογική της ανάπτυξής τους – την ανύψωσή τους, τις νίκες τους, τις καταστροφές τους και την παρακμή τους. Υπερνικάει όλα τα εμπόδια – είτε αυτά είναι ποτάμια, θάλασσες ή βουνά, υπερνικάει κάθε ομοιότητα και κάθε διαφορά οικονομικών συμφερόντων. Είναι συγκεκριμένα η σχέση ανάμεσα στον χαρακτήρα των λαών η οποία εξηγεί γιατί νοιώθουν προδιάθεση, μίσος ή σεβασμό ο ένας για τον άλλον. Ας κοιτάξουμε τους εαυτούς μας: Νιώθουμε αρκετά καθαρά τί είναι ένας Γερμανός άνδρας ή μία Γερμανίδα γυναίκα. Μπορεί να μην είναι απλό να το θέσουμε σε λόγια, όμως τέτοια είναι η ποιότητα της μοίρας – είναι αδιαπέραστη στα λόγια: Το νιώθουμε. Και γνωρίζουμε, πως αυτό το ιδανικό δεν έχει κανένα λογικό θεμέλιο. Ναι, είναι από τη ζωή, όπου η μοίρα κυβερνάει μέσω του αίματος, που η ενότητα και η βεβαιότητα μιας ανώτερης τάξης γεννιούνται, που γεννιούνται παρ' όλες τις αντιφάσεις, τα σφάλματα και τις πλάνες. Τέτοια είναι η ενότητα ενός έργου τέχνης, ενός πίνακα, ενός δράματος – οι μπογιές και τα χρώματα είναι τα ίδια όπως παντού και όμως σχηματίζουν ένα διάφανο παραπέτασμα, το οποίο μας διαχωρίζει από τον ακαθόριστο κόσμο: Προσεγγιζόμαστε μόνο από την πνοή του θείου και πέφτουμε στα γόνατά μας. 

Πρέπει να το καταλάβουμε: Η αίσθηση των νόμων της μοίρας δεν καθορίζεται από ηθικές αρχές, οι οποίες είναι όπως τα ακίνητα αστέρια στον ουρανό. Ο χαρακτήρας εν εαυτώ δεν είναι ούτε καλός ούτε κακός. Είναι πάνω από αυτά. Καθορίζει το τί είναι καλό και τί κακό. Ο χαρακτήρας μπορεί να είναι μεγάλος ή μικρός, δυνατός ή αδύναμος, στιβαρός ή μαλακός, τραγικά διαιρεμένος. Δεν υπάρχει κανένας ηθικός νόμος εν εαυτώ. Κάθε νόμος καθορίζεται από τον χαρακτήρα, από την προσταγή του αίματος. Είχε ή όχι το δικαίωμα ο Hagen von Tronje να χτυπήσει με το δόρυ του; Η απάντηση θα διαφέρει στη Γερμανία και στη Γαλλία. Ο φόνος εξ αιτίας του φθόνου είναι ένα πράγμα στο πρόσωπο της Νορβηγικής δικαιοσύνης, στο πρόσωπο της Ιταλικής – ένα άλλο. Ο χαρακτήρας είναι το σπουδαίο εργαστήριο όπου η αόρατη δύναμη αποκτά την ορατή της έκφραση, απ’ όπου κόβονται σαν νομίσματα όλα τα συστήματα σκέψεως και ηθικής. Η τελευταία, βεβαίως, προέρχεται από αξιώματα και αποφθέγματα, ωστόσο είναι ο χαρακτήρας ο οποίος επιλέγει κάποια έναντι των άλλων. Τέτοια είναι η τάξη της μοίρας. 

Ο χαρακτήρας δεν είναι επίκτητος, δίνεται στον άνθρωπο από τις ιδιοτροπίες μία θείας άδικης μοίρας, αναγνωριζόμενη από εθνικιστές και απαρνούμενη από φιλελεύθερους. Ο χαρακτήρας είναι “χαραγμένος” στον άνθρωπο μια για πάντα. Οι νόμοι της προόδου δεν τον εξουσιάζουν, μόνον οι νόμοι της ανάπτυξης. Όπως η ανάπτυξη της δρυός είναι προορισμένη από το βελανίδι, έτσι είναι και ο χαρακτήρας του παιδιού προορισμένος στον χαρακτήρα του ενήλικα ανθρώπου. Όλοι γνωρίζουμε από προσωπική εμπειρία ότι σε κάθε μελωδία υπάρχει μία επωδός. Στις πιο διαφορετικές περιοχές της ζωής διαπράττουμε τα ίδια λάθη, όμως χάρις σε αυτά αποκαλύπτουμε την καλύτερη πλευρά μας. Ό,τι αποκαλύπτεται από τη ζωή, ό,τι ακονίζει και σφυρηλατεί και, αντιθέτως, ο,τιδήποτε μαλακώνεται από την κοινωνία, καταπιέζεται και αμβλύνεται, δεν επηρεάζει τον χαρακτήρα στο ελάχιστο· ωστόσο συγχρόνως η εμπειρία, η ανατροφή, η εκπαίδευση, τα πρότυπα, τα ιδανικά, το περιβάλλον, τα ήθη, οι νόμοι επιδρούν και μας διαμορφώνουν. 

Μολονότι είναι αδύνατον να δημιουργήσουμε τεχνητά τον χαρακτήρα, όπως είναι αδύνατον να αναπαράγουμε τεχνητά ένα φυτικό κύτταρο, πόσο δε μάλλον έναν άνθρωπο, ο χαρακτήρας, εν αντιθέσει με τον λόγο, δεν αποσπάται από τη ζωή· επιπλέον, κατ’ ουσίαν, είναι κάτι οργανικό, ζωντανό και συνεπώς συνδεδεμένο με τη δημιουργική πηγή της ζωής της ίδιας. Ο χαρακτήρας είναι η προϋπόθεση για κάθε ανατροφή, όχι το αποτέλεσμά της. Το αποτέλεσμά του είναι στην καλύτερη περίπτωση μία μορφή. Το να προσδώσουμε στον άνθρωπο, στην κοινωνία, στο έθνος, μορφή σημαίνει να δίνουμε σάρκα και οστά στον χαρακτήρα τους. Ομοίως και εδώ δεν υπάρχουν απόλυτες αρχές βάσει των οποίων θα πρέπει να επιτευχθεί αυτός ο σκοπός. Σε ένα σύνταγμα του Brandeburg πρέπει να του δοθεί μορφή αλλιώτικα απ’ ότι σε ένα σύνταγμα του Gascons. Ένα σύνταγμα το οποίο έχει νόημα στη Βόρειο Αμερική το χάνει εξ ολοκλήρου στην Λιβερία. Το αίμα των δούλων δεν μπορεί ποτέ να εξευγενιστεί και κανένα πειθαρχικό κόλπο δεν θα μετατρέψει δειλούς σε άντρες. 

Συνεπώς, είναι καθήκον μας να απελευθερώσουμε την ιδέα της μορφοποίησης και της επιλογής των ανθρώπων από λογικές αξιολογήσεις. Η ίδια η ζωή μάς δίνει ένα τέτοιο δικαίωμα. Ό,τι ζει – και τέτοιο είναι πρωτίστως το κίνημά μας! – υπάγεται σε μία σφαιρική θέληση, όχι σε λογικούς κανόνες. Η ιστορία δεν δημιουργείται, βιώνεται. Η φύση της πολιτικής δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή με θεωρίες. Δεν υπάρχει καμία συνταγή για να νικήσεις μία μάχη, για να δημιουργήσεις έναν πίνακα. Όμως υπάρχουν κανόνες παγκόσμιας ιστορίας. Υπάρχει μια ανώτερη σχολή πολιτικής. Ο Ναπολέων μελετούσε τις μάχες του Φρειδερίκου του Β’. Οι μαθητευόμενοι μελετούν τη ζωγραφική από τους δασκάλους τους. Ωστόσο το έχουμε ήδη δηλώσει: Ο σκοπός της εκπαίδευσης είναι η μορφή και αυτό αποτελεί έναν αρκετά υψηλό σκοπό. Συνεπώς κάποιος μπορεί να μιλήσει για τη στρατηγική χρησιμοποιώντας μία συγκεκριμένη επίσημη γλώσσα. Δεν πειράζει, λοιπόν, εάν θα νικήσουμε τη Μάχη των Καννών ή τη Μάχη του Μάρνη. Ωστόσο το ζωντανό περιεχόμενο της γλώσσας ποικίλει, όπως όλοι οι ζωντανοί σχηματισμοί. Ο Clausewitz, για παράδειγμα, δεν θεωρούσε την τέχνη του πολέμου μία εμπειρική επιστήμη παρόλο που είχε συλλάβει τη θεμελιώδη γνώση της από την εμπειρία. “Εν δράσει η πλειοψηφία ακολουθεί την απλή πράξη της λογικής, η οποία είναι λίγο-πολύ καλή – κάτι το οποίο εξαρτάται από το ποσό της διάνοιας εντός της”. Επιπροσθέτως: “Ακόμη και το πιο εκλεπτυσμένο στρατιωτικό αρχηγείο, με τις πιο ορθές απόψεις και αρχές, είναι ανίκανο να παρέχει σε έναν στρατό επιτυχημένη ηγεσία εάν δεν υπάρχει η ψυχή ενός σπουδαίου στρατιωτικού ηγέτη. Η κατεύθυνση του βλέμματος και της θέλησης, έμφυτη στη φύση του στρατιωτικού ηγέτη, συχνά αποδεικνύεται το καλύτερο αντίμετρο απέναντι στην κατά τα πρότυπα συγκεχυμένη μάθηση, η οποία, ωστόσο, αποτελεί ένα αναγκαίο εργαλείο για έναν ηγέτη.” 

Δεν έχουμε να προσθέσουμε τίποτε άλλο. Τοποθετήσαμε τα αρχηγεία μας, τις σκεπτόμενες ψυχές μας πάνω από τον χαρακτήρα, δηλαδή την αισθανόμενη ψυχή. Όμως είναι η αισθανόμενη ψυχή η οποία είναι η πιο αληθινή μας, η πρωταρχική μας. Αδιαπέραστη σε οποιεσδήποτε εξωτερικές αλλαγές, συνεχώς γυρεύει να κατακτήσει τον κόσμο, δίχως ωστόσο να τον υποτάξει στην σκέψη, αλλά να πραγματωθεί η ίδια σε αυτόν. 

Αυτή η προσπάθεια στην πραγμάτωση είναι το πρωταρχικό δικαίωμα όλων των ζωντανών όντων. Επιθυμούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτό το δικαίωμα. Έτσι, επιλέγοντας μέτωπα και ηγέτες, ας είναι η τελευταία λέξη αυτή της λογικής της μοίρας! Επιθυμούμε να δεσμεύσουμε εαυτούς με δεσμούς ομοιότητας με βάση το αίμα και τον χαρακτήρα, για να γίνουμε ένα με μία τέτοια οργανική κοινωνία*, όπου δεν θα υπάρχει διάκριση ούτε τάξης ούτε ιδιοκτησίας, αλλά όπου θα υπάρχει μία σαφής κατανόηση του ποιος δεν ανήκει σε αυτήν την οργανική κοινωνία. Ως εκ τούτου θα πράξουμε ό,τι είναι αναγκαίο – αυτό το οποίο επιθυμεί η μοίρα. 

* Ο Γύνγκερ χρησιμοποιεί την παραδοσιακή στους Γερμανούς κοινωνική φιλοσοφική διαφοροποίηση ανάμεσα στην οργανική κοινωνία (Κοινότητα, γερ. Gemeinschaft) και στην κοινωνία ως μηχανικός συνεταιρισμός αποτελούμενος από άτομα (Εταιρεία, γερ. Geselschaft). 

Πηγή: "Der Charakter", Standarte. Wochenschrift des neuen Nationalismus, Magdeburg, I. Jg.,
 #7 vom 13. Mai 1926, S. 150-153. 
Also see "Grundlagen des Nationalismus", S.78-83  

Μετάφραση/απόδοση, για το Ιδεάπολις, του Ι. Κ.
Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

Βία: Ο χρυσός κανόνας – του Jack Donovan

Πολλοί άνθρωποι υποστηρίζουν πως δεν υπήρξαν ποτέ "βίαιοι" . Γενικά, οι άνθρωποι παλεύουν να "αποθαρρύνουν" τη χρήση βίας και την αντιμετωπίζουν ως κάτι τελείως αρνητικό και μη αποδεκτό. Οι περισσότεροι από αυτούς αποτυγχάνουν να ξεχωρίσουν τη δίκαιη από την άδικη βία. Κάποιοι ιδιαίτερα κενόδοξοι, δικαιοφανείς τύποι αρέσκονται να πιστεύουν ότι έχουν ξεπεράσει πλήρως τους μοχθηρούς και βίαιους πολιτισμούς των προγόνων τους. Μας λένε ότι “η βία δεν είναι απάντηση” και υποστηρίζουν πως με τη βία δεν λύνεται τίποτα. 

Κάνουν ένα μεγάλο λάθος. Κάθε ένας από αυτούς βασίζεται στη βία καθημερινά, σε κάθε έκφανση της ζωής του. 

Την ημέρα των εκλογών, άνθρωποι από όλα τα κοινωνικά στρώματα κάνουν ατέλειωτες ουρές για να ρίξουν στη κάλπη τα ψηφοδέλτιά τους και με αυτόν τον τρόπο ελπίζουν να επηρεάσουν το ποιος θα αναλάβει τα ηνία της εξουσίας. Αυτοί που θέλουν να παύσει η βία - λες και είναι κάτι εφικτό ή και επιθυμητό από τη φύση - προσπαθούν να αφοπλίσουν τους συμπολίτες τους (σημ. μτφρ. αναφορά στους αμερικανικούς νόμους περί οπλοκατοχής). Ο αφοπλισμός δεν σταματάει τη βία ουσιαστικά. Απλώς δίνει στον κρατικό συρφετό το μονοπώλιο στη βία. Μας καθιστά “ασφαλείς”, αρκεί βέβαια να μην έρθουμε αντιμέτωποι ποτέ με το "σύστημα" ή το "πελατειακό κράτος" που κυβερνά. 

Όλες οι κυβερνήσεις - αριστερές, δεξιές ή άλλες - είναι από τη φύση τους καταναγκαστικές. Και έτσι πρέπει να είναι. Η τάξη απαιτεί βία. 

Μία εξουσία που δεν υποστηρίζεται από την απειλή της βίας είναι απλώς μια εισήγηση. Τα κράτη βασίζονται σε νόμους που επιβάλλονται από ανθρώπους που είναι έτοιμοι να ασκήσουν βία εναντίον των παραβατών. Κάθε φόρος, κάθε κώδικας και κάθε αίτηση αδειοδότησης απαιτεί και μια κλιμακούμενη σειρά ποινών, που στο τέλος οδηγούν μέχρι και σε βίαιη κατάσχεση περιουσίας ή ακόμα και σε φυλάκιση από ένοπλους κρατικούς υπαλλήλους οι οποίοι είναι έτοιμοι να κάνουν χρήση της βίας σε περίπτωση αντίστασης ή μη συμμόρφωσης. Κάθε φορά που ένας γονιός απαιτεί αυστηρότερες ποινές για την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ, την πώληση τσιγάρων και ποτών σε ανηλίκους ή για την μη ανακύκλωση σκουπιδιών στη γειτονιά, ζητά από το κράτος να χρησιμοποιήσει βία για να επιβάλει τη θέλησή του. Και δεν το ζητάει, το απαιτεί. Η εφαρμογή του οικογενειακού δικαίου και κάθε νόμου περί πυροβόλων όπλων, περί κυκλοφορίας, περί μετανάστευσης, περί εισαγωγών/εξαγωγών και κάθε χρηματοοικονομικής ρύθμισης εξαρτάται τόσο από την προθυμία όσο και από τα μέσα της ισχυρότερης κοινωνικά ομάδος να επιβάλει την τάξη της δια της βίας. 

Όταν ένας περιβαλλοντολόγος απαιτεί να "σώσουμε τις φάλαινες", υποστηρίζει στην πραγματικότητα την άποψη ότι η σωτηρία των φαλαινών είναι τόσο σημαντική που αξίζει μέχρι και να βλάψεις τους ανθρώπους που βλάπτουν τις φάλαινες. Αν οι ηγέτες των κρατών συμφωνούσαν όντως και δήλωναν ότι ήταν πράγματι σημαντικό να “σώσουν τις φάλαινες”, αλλά στη συνέχεια δεν τιμωρούσαν εκείνους που έβλαπταν τις φάλαινες ή δεν τους επέβαλαν κυρώσεις υπό την απειλή της βίαιης αστυνομικής ή της στρατιωτικής δράσης, το εκφρασμένο αυτό συναίσθημα δεν θα είχε κανένα απολύτως νόημα. Όσοι επιθυμούσαν να βλάψουν τις φάλαινες θα αισθάνονταν ελεύθεροι να το κάνουν ατιμώρητοι. 

Δίχως δράση, τα λόγια είναι απλά λόγια. Δίχως βία, οι νόμοι είναι απλά λόγια. 

Η βία δεν είναι η μόνη απάντηση, αλλά είναι η τελική απάντηση. 

Βεβαίως, μπορεί κανείς να χρησιμοποιεί ηθικά και δεοντολογικά επιχειρήματα και να απευθύνει έκκληση προς τη λογική, το συναίσθημα, την αισθητική και τη συμπόνια για να αποφύγει βίαιες καταστάσεις. Οι άνθρωποι σίγουρα κινούνται από αυτά τα αισθήματα και όταν πείθονται επαρκώς – δεδομένου ότι η επιχειρηματολογία δεν καταντά ενοχλητική - συχνά επιλέγουν να μετριάσουν ή να αλλάξουν τις συμπεριφορές τους. 

Ωστόσο, η εκούσια υποχώρηση της πλειοψηφίας αναπόφευκτα δημιουργεί μια τρωτή κατάσταση που περιμένει να εκμεταλλευτεί όποιος είναι αποφασισμένος να παραβιάσει κοινωνικούς και δεοντολογικούς κανόνες. Η ειρήνη μπορεί να διατηρηθεί χωρίς βία μόνο όταν όλοι ανεξαιρέτως συμφωνήσουμε να διατηρήσουμε την ειρήνη, κάθε ένα άτομο σε κάθε διαδοχική γενιά, για πάντα. Εάν κάποιος τυχαίος παραβάτης μπει στη διαδικασία να αναρωτηθεί για ποιο λόγο να μην παραβεί τους κανόνες και η απάντηση της αντι-βίαιης κοινωνίας είναι απλά ότι δεν τον θεωρεί καλό και αντάξιο μέλος της ανθρωποκεντρικής ειρηνικής κοινότητας, τότε το πιθανότερο είναι να μην συγκινηθεί και να κάνει αυτό που είναι να κάνει. 

Η βία είναι η τελική απάντηση στην ερώτηση: “Για ποιο λόγο να μην παρανομήσω”; 

Η βία είναι ο χρυσός κανόνας, η εφεδρεία που εγγυάται την τάξη. Στην πραγματικότητα, είναι πολύ καλύτερη από έναν χρυσό κανόνα, διότι έχει παγκόσμια αξία. Η βία υπερβαίνει τις ιδιορρυθμίες της φιλοσοφίας, των θρησκειών, της τεχνολογίας και των πολιτισμών. Οι άνθρωποι λένε ότι η μουσική είναι μια οικουμενική γλώσσα, αλλά μια γροθιά στο πρόσωπο βλάπτει το ίδιο ανεξάρτητα από το ποια γλώσσα μιλάτε ή ποιο είδος μουσικής προτιμάτε. Εάν είστε παγιδευμένοι σε ένα δωμάτιο μαζί μου, με προσβάλλετε και αρπάξω ένα αντικείμενο για να σας χτυπήσω, ανεξάρτητα από το ποιος είστε, ο "πρωτόγονος" εγκέφαλός σας θα αντιληφθεί αμέσως "γιατί δεν πρέπει να παραβείτε τους κανόνες". Και έτσι επιτυγχάνεται μια συγκεκριμένη τάξη και πειθαρχία. 

Η πρακτική κατανόηση της βίας είναι τόσο θεμελιώδης για την ανθρώπινη ζωή και τάξη όσο και η ιδέα ότι η φωτιά καίει. Μπορείτε να τη χρησιμοποιήσετε, αλλά πρέπει να τη σέβεστε. Μπορείτε να ενεργήσετε εναντίον της και μερικές φορές μπορείτε να την ελέγξετε, αλλά δεν μπορείτε απλώς να την αποκλείσετε από την ζωή σας. Όπως η πυρκαγιά, μερικές φορές είναι συντριπτική και δεν ξέρετε ότι σας απειλεί άμεσα, μέχρι να είναι πλέον αργά. Μερικές φορές σε ξεπερνά η δύναμή της. Ρωτήστε τους Ινδιάνους Τσερόκι, τους Ίνκας, την οικογένεια των Ρομάνοφ, τις Συνομόσπονδες Πολιτείες της Αμερικής και τους Ρωμαίους. Όλοι αυτοί γνωρίζουν από πρώτο χέρι την ουσία της βίας. 

Η βασική αναγνώριση ότι η τάξη απαιτεί βία δεν είναι αποκάλυψη, αλλά για κάποιους μπορεί να φαίνεται σαν μία. Η ίδια η ιδέα μπορεί να κάνει μερικούς ανθρώπους αποπληκτικούς και κάποιοι θα προσπαθήσουν να το αμφισβητήσουν με όλα τα περίπλοκα και υποθετικά επιχειρήματα, γιατί δεν ακούγεται πολύ "ωραία". Αλλά κάτι δεν χρειάζεται να είναι "ωραίο" για να είναι αλήθεια. Η πραγματικότητα δεν λυγίζει για να διευκολύνει τη φαντασία ή τον συναισθηματισμό. 

Η πολύπλοκη κοινωνία μας βασίζεται στη βία μέσω εντολοδόχων, με συνέπεια το μεγαλύτερο ποσοστό των πολιτών να περιπλανιέται στην ιδιωτική του ζωή και στη δημόσια σφαίρα χωρίς να χρειάζεται να κατανοήσει ποτέ ή να φιλοσοφήσει βαθιά τη βία, διότι όλο και απομακρύνεται από αυτήν. Ο περισσότερος κόσμος την αντιλαμβάνεται ως ένα μακρινό, αφηρημένο πρόβλημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί μόνο μέσω μιας υψηλής κρατικής στρατηγικής και ενός ευρύτερου κοινωνικού προγραμματισμού. Όταν η βία μας χτυπήσει την πόρτα, καλούμε απλά την αστυνομία και έρχεται να “σταματήσει” αυτή τη βία. Λίγοι πολίτες πραγματικά αντιλαμβάνονται ότι αυτό που κάνουμε ουσιαστικά είναι να πληρώνουμε ένα ένοπλο προστατευτικό σώμα για να έρθει και να εφαρμόσει τακτική βία για λογαριασμό μας. Όταν αυτοί που ασκούν βία σε εμάς συλλαμβάνονται χωρίς καμία αντίσταση, οι περισσότεροι από εμάς δεν κατανοούμε πραγματικά ότι ο λόγος που ένας δράστης επιτρέπει στον εαυτό του να συλληφθεί ειρηνικά είναι εξαιτίας του όπλου στο γοφό του αστυνομικού ή της έμμεσης αντίληψης ότι τελικά θα κυνηγηθεί από περισσότερους αξιωματικούς της αστυνομίας, που έχουν την εξουσία και το δικαίωμα ακόμη και να τον σκοτώσουν, εάν αυτός θεωρηθεί δημόσια απειλή. Δηλαδή, αν θεωρηθεί απειλή για την τάξη. 

Υπάρχουν περίπου δυόμισι εκατομμύρια έγκλειστοι στις φυλακές των Ηνωμένων Πολιτειών. Πάνω από το 90% είναι άνδρες. Οι περισσότεροι από αυτούς δεν παραδόθηκαν μόνοι τους. Δεν επιχειρούν όμως να αποδράσουν διότι υπάρχει κάποιος φρουρός στον πύργο ασφαλείας έτοιμος να τους πυροβολήσει. Οι φιλήσυχοι πολίτες, οι ειρηνιστές, οι ακτιβιστές-celebrities και οι διάφοροι vegans "ελευθέρας βοσκής", όλοι πληρώνουν υπέρογκους φόρους, ώστε να συντηρούν μια ένοπλη κυβέρνηση με τελικό σκοπό να διατηρήσει την τάξη μέσω της βίας. 

Είναι όταν η δική μας "τακτική" βία υποχωρεί μπροστά στην "άτακτη" βία κάποιου άλλου, που μόνο τότε αναγκαζόμαστε να καταλάβουμε πόσο βασιζόμαστε σε εκείνους που διατηρούν την τάξη μέσω της βίας. Μετά από μία φυσική καταστροφή για παράδειγμα (σημ. μτφρ. αναφορά στις λεηλασίες της Νέας Ορλεάνης) οι παραβάτες κλέβουν επειδή μπορούν και σκοτώνουν επειδή νομίζουν ότι δεν θα υποστούν τις συνέπειες και δεν θα καταδικαστούν γι' αυτό. Η αντιμετώπιση της βίας και η εξεύρεση "βίαιων" εντολοδόχων που θα μας προστατεύσουν από άλλους βίαιους άνδρες γίνεται ξαφνικά μια ρεαλιστική και επείγουσα προτεραιότητα. 

Ένας φίλος κάποτε μου έγραψε μια ιστορία για ένα περιστατικό που του εκμυστηρεύτηκε ένας οικογενειακός του φίλος αστυνομικός και νομίζω ότι τα λέει όλα. Κάποιοι έφηβοι σε ένα εμπορικό κέντρο, έξω από ένα βιβλιοπωλείο, έπιασαν κουβέντα με κάποιους αστυνομικούς που βρίσκονταν εκείνη την ώρα σε υπηρεσία. Ένας αστυνομικός ήταν σχετικά ψηλός και ογκώδης, κάποιος που δεν θα θέλατε γενικά να τα βάλετε μαζί του. Ένα από τα παιδιά είπε στον συγκεκριμένο, πως δεν βλέπει γιατί η κοινωνία πρέπει να χρειάζεται αστυνομία. 

Ο αστυνομικός, έσκυψε και είπε στον ψηλόλιγνο νεαρό: “Έχεις καμία αμφιβολία στο μυαλό σου πως, αν θέλω, δεν μπορώ να σου σπάσω τα χέρια και να σου πάρω το βιβλίο που κρατάς”; 

Ο έφηβος, προφανώς ξαφνιασμένος από τη αγριάδα της δήλωσης, απάντησε: “Όχι”. 

“Γι 'αυτό χρειάζεσαι την αστυνομία, μικρέ”, απάντησε ο αστυνομικός. 

Ο George Orwell έγραφε στις "Σημειώσεις για τον Εθνικισμό" ότι, για τον κάθε πασιφιστή, η μεγάλη αλήθεια πως “όσοι καταδικάζουν τη βία μπορούν να το κάνουν μόνο επειδή άλλοι διαπράττουν βία για λογαριασμό τους” μπορεί να είναι εμφανής αλλά είναι αδύνατο να γίνει αποδεκτή. Αυτός ο παραλογισμός πηγάζει κυρίως από την αδυναμία αποδοχής της παθητικής μας εξάρτησης από τη βία για προστασία. Οι φαντασιακές ιδεοληπτικές ονειρώξεις των πασιφιστών - του τύπου "Imagine" του John Lennon - δυσχεραίνουν την ικανότητά μας να δούμε τον κόσμο όπως είναι πραγματικά και να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας για τη φυσικότητα της βίας που ενυπάρχει στο έλλογο ζώο που λέγεται άνθρωπος. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποστηρίζουν την ιδέα ότι ο άνθρωπος είναι ένα εγγενώς ειρηνικό πλάσμα. Αντιθέτως, υπάρχουν ουσιαστικά στοιχεία που υποστηρίζουν την αντίληψη ότι η βία ήταν πάντα μέρος της ανθρώπινης ζωής. Κάθε μέρα, οι αρχαιολόγοι ανακαλύπτουν πρωτόγονα κρανία τραυματισμένα από όπλα ή από απότομα δυνατά χτυπήματα. Οι αρχαίοι νομικοί κώδικες ήταν συγκλονιστικά φρικιαστικοί. Αν αισθανόμαστε λιγότερο απειλούμενοι σήμερα, εάν αισθανόμαστε σαν να ζούμε σε μια μη βίαιη και πολιτισμένη κοινωνία, αυτό συμβαίνει μόνο και μόνο επειδή έχουμε εκχωρήσει μεγάλο μέρος της δύναμης και της ενέργειας της καθημερινής μας ζωής στο κράτος. Κάποιοι το θεωρούν αυτό φυσιολογικό, αλλά μπορούμε να το θεωρήσουμε επίσης ανευθυνότητα και φυγοπονία. Μια επικίνδυνη τεμπελιά και φυγοπονία, μάλιστα, εάν αναλογιστούμε πως όλο και περισσότεροι άνθρωποι δηλώνουν ότι δεν εμπιστεύονται πλέον τους πολιτικούς. 

Η βία δεν προέρχεται από ταινίες, βιντεοπαιχνίδια ή είδη μουσικής. Η βία προέρχεται από τα φυσικά ένστικτα του ανθρώπου. Είναι καιρός να συνέλθει ο κόσμος από τη θολούρα της δεκαετίας του 1960 και να αντιμετωπίσει ειλικρινά τα βίαια ενεργητικά ένστικτα. Οι άνθρωποι είναι "βίαιοι" και αυτό είναι στη φύση τους, πρέπει επιτέλους να γίνει αποδεκτό. Δεν μπορούμε απλώς να την καταδικάσουμε λεκτικά ή νομοθετικά. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία σήμερα, δεν υπάρχει καμία ουσία να πιστεύουμε ότι κάποτε μπορεί η παγκόσμια ειρήνη να επιτευχθεί ή ότι η βία μπορεί ποτέ να “σταματήσει” έτσι απλά. 

Ήρθε η ώρα εμείς να σταματήσουμε επιτέλους να προβληματιζόμαστε και να μάθουμε να αγαπάμε το σπαθί. Η ιστορία μάς διδάσκει πως αν δεν το κάνουμε εμείς, θα το κάνει σίγουρα κάποιος άλλος. 

μετάφραση/απόδοση, για το Ιδεάπολις, του Δ. Β. 
Τετάρτη, 14 Φεβρουαρίου 2018

Μας αποκαλείς εθνικιστές...


Τετάρτη, 7 Φεβρουαρίου 2018

Η Μακεδονία θα μας σώσει ξανά

Η κινητοποίηση για τη Μακεδονία είναι η πιο γνήσια, αγνή, αυθόρμητη και ακηδεμόνευτη έκφραση της βούλησης της λαϊκής κοινότητας εδώ και πολλά χρόνια. Μιας λαϊκής κοινότητας γηρασμένης, παρηκμασμένης, εν πολλοίς εκφυλισμένης, η οποία όμως, έστω και την ύστατη στιγμή, επιστρατεύει κάθε υγιές κύτταρο σε μία συγκινητική προσπάθεια να δώσει σημεία ζωής και να ορθώσει ανάστημα. Είναι αρκετό αυτό για την ανάνηψη ή αποτελεί το κύκνειο άσμα της Ελλάδας ως οντότητα με εθνικό χαρακτήρα; Θα ήταν πρώιμο να προσπαθήσουμε να δώσουμε τώρα μία απάντηση σ' αυτό το ερώτημα αλλά οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η κινητοποίηση που λαμβάνει χώρα έχει αξία ακριβώς επειδή θέτει το ερώτημα διακόπτοντας, προσωρινά ή όχι, μία προδιαγεγραμμένη πορεία εθνοδιάλυσης. 

Το σίγουρο είναι ότι αυτή η κινητοποίηση, η οποία αναμένεται να κορυφωθεί – αλλά όχι να λήξει – με το συλλαλητήριο των Αθηνών, συγκεντρώνει πολλά χαρακτηριστικά που προσδίδουν ιστορικότητα και προμηνύουν τη γέννηση κάτι νέου. Ακριβή πρόβλεψη και ορισμό της επιτυχίας – πέρα από το προφανές, δηλαδή τη διακοπή της διαπραγμάτευσης – δεν δύναται να δώσει κανείς. Όποιες πολιτικές ή κοινωνικές εξελίξεις και συσχετισμοί διαμορφωθούν όμως, όσο πιθανό κι αν είναι να κουβαλούν αρκετές από τις αρρώστιες της υφιστάμενης κατάστασης και όσο δυσμενείς κι αν παρουσιαστούν, θα έχουν αναμφίβολα θετικό πρόσημο. Κι αυτό ισχύει διότι θα αποτελούν το αποκύημα ενός οργανισμού σε χρόνια καταστολή, ο οποίος αποφάσισε επιτέλους να παλέψει για την επιβίωσή του ή, ορθότερα, για τη διαφύλαξη της εθνικής του ακεραιότητας και τη διατήρηση του πιο συνεκτικού δεσμού της οργανικότητάς του: Της εθνικής του ταυτότητας. 

Τα ειδοποιά χαρακτηριστικά της κινητοποίησης, δηλαδή η αποφασιστικότητα εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων να οργανώσουν από τη βάση την αντίστασή τους απέναντι σε μία ακόμη αντεθνική, άρα και αντιλαϊκή, κυβερνητική απόφαση, χωρίς κεντρική πολιτική και πνευματική καθοδήγηση, βάζοντας στην εξίσωση όρους τιμής και αξιοπρέπειας, έχουν αναλυθεί επαρκώς όλο αυτό το διάστημα. Αυτοί που έσπευσαν αρχικά να τα υποτιμήσουν - όποια κι αν ήταν τα ελατήριά τους, από ιδεοληπτικούς διεθνιστές και ακραία φιλελεύθερους μέχρι ανυπόληπτους ελιτιστές - είτε οδηγήθηκαν σε στροφή 180 μοιρών είτε εκτέθηκαν με τον πιο θεαματικό τρόπο. Όσο γι' αυτούς που έμειναν με την απορία πώς γίνεται μετά από τόσες δεκαετίες συστηματικής πλύσης εγκεφάλου η λαϊκή κοινότητα να επιμένει να ξεσηκώνεται μαζικά για την πατρίδα και όχι για την "ταξική πάλη" ή για τις "ατομικές ελευθερίες", θα πρέπει να αναθεωρήσουν τις απόψεις τους για την ανθρώπινη φύση. 

Μία σημαντική παράμετρος, που έχει ξεφύγει της δημοσιότητας και πρέπει να αναδειχθεί διότι αυτή θα καθορίσει καταλυτικά τη συνέχεια, είναι η σαφήνεια του αιτήματος σε συνδυασμό με την αποφασιστικότητα που έχει εκδηλωθεί. Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο, δεν χωρά παρερμηνείες και δεν αφήνει περιθώρια για πολιτικούς ελιγμούς: Καμία αναφορά στον όρο Μακεδονία ή σε παράγωγό του. Η ακεραιότητα της Μακεδονίας, έστω και μετά από δεκαετίες ανοχής βλαπτικών πολιτικών χειρισμών, δεν επιτρέπεται να γίνει αντικείμενο πολιτικής σπέκουλας και δοσοληψιών. Η παρούσα συγκυβέρνηση είναι ένοχη και μόνο που άνοιξε το θέμα μ' αυτόν τον τρόπο, ασχέτως της τελικής έκβασης. Η Μακεδονία δεν είναι ΔΕΚΟ, είναι ένας τόπος καθαγιασμένος από το αίμα αυτών που θυσιάστηκαν για την ελευθερία της. Ως εκ τούτου, δεν χαρίζεται ούτε παζαρεύεται. Δεν είναι αντικείμενο δημοψηφίσματος – όχι σαν αυτά του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε καν κανονικού – διότι το μοναδικό σώμα που θα είχε δικαίωμα να βγάλει απόφαση θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνει τους Μακεδονομάχους και τους αγέννητους. Άρα, λοιπόν, κανένας συμβιβασμός δεν πρόκειται να έχει ίχνος εντιμότητας. 

Η αξία αυτής της σαφούς και ξεκάθαρης θέσης της λαϊκής κοινότητας απέναντι στο ζήτημα της Μακεδονίας έγκειται σ' αυτό που πολλές φορές έχει αναφερθεί ως σχήμα λόγου αλλά, για πρώτη φορά στην ιστορία της μεταπολίτευσης, ισχύει απόλυτα: Ήρθε ο καιρός να μετρηθούμε. Ήρθε ο καιρός για τον καθένα απο εμάς να τοποθετηθεί απέναντι σ' αυτή την σαφή και ξεκάθαρη θέση - είτε το θέλει είτε όχι - είτε είναι πολιτικός είτε είναι πολίτης είτε επιθυμεί τον βολικό ρόλο του ιδιώτη. Ουδετερότητα δεν υπάρχει. Τίποτα άλλο δεν έχει σημασία αυτές τις ώρες. Αρκεί ο καθένας να ταχθεί εκεί όπου ανήκει και να αναλάβει τις ευθύνες της απόφασής του. Διότι, όπως έχει αποδειχθεί πολλές φορές στο παρελθόν, ο πιο επικίνδυνος εχθρός δεν είναι αυτός που απροκάλυπτα παίρνει θέση εναντίον σου, αλλά αυτός που λειτουργεί ως πέμπτη φάλαγγα. Αυτός που προσπαθεί να μείνει αλώβητος για να εκμεταλλευτεί την επόμενη ημέρα. Τέτοια περιθώρια δεν δίνονται πλέον σε κανέναν, ούτε σε φορείς ούτε σε κόμματα ούτε σε προσωπικότητες. Έκαστος εφ' ω ετάχθη. 

Το πρώτο μέτρημα έγινε στη Θεσσαλονίκη, το δεύτερο θα γίνει στην Αθήνα και ίσως χρειαστούν ακόμη πολλά για να δικαιωθεί αυτός ο αγώνας. Δεν πρόκειται να είναι εύκολος ή σύντομος αγώνας. Υπάρχουν πολλά που πρέπει να ερμηνεύσουμε, να προβλέψουμε και να διαχειριστούμε στη συνέχεια. Κι εμείς, “είμαστε οι μαύροι λιγοστοί, λίγοι μα διαλεγμένοι” λέει το δημώδες. Και χαμογελάμε ιππεύοντας την τίγρη, όπως προστάζει το πεπρωμένο μας, καθώς θυμόμαστε έναν άλλον αιρετικό προφήτη να αναφέρει: “Να ξέρετε πως αν τρέξουμε να σώσουμε τη Μακεδονία, η Μακεδονία θα μας σώσει. Θα μας σώσει από τη βρώμα όπου κυλιόμαστε, θα μας σώσει από τη μετριότητα και την ψοφιοσύνη, θα μας λυτρώσει από τον αισχρό τον ύπνο, θα μας ελευθερώσει. Αν τρέξουμε να σώσουμε τη Μακεδονία, εμείς θα σωθούμε”. 

Και βροντοφωνάζουμε: Η Μακεδονία θα μας σώσει ξανά! 

του Χρήστου Καρανικόπουλου
Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2018

Η επιστροφή του ανορθολογισμού

Ανατρέχοντας στην πρόσφατη ελληνική ιστορία, γίνεται άμεσα κατανοητό πως οι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις που διέτρεχαν όλες τις τάξεις και όλα τα στρώματα της κοινωνίας, δεν σχετίζονταν με κάτι άλλο παρά με θέματα αξιών. Από τα μαζικά συλλαλητήρια για τη Μακεδονία, το μακρινό πια 1992, έως τη βαθιά αντίδραση και τα εκατομμύρια όσων είχαν ταχθεί στο πλευρό της Εκκλησίας στο ζήτημα των ταυτοτήτων, φτάσαμε στο σήμερα, μετά από χρόνια κρίσης και εξωτερικής επιτροπείας, να συμβεί ένα “θαύμα”. 

Εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου βρέθηκαν στη Θεσσαλονίκη για να δηλώσουν την άρνησή τους σε οποιαδήποτε παραχώρηση του ονόματος Μακεδονία. Σε ένα συλλαλητήριο διοργανωμένο από άγνωστους ανθρώπους, χωρίς κάποιον κομματικό μηχανισμό να το στηρίζει και σε πείσμα τόσο των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, όσο και του κοινοβουλευτικού κατεστημένου. 

Σκοπός του παρόντος άρθρου δεν είναι μία ακόμα ιστορική ή γεωπολιτική ανάλυση περί Μακεδονικού. Από τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και την ανεξαρτητοποίηση του κρατιδίου στα βόρεια σύνορά μας τόνοι μελανιού έχουν χυθεί, αναλύοντας κάθε πιθανή άποψη. Και πολύ πιθανόν άλλοι τόσοι τόμοι να γραφτούν από εδώ και μπρος, αναλόγως της πορείας που θ’ ακολουθήσουν οι διαπραγματεύσεις. Εδώ, τώρα, το κέντρο βάρους είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. 

Είναι η επιστροφή του ανορθολογισμού. 

Για την πλειοψηφία της κοινωνίας, η έλευση της ελληνικής κρίσης είναι ταυτόσημη με την εποχή των Μνημονίων. Για τους περισσότερους συμπολίτες μας, εκείνη η αποφράδα μέρα που ο Γιώργος Παπανδρέου απευθυνόταν στον Ελληνικό λαό από το Καστελόριζο ήταν η απαρχή της ριζικής αλλαγής της καθημερινότητάς τους. Τρία μνημόνια μετά, τίποτα πια δεν θυμίζει την “ισχυρή Ελλάδα” που ατένιζε την είσοδό της στην Ευρωζώνη με αισιοδοξία. Ό,τι σαθρό κρυβόταν τις εποχές των δανεικών και του αλόγιστου καταναλωτισμού βρέθηκε στην επιφάνεια, ενώ η εκλογική επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ, μετά την αρχική ευφορία, τείνει να αποξενώσει και να περιθωριοποιήσει τους αριστερούς ψηφοφόρους. 

Ως χώρα ζήσαμε “αγανακτισμένους”, χορούς στο Σύνταγμα, δεκαεφτά ώρες διαπραγμάτευσης και επιβολή των ντιρεκτίβων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, που άλλαξαν ριζικά ό,τι σχετιζόταν με την οικονομική ζωή μας. Μια γενιά να συνθλίβεται κάτω από την επέλαση ελαστικών μορφών εργασίας και μια αβεβαιότητα που περιορίζει την ίδια την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον. 

Κι όμως, η ελληνική κοινωνία έχει κατορθώσει να επιβιώσει μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες. Συχνά υποτονική, με έναν ρυθμό που μοιάζει σαν να έχει παραδοθεί οριστικά στην αναπόφευκτη αλλαγή, φαίνεται στον εξωτερικό παρατηρητή σαν να έχει κληρονομήσει το πολιτισμικό υπόβαθρο του ραγιά, που παρά τις μεγαλοστομίες, εν τέλει θα καταλήξει να σκύψει το κεφάλι και να υπακούσει τις άνωθεν εντολές. 

Η διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού, άλλωστε, στην μεταπολιτευτική Ελλάδα, ειδικότερα κατά τις τελευταίες δεκαετίες, μπορούμε με ευκολία να πούμε πως είχε ως άξονα τη διακριτή οικονομική πρόταση, ενώ στους υπόλοιπους τομείς οι θέσεις των κομμάτων ανήκαν σε μία κοινή αντίληψη, εκπορευόμενη από τα νάματα του πολιτισμικού μαρξισμού, που τόσο ευρέως έχει κυριαρχήσει στην κάστα των ελίτ. Απεργίες και διαδηλώσεις περιορίζονταν σε μερικές εκατοντάδες άτομα (πέραν του ΠΑΜΕ), περνώντας την αίσθηση πως ο Ρωμιός σκύβει παθητικά το κεφάλι σε κάθε τι που επιβάλλεται από την εκάστοτε κυβέρνηση ή τους “φίλους μας εταίρους”, υπομένοντας παθητικά τη μεγάλη αναντιστοιχία μεταξύ λαϊκής θέλησης και κοινοβουλευτικού κατεστημένου. 

Μέχρι την αμφισβήτηση ενός πυλώνα της σύγχρονης ύπαρξής μας. 

Η σύγχρονη θεώρηση του έθνους έχει απομακρυνθεί από την παραδοσιακή οριοθέτησή του με βάση το βιολογικό κριτήριο της κοινής καταγωγής. Για όσους έλκουν την οπτική τους από διαφωτιστικές ιδεολογίες, το έθνος αποτελεί απλά το σώμα των ανθρώπων που κατοικούν σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή. Οι μεν μαρξιστογενείς ιδεολογίες αναγνωρίζουν το έθνος υποβαθμίζοντας τον ρόλο του ως το σημείο της εξαφάνισης, ενώ οι μεταμοντέρνες θεωρήσεις το τοποθετούν εντελώς εκτός κάδρου ως ένα απολίθωμα του παρελθόντος, που μικρή αξία έχει στη σημερινή παγκοσμιοποιημένη οικονομία. Και οι δύο αυτές θεωρήσεις είναι κυρίαρχες στην πολιτική ζωή της χώρας μας, καθώς αποτελούν τις μήτρες εντός των οποίων γαλουχήθηκαν οι κυβερνώσες ελίτ. 

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, θεωρήθηκε πως έφτασε η κατάλληλη στιγμή να βρεθεί λύση και για το χρονίζον πρόβλημα της ονομασίας των Σκοπίων. Μια λύση, που σε αντίθεση με την άποψη πολλών εκ του κυβερνώντος κόμματος, θα συμπεριελάμβανε έναν γεωγραφικό ή χρονικό προσδιορισμό με παράγωγο ή τον όρο Μακεδονία. Στελέχη και συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ είχαν εκφραστεί πολλάκις στο παρελθόν υπέρ του δικαιώματος των Σκοπιανών να ονομάζονται Μακεδόνες, ενώ υπήρχαν μέχρι και φωνές που μιλούσαν για την καταπίεση της Μακεδονικής μειονότητας από το επίσημο Ελληνικό κράτος. 

Στην αντίπερα όχθη, η Νέα Δημοκρατία, από τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης τώρα πια, έθετε ως βάση για οποιαδήποτε διαπραγμάτευση τη “γραμμή Βουκουρεστίου”, την πολιτική θέση δηλαδή του Κώστα Καραμανλή, όταν στο Βουκουρέστι έθεσε βέτο για την ένταξη των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ χωρίς την εύρεση πρώτα μιας κοινά αποδεκτής λύσης στο θέμα του ονόματος. Η “γραμμή Βουκουρεστίου”, όμως, ήταν ουσιαστικά ο άξονας πάνω στον οποίο κινήθηκαν οι διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης, καθώς αποδέχεται κι αυτή χρήση του όρου Μακεδονία ή παραγώγου του. Φωνασκούσε λοιπόν και η αξιωματική αντιπολίτευση απλά για να δημιουργήσει ντόρο, χωρίς όμως στην πραγματικότητα να διαφέρει κατ’ ελάχιστον από τις κυβερνητικές θέσεις. Ανάλογη η θέση και του κυβερνητικού εταίρου, των Ανεξαρτήτων Ελλήνων, που δημοσίως καλούσαν σε συμμετοχή στο συλλαλητήριο και ταυτόχρονα δηλώνουν πως εμπιστεύονται τον Υπουργό Εξωτερικών και πως δεν θα αποσταθεροποιήσουν την κυβέρνηση, σε όποια λύση και αν αυτή καταλήξει. 

Αυτά όμως, πριν το συλλαλητήριο. 

Η εβδομάδα πριν τη συγκέντρωση έδειχνε πως κάτι ενδιαφέρον ετοιμάζεται. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, πληθώρα πολιτών, από διάφορους πολιτικούς χώρους, έδειχνε να μοιράζεται κοινές ανησυχίες σχετικά με την τύχη της διαπραγμάτευσης. Λεωφορεία μισθώνονταν από διάφορες πόλεις της Ελλάδος, καλέσματα αναδημοσιεύονταν από διάφορους φορείς και η κατάσταση έμοιαζε ακόμα περίπλοκη. Θα υπήρχαν απλά μερικές δεκάδες χιλιάδες, από όλη την Ελλάδα, κινητοποιημένοι από συλλόγους και από μερικούς Μητροπολίτες; Θα ήταν ακόμα μια ανέξοδη και κενή συγκέντρωση εκείνων των λίγων που επιμένουν ακόμα και σήμερα να συγκινούνται από την κληρονομιά και τις θυσίες όσων προηγήθηκαν; 

Ομολογουμένως, πολλά έδιναν αυτή την εντύπωση: Η προαναφερθείσα φαινομενική απάθεια της μάζας, η απουσία κάποιου επίσημου κομματικού μηχανισμού να λειτουργήσει υποστηρικτικά προς τη συγκέντρωση, η διχασμένη στάση της εκκλησίας και των ποιμένων της, η επαμφοτερίζουσα στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Σε μία έξυπνη κίνηση προς επίτευξη ισορροπιών, μάλιστα, ο πρωθυπουργός ενημέρωσε τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο σχετικά με τις διαπραγματεύσεις, προσπερνώντας ουσιαστικά τον πολιτικό βραχίονα της Νέας Δημοκρατίας και απευθυνόμενος σε φορέα με ευρύτερη αποδοχή, κερδίζοντας την επίσημη δήλωση του Ιερώνυμου πως η Εκκλησία δεν στηρίζει τα συλλαλητήρια. Με αυτόν τον τρόπο και όπως φάνηκε από την στάση φιλοκυβερνητικών φερέφωνων στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, υπήρξε η αίσθηση πως περιορίστηκε η δυναμική του καλέσματος, καθώς ο σημαντικότερος επίσημος φορέας που θα μπορούσε να το στηρίξει δήλωνε την απροθυμία του να εμπλακεί ενεργά. Ταυτόχρονα, η αίσθηση που πήγαζε από τα κομματικά επιτελεία, ήταν αυτή της γενικότερης απαξίωσης, κινούμενη μεταξύ της περιφρόνησης και της ενεργούς αντίθεσης. 

Αλλά ξημέρωσε η Κυριακή. 

Η δυναμική, το μέγεθος της συγκέντρωσης, η απουσία τηλεοπτικής κάλυψης, η αδυναμία ακόμα και των ίδιων των διοργανωτών να περιμένουν όλους αυτούς που κατέκλυσαν τους δρόμους της Θεσσαλονίκης, η αρχική εκτίμηση της αστυνομίας για 90 χιλιάδες άτομα, έχουν συζητηθεί δεόντως και υπεραρκετά, σε πάνελ και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατά την εβδομάδα που πέρασε. Αυτό που αποκαλύπτει όμως τις επιπτώσεις αυτής της συγκέντρωσης είναι ο τρόπος που αντιμετωπίστηκε από εκείνους που αντιτάχθηκαν σ’ αυτήν. 

Ο αντιεξουσιαστικός χώρος κινητοποιήθηκε ενεργά για την αντιμετώπιση αυτού που αποκαλούν ως “έξαρση του ελληνικού φασισμού”. Αντισυγκέντρωση στην Θεσσαλονίκη, ανακοίνωση αντισυγκέντρωσης στο επερχόμενο συλλαλητήριο της Αθήνας, δράσεις ενάντια σε ό,τι εκλαμβάνουν ως “εθνικιστική τάση”, συνεπείς άλλωστε στις ιδεολογικές τους εμμονές. 

Η κυβερνώσα αριστερά επέλεξε να στρουθοκαμηλίσει γι’ ακόμα μία φορά, σε μια υπαρκτή κατάσταση που δεν συνάδει με την φαντασιακή τους πραγματικότητα. Το συλλαλητήριο ήταν μια φωνή εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, που διακήρυξαν πως δεν δέχονται κάποιον συμβιβασμό. Αριστεροί, δεξιοί, κεντρώοι, άνθρωποι που νιώθουν ακόμα την ταύτιση με το συλλογικό ασυνείδητο, όπως αυτό βρίσκει πάτημα στην ιστορική συνείδηση. Ήταν η απόδειξη πως η φαινομενική απάθεια του μέσου πολίτη μπορεί να ομοιάζει με παράδοση, αλλά στην πραγματικότητα εκφράζει μια ανοχή στις δυσκολίες, με την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Οι σημερινές δυσκολίες, όμως, δεν ταυτίζονται με την παράδοση και εκείνων των ζητημάτων που εντάσσονται στον σκληρό πυρήνα της οντότητας του Έθνους. 

Για τον ΣΥΡΙΖΑ και τα κόμματα του κέντρου - με εξαίρεση την Ένωση Κέντρου, η οποία εξαρχής είναι αρνητική σε κάθε χρήση του όρου Μακεδονία - το συλλαλητήριο ήταν ένα ράπισμα επαναφοράς στην πραγματικότητα. Δεκαετίες προπαγάνδας, άμεσης και έμμεσης, με στόχο την απεθνικιστοποίηση και τον “εκσυγχρονισμό της εθνικής ταυτότητας”, δεκάδες εκατομμυρίων που ξοδεύτηκαν για την καταπολέμηση των “εθνικιστικών εξάρσεων”, μοιάζουν να πήγαν χαμένα μέσα σε λίγες ώρες. Και η μόνη ανταπάντηση απέναντι στην λαοθάλασσα της Θεσσαλονίκης ήταν η αγνόηση της ουσίας του συλλαλητηρίου. Καθαρά με πολιτικαντισμό, η κυβέρνηση επέλεξε να προωθήσει την εμφάνιση ενός ρεύματος δεξιόθεν της Νέας Δημοκρατίας, που θα μπορούσε να της στερήσει εκλογική δυναμική. 

Για τη Νέα Δημοκρατία, η αρχική περιφρόνηση αντικαταστάθηκε με μια ένθερμη εκ των υστέρων υποστήριξη. Η υπαρκτή προοπτική ανάδειξης ενός καθαρόαιμου δεξιού φορέα που θα μπορούσε να αντιπαρατεθεί στην κεντρώα αξιωματική αντιπολίτευση αποτελεί έναν διαρκή κίνδυνο, ειδικότερα από τη στιγμή που η διοικούσα ομάδα ασπάζεται την φιλελεύθερη και όχι την υποτιθέμενη δεξιά οπτική. Αυτοί οι λαθρεπιβάτες της εξουσίας έχουν κατορθώσει να αποτελέσουν την κυρίαρχη ομάδα εξουσίας του δεξιού φάσματος της κοινοβουλευτικής ζωής, ενώ στην πραγματικότητα η στάση τους λειτουργεί αντιθετικά ως προς την θέληση των απλών ψηφοφόρων της. 

Τις ώρες που γράφονται αυτές οι γραμμές, η κινητοποίηση του κόσμου για την προσέλευση στο προγραμματισθέν συλλαλητήριο της Αθήνας φαίνεται να ξεπερνά τις προσδοκίες. Σ’ αυτό το γαϊτανάκι, η κάθε πλευρά παίρνει την θέση της και προσπαθεί να ιππεύσει το ρεύμα. Η επίσημη εκκλησία διά στόματος Αρχιεπισκόπου αποφάσισε να στηρίξει τη συγκέντρωση, η αξιωματική αντιπολίτευση υπερτονίζει και την όποια αντικυβερνητική πτυχή του συλλαλητηρίου, οι διοργανωτές προσπαθούν να δώσουν μία υπερκομματική φύση επιστρατεύοντας ως ομιλητή τον κομμουνιστή Μίκη Θεοδωράκη. 

Κι εμείς; 

Εμείς δεν μπορούμε παρά να είμαστε πιστοί στο ραντεβού μας. Οι Εθνικιστές δεν θα μπορούσαν να απέχουν από μια τέτοια εκδήλωση. Οι Εθνικιστές ήταν πάντα παρόντες, είτε στις λαοθάλασσες του σήμερα, είτε στο παρελθόν - όταν μόνοι μας, ως άλλες Κασσάνδρες, τονίζαμε και φωνάζαμε για τα εθνικά δίκαια σε μια κοινωνία που φαινόταν να κοιμάται. Δεν πιστεύουμε πως τα συλλαλητήρια, τόσο της Θεσσαλονίκης, όσο και το επερχόμενο της Αθήνας, θα αποτελέσουν μια συγκέντρωση ομοϊδεατών. Είναι όμως μια μεγαλειώδης επίδειξη πως το εθνικό αίσθημα παραμένει ζωντανό στην πλειοψηφία αυτής της χώρας και πως τελικά, δεν παλεύουμε μόνοι μας ενάντια στα τέρατα. 

Ο σπινθήρας υπάρχει κρυμμένος στην καρδιά των περισσοτέρων Ελλήνων και είναι πλέον στο δικό μας χέρι να τον κρατήσουμε ζωντανό και να θεριέψει. 

του Παναγιώτη Λουκά
Πέμπτη, 1 Φεβρουαρίου 2018

Η αριστερή παραποίηση της πραγματικότητας – του Thomas Molnar

Παρουσιάζουμε ένα σύντομο, πλην όμως πολύ ενδιαφέρον, απόσπασμα από το βιβλίο “Η αντεπανάσταση” του Ούγγρου πολιτολόγου, φιλοσόφου και ιστορικού Thomas Molnar (1921-2010).

Άγνωστος στο ελληνικό κοινό, ο μεγάλος αυτός Ούγγρος διανοητής υπήρξε μια εξέχουσα φυσιογνωμία της αντεπαναστατικής πολιτικής, φιλοσοφικής και θεολογικής σχολής, η οποία επάξια θα διεκδικούσε μια θέση δίπλα σε ονόματα όπως αυτό του Charles Maurras ή του Carl Schmitt. Γεννημένος στην Ουγγαρία το 1921, πραγματοποίησε τις σπουδές του στο Καθολικό Πανεπιστήμιο του Λουβάν στο Βέλγιο. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο και την επιβολή του κομμουνιστικού καθεστώτος στην πατρίδα του, κατέφυγε στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου περαίωσε τη διδακτορική του διατριβή στο Πανεπιστήμιο της Columbia στη Νέα Υόρκη και ακολούθησε ακαδημαϊκή σταδιοδρομία. Δίδαξε για αρκετά χρόνια στο Brooklyne College και έγραψε δεκάδες βιβλία πάνω σε θέματα πολιτικής ιδεολογίας, φιλοσοφίας, ιστορικού στοχασμού και θεολογίας, εμπνευσμένος από το έργο του Αμερικανού συντηρητικού στοχαστή Russel Kirk. Ιδιαίτερη βάση έδωσε στην κριτική του φιλελευθερισμού, της μαρξιστικής ιδεολογίας και της πολιτισμικής της επιρροής, καθώς και στην κριτική μελέτη του αμερικανικού συστήματος. Πιστός Καθολικός, υποστήριξε σθεναρά τη διἀσωση του παραδοσιακού ιερού λατινικού τυπικού της Θείας Λειτουργίας μετά τις μεταρρυθμίσεις της Β’ Συνόδου του Βατικανού. Παρά τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις είχε συμετάσχει σε συζητήσεις με την ομάδα GRECE, βασικό φορέα του ρεύματος της Νέας Δεξιάς, αλλά και με το μεταπολιτικό Ιστιτούτο Δυτικών Μελετών του Dominique Venner στα τέλη της δεκαετίας του 60'. 

Μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού στρατοπέδου επέστρεψε στην Ουγγαρία όπου δίδαξε ως επισκέπτης καθηγητής Φιλοσοφία της Θρησκείας στο Πανεπιστήμιο της Βουδαπέστης. Υπήρξε επίσης σύμβουλος σε θέματα πολιτισμού του Μαγυάρου πρωθυπουργού Victor Orban κατά την πρώτη του κυβερνητική θητεία (1998-2002). 

Πέθανε το 2010 σε ηλικία 89 ετών. 

Το παρακάτω απόσπασμα προέρχεται από τη γαλλική έκδοση του βιβλίου του “Η αντεπανάσταση” (La contre-révolution, Union générale d’éditions, 1972, κεφάλαιο ΙΙΙ, σελίδες 128-130). Ο τίτλος της ανάρτησης τέθηκε από τον μεταφραστή.

... - ...

Οι φορείς της επαναστατικής μετάδοσης δεν είναι βέβαια αλάθητοι και τα γεγονότα του κόσμου απέχουν πολύ απ’ το να συμμορφώνονται πάντα με την ερμηνεία που τους δίνεται. Στην πραγματικότητα θα μπορούσαμε να πούμε με μια πολύ ελαφρά δόση υπερβολής ότι ενώ η συνήθης ερμηνεία είναι επαναστατική, τα γεγονότα τα ίδια είναι αντεπαναστατικά. Όμως η κατοχή των επαναστατικών μέσων ενημέρωσης αντιπροσωπεύει ένα τέτοιο μονοπώλιο που τα γεγονότα λαμβάνουν γρήγορα στο πνεύμα του κοινού και στις ανοιχτές συζητήσεις έναν διαφορετικό χρωματισμό. Αφού οι επαναστατικοί δίαυλοι ορίζουν τα θέματα κι αυτά τα θέματα υποτίθεται ότι ακολουθούν σε τελική ανάλυση το προμελετημένο σχήμα της ιστορικής εξέλιξης, δεν είναι δύσκολο για το δίαυλο της επανάστασης να οικειοποιηθεί και να ξαναφτιάξει το γεγονός με τη βοήθεια προεπιλεγμένων στοιχείων. Το τελικό παράγωγο είναι αγνώριστο, καθώς όμως στο μεταξύ έχει κυλίσει μια ορισμένη περίοδος, κανείς δεν το θυμάται αρκετά καλά ώστε να μπορέσει να καταγγείλει την απάτη. 

Αυτή η επιχείρηση δεν πετυχαίνει πάντα στην εντέλεια. Εν τοιάυτη περιπτώσει, το γεγονός μετατρέπεται σε μη-γενόμενο, θάβεται στη σιωπή. Όταν το γεγονός φαίνεται πάρα πολύ ανθεκτικό και δεν μπορεί να αφαιρεθεί, μπορούμε να το περιβάλουμε με ένα δυσνόητο σχήμα λόγου: Δημιουργούμε ένα κενό γύρω του, όπως η τάφρος που περιτριγύριζε τα μεσαιωνικά φρούρια. Ο συγγραφέας ή ο δημοσιογράφος εξετάζει το γεγονός με μια υποτιθέμενη (ή ειλικρινή) έκπληξη σαν αυτό να μην ανήκε στα πράγματα που πρέπει να συμβούν ή σαν να μην είχε σύνδεση με καμιά σειρά αναγνωρίσιμων γεγονότων. Με άλλα λόγια, μια ιδιοτροπία της φύσης. 

Τελικώς, η δουλειά των επαναστατικών μέσων ενημερωσης αποτελείται από λέξεις, δράσεις, τακτική και οργάνωση. Για κάθε δεδομένη στιγμή, το σύνθημα μπορεί να είναι αφηρημένο και διφορούμενο σε σημείο να χάνει κάθε σημασία [...] 

Μετάφραση: Βασίλειος Π. Φράγκος
Κυριακή, 28 Ιανουαρίου 2018

Από τη συμμετοχή του Κύκλου Ιδεάπολις στο συλλαλητήριο για τη Μακεδονία


Το συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης για τη Μακεδονία αποτέλεσε την πιο γνήσια και μαζική έκφραση της λαϊκής κοινότητας εδώ και δεκαετίες. Χρειάστηκε να οργανωθεί από τη βάση - ελλείψει πολιτικής και πνευματικής καθοδήγησης - αμφισβητήθηκε, λοιδορήθηκε, έγινε προσπάθεια να απαξιωθεί, αλλά τελικά πραγματοποιήθηκε, σε πείσμα και προς απογοήτευση πολλών. Η μαζικότητά του, που κι αυτή αμφισβητήθηκε με τον πιο προκλητικό τρόπο, είναι και η επιτυχία του. Διότι απέδειξε περίτρανα ότι η διαφύλαξη της εθνικής ακεραιότητας συνεχίζει να αποτελεί τη μείζονα προτεραιότητα της λαϊκής κοινότητας, όσο αλλοτριωμένη ή εκφυλισμένη μπορεί να εμφανίζεται. Κι αυτό είναι μόνο ενθαρρυντικό για την προσπάθεια της εθνικής επιβίωσης και αναγέννησης. Ως εκ τούτου, ο Κύκλος Ιδεάπολις δεν θα μπορούσε να λείπει από το εθνικό κάλεσμα.

Για μια δημιουργική και αγωνιστική χρονιά


Συνεχίζουμε. Συντονιζόμαστε, οργανωνόμαστε, συσπειρωνόμαστε. 
Επαναφέρουμε απαγορευμένες ιδέες από το παρελθόν, δημιουργώντας νέες αιρέσεις για το μέλλον. 
Για το Κίνημα αντί για τον "χώρο". 
Γιατί εμείς είμαστε η νιότη του κόσμου!

Από την εισαγωγή του βιβλίου: "Η επέλαση του Ισλάμ στην Ευρώπη"

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί την εισαγωγή του βιβλίου του φίλου και συνεργάτη του Κύκλου Ιδεάπολις, Χρήστου Μπίσδα, με τίτλο "Η επέλαση του Ισλάμ στην Ευρώπη", το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λόγχη. 

Στην ιεράρχηση των δεινών και των προβλημάτων του ανθρώπου είναι απόλυτα λογικό να προηγούνται αυτά που απειλούν ευθέως και άμεσα την ίδια την ύπαρξή του ως βιολογική οντότητα. Όλα τα υπόλοιπα είναι διαπραγματεύσιμα και διορθώνονται. Η οικονομία, για παράδειγμα, σαφέστατα επηρεάζει καταλυτικά την ποιότητα της ανθρώπινης διαβίωσης. Επειδή, όμως, πρόκειται για διαχείριση πόρων, η πορεία της χαρακτηρίζεται διαχρονικά από περιόδους διακυμάνσεων κατά τις οποίες - πέρα από ορισμένα ακραία ιστορικά παραδείγματα – το βιωτικό επίπεδο καταλήγει πάντα σε ένα νέο σημείο ισορροπίας, έστω και βιαίως. Η παρατεταμένη οικονομική κρίση που βιώνουμε στην Ελλάδα, σε πολύ πιο μεγάλο βαθμό απ' ότι στον υπόλοιπο δυτικό κόσμο, δεν είναι παρά η προσπάθεια εξισορρόπησης του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος με βάση τα εγχώρια δεδομένα, όσο κυνικό κι αν ακούγεται αυτό. 

Μπορούμε πάντα να κάνουμε μία ακόμα οικονομική και κοινωνική ανάλυση της κρίσης με διαπιστώσεις, πορίσματα και εναλλακτικές προτάσεις. Κρίνοντας, μάλιστα, από την ποιότητα και το αποτέλεσμα της ατέρμονης σχετικής δημόσιας συζήτησης των τελευταίων ετών, κάτι τέτοιο θα μπορούσε να είναι χρήσιμο. Όπως, όμως, έλεγαν οι Λατίνοι: “Primum vivere deinde philosophare”, δηλαδή “πρώτα επιβιώνουμε και μετά φιλοσοφούμε”. Και, δυστυχώς, μέσα στην παραζάλη της οικονομικής κρίσης, αυτή η πρακτική ιεράρχηση μας διέφυγε - ίσως όχι τυχαία, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα. Φτάσαμε, λοιπόν, να απορροφούμαστε πλήρως από την καθημερινότητα, το άγχος, την ανεργία και τους λογαριασμούς ξεχνώντας παράλληλα να κάνουμε παιδιά και βλέποντας σταδιακά τη σύνθεση του πλήθους των συμπολιτών μας να αλλάζει φυλετικά χαρακτηριστικά, γλώσσα και θρησκεία. Γιατί για όλους εμάς που πιστεύουμε ότι το ιστορικό υποκείμενο είναι το έθνος – και όχι οι τάξεις ή το άτομο – το δημογραφικό και το λαθρομεταναστευτικό αποτελούν τα μείζονα ζητήματα για την επιβίωση και τη διαιώνιση της εθνοφυλετικής κοινότητας και η αντιμετώπισή τους οφείλει να αποτελεί την πρώτη προτεραιότητά μας. 

Εξάλλου, η σύνδεση αυτών των δύο ζητημάτων αποτελεί πλέον γεγονός ευρέως αποδεκτό. Για τους, οικονομικά ή και κοινωνικά, φιλελεύθερους, που ασκούν την εξουσία στο γραφειοκρατικό έκτρωμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και βλέπουν τους ανθρώπους ως αριθμούς χωρίς ταυτότητα, η ραγδαία δημογραφική γήρανση της Ευρώπης αποτελεί αποκλειστικά ένα τεχνικό θέμα, το οποίο αντιμετωπίζεται με τη σταδιακή αντικατάσταση του γηγενούς πληθυσμού από τις – υποκινούμενες - μεταναστευτικές ροές από τη Μέση Ανατολή, την Αφρική και την Ασία. Σύμφωνα μ' αυτό το σχέδιο, στο βωμό της οικονομικής ανάπτυξης και της βιωσιμότητας των ασφαλιστικών ταμείων, ο μελλοντικός Ευρωπαίος θα είναι “αφομοιωμένος” σκουρόχρωμος ισλαμιστής. 

Ενώ, όμως, οι αυταπάτες περί αφομοίωσης αρχίζουν να διαλύονται στην κεντρική Ευρώπη - με βαρύ φόρο αίματος μετά από κάθε τρομοκρατικό χτύπημα - και οι κυβερνήσεις αναγκάζονται σε αναδίπλωση λόγω των πολιτικών πιέσεων, στην Ελλάδα η ατζέντα της μεταναστευτικής πολιτικής συνεχίζει να καθορίζεται από το προ πολλού ξοφλημένο αφήγημα του δήθεν ανθρωπισμού. Ένα αφήγημα που συντηρείται από το λεγόμενο “συνταγματικό τόξο” και τα ΜΜΕ χάρη στον πακτωλό κονδυλίων από την Ευρωπαϊκή Ένωση για τη στήριξη της υφιστάμενης αυτοκαταστροφικής πολιτικής. Κι ας έχει γεμίσει η ελληνική περιφέρεια και ο νησιωτικός χώρος από “κέντρα υποδοχής και φιλοξενίας” γεμάτα από εξαγριωμένους εγκλωβισμένους λαθρομετανάστες... 

Ελλείψει ενιαίου, συγκροτημένου και οργανωμένου κινηματικού λόγου και δράσης για την αναστροφή της κατάστασης, το παρόν βιβλίο αποτελεί σημαντικό εφόδιο για έναν συλλογικό αγώνα επιβίωσης που μένει να δοθεί, αργά ή γρήγορα. Η συγκέντρωση της συνεπούς αρθρογραφίας χρόνων με την υπογραφή του Χρήστου Μπίσδα, μέσα από τη γνώση, την επιστημονική προσέγγιση και την εμπεριστατωμένη ανάλυση, προσφέρει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να ξεδιαλύνει τις σημαντικότερες πτυχές ενός οργανωμένου σχεδίου εποικισμού και, το κυριότερο, την επιχειρηματολογία για την αποδόμηση του αφηγήματος που οδηγεί στην άνευ όρων παράδοση. Ευχής έργον θα είναι να αποτελέσει και το εφαλτήριο για να ανοίξει εκ νέου η δημόσια συζήτηση για το ζήτημα της λαθρομετανάστευσης, με νέους όρους αυτή τη φορά. Αυτό, όμως, αποτελεί μία διαφορετική πρόκληση με αποδέκτες όλους μας. 

από τη συντακτική ομάδα του ηλεκτρονικού περιοδικού Ιδεάπολις
Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2018

Την Πατρίδα ουκ ελάττω παραδώσω!


Τετάρτη, 10 Ιανουαρίου 2018
Σάββατο, 6 Ιανουαρίου 2018

Καλή και δημιουργική χρονιά!


Δευτέρα, 1 Ιανουαρίου 2018

Καλά Χριστούγεννα!

Καλά Χριστούγεννα! Καλά Χριστούγεννα με μνήμες, μυρωδιές και βιώματα. Καλά Χριστούγεννα με συγγενείς και φίλους. Καλά Χριστούγεννα με μοναξιά και μελαγχολία. Καλά Χριστούγεννα με χιόνι και κρύο. Καλά Χριστούγεννα και με ηλιοφάνεια. Καλά Χριστούγεννα με θαλπωρή και ξεκούραση. Καλά Χριστούγεννα και σε όσους εργάζονται. Καλά Χριστούγεννα σε γέροντες και γερόντισες, σε στρατευμένους, σε ακρίτες και σε ναυτικούς. Καλά Χριστούγεννα με εκκλησιασμό και νηστεία. Καλά Χριστούγεννα ακόμα και με καταναλωτισμό και clubbing. Καλά Χριστούγεννα με κάλαντα και ύμνους. Καλά Χριστούγεννα με φωτιές και ενσωματωμένα παγανιστικά έθιμα.  Καλά Χριστούγεννα με Παπαδιαμάντη, με Άντερσεν και με Ντίκενς. Καλά Χριστούγεννα με μελομακάρονα και γιορτινά εδέσματα. Καλά Χριστούγεννα με κρίση και ανεργία. Καλά Χριστούγεννα σε συναγωνιστές και συντρόφους. Καλά Χριστούγεννα σε όσους μπορούν να κατανοήσουν ότι απέναντι στην αθεϊα, τον νιχιλισμό και την παρακμή αυτή η ευχή είναι μορφή αντίστασης!

από την Συντακτική Ομάδα
Κυριακή, 24 Δεκεμβρίου 2017

Για τις μέλισσες


Ἠΰτε ἔθνεα εἶσι μελισσάων ἁδινάων 
πέτρης ἐκ γλαφυρῆς αἰεὶ νέον ἐρχομενάων, 
βοτρυδὸν δὲ πέτονται ἐπ᾽ ἄνθεσιν εἰαρινοῖσιν·
Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

Η απάτη της αγάπης χωρίς σύνορα

Ένας άνδρας που ισχυρίζεται ότι “αγαπάει” όλες τις γυναίκες εξίσου είναι ένας άνδρας ανίκανος να αγαπήσει μία συγκεκριμένη γυναίκα – αλλά και κάποιος του οποίου την “αγάπη” δεν θέλει καμία γυναίκα. Το ίδιο ισχύει και για κάθε γυναίκα που ισχυρίζεται ότι "αγαπά" όλους τους άνδρες. Το να αγαπάς κάποιον σημαίνει ότι τον αγαπάς γι' αυτό που τον ξεχωρίζει από τους άλλους. Θέλουμε να μας αγαπούν και να μας εκτιμούν γι' αυτά που μας κάνουν μοναδικούς. 

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, αυτό σημαίνει ότι εγγενώς επιθυμούμε, σε κάποιον βαθμό, οι υπόλοιποι να θεωρηθούν κατώτεροι, επειδή δεν διαθέτουν ορισμένες από τις ιδιότητες που κατέχουμε και μας καθιστούν “αγαπήσιμους” - έστω κι αν αυτό δεν είναι το συνειδητό επίκεντρο της επιθυμίας μας. Χωρίς τον κίνδυνο να αποτύχουμε να επιδείξουμε αυτές τις ιδιότητες κι έτσι να γίνουμε σαν όλους τους άλλους - ανάξιοι της αγάπης – η αγάπη χάνει την ουσία της και γίνεται κάτι ισοδύναμο με τον οίκτο, ο οποίος, σε αντίθεση με την αγάπη, είναι κάτι που δεν αυξάνει την αυτοεκτίμησή μας όταν το αποκτούμε. 

Αντίθετα με εκείνους που μας οικτίρουν, αυτοί που μας αγαπούν αποτελούν μέρος της ίδιας μας της ταυτότητας. Αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή η ταυτότητά μας, μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο, μας διακρίνει από άλλες ομάδες ανθρώπων γύρω μας – ή και μας ταξινομεί σε άλλες ομάδες - και εκείνοι που μας αγαπούν το νιώθουν αυτό εξαιτίας αυτών των χαρακτηριστικών και των ιδιοτήτων που μας διακρίνουν από τους υπόλοιπους. Επομένως, η αγάπη συνδέεται εγγενώς με την ταυτότητα, στον πυρήνα της. 

Η ωκυτοκίνη, γνωστή ως η "ορμόνη της αγάπης", είναι μία πεπτιδική ορμόνη η οποία απελευθερώνεται κατά τη διάρκεια του αγκαλιάσματος, του έρωτα και άλλων μορφών στενής σωματικής επαφής και προάγει τη σύνδεση και την αίσθηση της εγγύτητας. Μελέτες έχουν ανακαλύψει ότι τρωκτικά, γενετικά τροποποιημένα για να είναι ανίκανα να ανταποκριθούν στην ωκυτοκίνη, πάσχουν από “κοινωνική αμνησία”, χάνοντας την ικανότητα να διακρίνουν τα τρωκτικά από τη δική τους ομάδα με τα ξένα. Μία μελέτη του τμήματος Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ, τον Οκτώβριο του 2010, έδειξε ότι η ωκυτοκίνη προωθεί τον εθνοκεντρισμό, καθώς η χορήγηση της ορμόνης στους συμμετέχοντες του πειράματος είχε ως αποτέλεσμα τη “μεροληψία και την εύνοια υπέρ της δικής τους φυλετικής ομάδας και τη δυσμένεια απέναντι στις άλλες φυλετικές ομάδες”

Μία πιο πρόσφατη μελέτη διαπίστωσε ότι η αύξηση της ωκυτοκίνης κάνει τους ανθρώπους πιο πρόθυμους να ψεύδονται, μόνο όμως αν κάτι τέτοιο θα ωφελούσε την ομάδα τους. Η μελέτη καταλήγει ότι η ωκυτοκίνη προκαλεί μία μετατόπιση "από την ιδιοτέλεια προς τα συμφέροντα της ομάδας". Με άλλα λόγια, η ωκυτοκίνη όντως ενισχύει το αίσθημα της αγάπης, αλλά αυτό το αίσθημα περιορίζεται αυστηρά, με κριτήρια κοινωνικά, εθνικά ή φυλετικά. Και αυτό δεν έχει να κάνει με κάποιου είδους μίσος για τους άλλους. Απλώς, εάν μία κατάσταση φτάσει στο σημείο “εμείς ή αυτοί” τότε υπερισχύει το αίσθημα αγάπης για το “εμείς”. Αποδεικνύεται, λοιπόν, ότι το αγκάλιασμα, ο έρωτας, ακόμη και η εγκυμοσύνη, μάς μετατρέπουν σε “ρατσιστές”. Αυτό είναι ένα συμπέρασμα που έχει φέρει σε δύσκολη θέση τη δικτατορία της πολιτικής ορθότητας, αναγκάζοντάς την να προσπαθήσει να πείσει πως η ωκυτοκίνη – η βιοχημική μηχανή των ανθρώπινων δεσμών – δεν είναι και τόσο σπουδαία τελικά. 

Οι φιλελεύθεροι συνηθίζουν να αναφέρονται στα έθνη – κράτη ως “αυθαίρετες χαρακιές στο σώμα της γης” (sic) και αυτοχαρακτηρίζονται ως “πολίτες του κόσμου” αντί για πολίτες ενός έθνους. Συνεχίζουν, μάλιστα, το σκεπτικό τους ρωτώντας “γιατί πρέπει να περιορίσουμε την αγάπη και την αλληλεγγύη μόνο στους ανθρώπους που έτυχε να γεννηθούν σ' αυτό το συγκεκριμένο μέρος της γης”; 

Ως απάντηση, παραθέτουμε μία έρευνα του Πανεπιστημίου της Χάιφα, τον Οκτώβριο του 2015, η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι “όσο περισσότερο αντιλαμβάνεται κανείς τον εαυτό του ως πολίτη του κόσμου τόσο λιγότερο πιθανό είναι να συμβάλλει για το συλλογικό καλό και τόσο περισσότερο πιθανό είναι να απολαμβάνει δωρεάν τη συνεισφορά των άλλων”. Η ουσία αυτής της συμπεριφοράς βρίσκεται και στα λόγια της πρωθυπουργού του Ηνωμένου Βασιλείου, Τερέζα Μέι, η οποία δήλωσε στον απόηχο του Brexit ότι “εάν πιστεύεις ότι είσαι πολίτης του κόσμου, είσαι πολίτης του πουθενά”

Αυτός ο τύπος του “κοσμοπολίτη”, ο οποίος αδιαφορεί για τη γειτονιά του ενώ ταυτόχρονα δείχνει ένα επιτηδευμένο δήθεν ενδιαφέρον για όλο τον υπόλοιπο κόσμο, είναι απλά ο τύπος του ανθρώπου που δεν αγαπά τον τόπο του. Ο κοσμοπολιτισμός είναι μία προσποίηση με την οποία προσπαθεί κανείς να μεταμφιέσει την έλλειψη αγάπης για τον πλησίον του με αυτοπεποίθηση. Αυτά τα άτομα δυσκολεύονται να αντιμετωπίσουν το γεγονός ότι για να αποδείξουν ουσιαστικά οποιαδήποτε πραγματική αγάπη ή πίστη πρέπει να στερηθούν και να δεσμευτούν. Σε επίπεδο σχέσεων, η δέσμευση με έναν σύντροφο σημαίνει στέρηση από τις σχέσεις με άλλους. Ακόμα, όμως, κι αν κάποιος προτιμά ένα βιβλίο ή ένα βιντεοπαιχνίδι, αυτό σημαίνει ότι αφιερώνει αρκετό χρόνο σε αυτό, στερώντας από τους δημιουργούς των άλλων βιβλίων ή βιντεοπαιχνιδιών την ισότιμη αναγνώριση της δουλειάς τους. Μόνο κάποιος που δεν αγαπά πραγματικά τίποτα μπορεί να φανταστεί ότι υπάρχει η δυνατότητα της ισότιμης αγάπης για όλους ή για τα πάντα. Αυτός είναι και ο πυρήνας της ιδέας πίσω από την έρευνά μας για την απάτη της “αγάπης χωρίς σύνορα”. 

Οι “κοσμοπολίτες” είναι αυτοί που δηλώνουν με κάθε δυνατό τρόπο ότι θέλουν η πατρίδα τους να κάνει περισσότερες ενέργειες για τη μείωση της παγκόσμιας φτώχειας και ανισότητας. Από την άλλη πλευρά, έχει κυριαρχήσει το στερεότυπο για όσους έχουν εθνοκεντρική θεώρηση πως είναι άκαρδοι και άσπλαχνοι πολεμοχαρείς. Παρόλα αυτά, έρευνα στις ΗΠΑ έδειξε ότι για την περίοδο 2006 – 2012 οι πολιτείες που μάζεψαν περισσότερες δωρεές για φιλανθρωπίες αναλογικά, σύμφωνα με στοιχεία της εφορίας, είναι στη συντριπτική τους πλειοψηφία αυτές που θεωρούνται συντηρητικές και θρησκευόμενες (η Γιούτα, για παράδειγμα), ενώ αυτές που θεωρούνται πιο προοδευτικές (όπως η Καλιφόρνια) βρίσκονται σε αυτές που έδωσαν τα λιγότερα. 

Εκείνοι που έχουν να δώσουν τα περισσότερα για τους συντρόφους και τους συνεργάτες τους είναι πιο επιλεκτικοί σε ποιους δίνουν αυτούς τους ρόλους, επειδή είναι κι εκείνοι που έχουν να χάσουν τα περισσότερα. Μόνο εκείνοι που δεν είναι διατεθιμένοι να δώσουν πολλά έχουν λόγο να διαδίδουν το ψέμα ότι η αγάπη δεν έχει σύνορα. Κι αυτό επειδή θα είναι εκείνοι που έχουν να κερδίσουν τα περισσότερα εάν οι δοτικοί άνθρωποι μοιράζονται αδιάκριτα. Αυτό που ισχύει, όμως, είναι ότι η πραγματική αγάπη, από τη φύση της, είναι μεροληπτική και κάνει διακρίσεις. 

Μετάφραση/απόδοση, για το Ιδεάπολις, της Ε. Π.
Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

Πολιτική στα γρήγορα

Η έννοια του χρόνου ως η “ακαθόριστη κίνηση της ύπαρξης και των γεγονότων στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, θεωρούμενη ως σύνολο”, απασχόλησε τη φιλοσοφία και την επιστήμη από την αρχαιότητα. Πώς καθορίζεται και πώς μετράται ο χρόνος; Πώς τον αντιλαμβανόμαστε και ποια είναι η σχέση του χρόνου με την ύπαρξή μας; 

Από τη διατύπωση της ειδικής θεωρίας της σχετικότητας - από τον Άλμπερτ Αϊνστάιν, το 1905 - εγκαταλείφθηκε η πεποίθηση ότι ο χρόνος είναι απόλυτος και οικουμενικός. Ο Αϊνστάιν απέδειξε ότι ο χρόνος είναι ελαστικός και συστέλλεται ή διαστέλλεται εξαιτίας της κίνησης, πάντα σε συνάρτηση με την κατάσταση κίνησης του παρατηρητή, ο οποίος έχει τη δική του προσωπική κλίμακα ροής του χρόνου. Σύμφωνα, λοιπόν, με την αρχή της σχετικότητας “η απόσταση ανάμεσα σε δύο σημεία, καθώς και το χρονικό διάστημα ανάμεσα σε δύο γεγονότα, εξαρτάται από το σύστημα αναφοράς στο οποίο γίνεται η μέτρηση. Δεν υπάρχουν δηλαδή έννοιες του απόλυτου μήκους ή απόλυτου χρόνου”

Πέρα από την πειραματική φυσική - γνώση της οποίας δεν κατέχουμε – η συστολή ή διαστολή του χρόνου έχει έμμεση αναφορά στην υποκειμενική διάστασή του, δηλαδή στην αποδοχή και στη βίωση του χρόνου από το ίδιο το άτομο. Για κάθε άνθρωπο, ο χρόνος κυλάει, τρέχει ή μένει ακίνητος, ανάλογα με τα συναισθήματά του, την προσοχή και τα κίνητρά του. Η βίωση του χρόνου σχετίζεται με την αμυγδαλή, το συγκινησιακό κέντρο του εγκεφάλου, η οποία, σε καταστάσεις φόρτισης, εκκρίνει ορμόνες, που κάνουν τη μνήμη να "χαράζει" ανεξίτηλα, με αποτέλεσμα ο χρόνος να φαίνεται πως διαστέλλεται. Αυτό, για παράδειγμα, συμβαίνει συχνά στην παιδική μας ηλικία, όταν και όλα είναι πρωτόγνωρα, οδηγώντας τη μνήμη να “γράφει” διαρκώς, δίνοντάς μας την εντύπωση ότι ορισμένες εμπειρίες μας διαρκούν περισσότερο. Αντιθέτως, σε μία ανέμελη ή ρομαντική κατάσταση, απαγκιστρωνόμαστε από την πραγματικότητα, σε μία ονειρική διάσταση, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια εγγραφών μνήμης και την αίσθηση συστολής του χρόνου. 

Σύγχρονος τρόπος ζωής και πυκνός πολιτικός χρόνος 

Με βάση όσα αναφέραμε παραπάνω, προκύπτει αβίαστα το ερώτημα σχετικά με το πώς αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο μέσα από τον σύγχρονο τρόπο ζωής, στη δική μας καθημερινότητα.

Σε μία σύγχρονη βιομηχανική και καταναλωτική κοινωνία, η τάση είναι τα πάντα να γίνονται πιο γρήγορα, πιο εύκολα, πιο απλά, πιο κατανοητά, πιο προβλέψιμα. Η εργασία, για όσους εργάζονται, είναι μία κακοπληρωμένη, πολύωρη, αυτοματοποιημένη, επαναλαμβανόμενη διαδικασία, χωρίς περιθώρια δημιουργικότητας. Η εκπαίδευση είναι μία τυποποιημένη μετάδοση πληροφοριών, χωρίς ανάπτυξη της κριτικής σκέψης. Η τροφή είναι η συχνή λήψη πρόχειρων, πλαστικών, βιομηχανοποιημένων γευμάτων. Η μουσική είναι ένα σύνολο υπεραπλουστευμένων συνθέσεων, ομοίων μεταξύ τους, με τη βαρετή επανάληψη ενός πιασάρικου σλόγκαν για ρεφραίν. Η φιλία είναι αίτημα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και “like” σε αμέτρητες φωτογραφίες δήθεν προσωπικών στιγμών, που κοινοποιούνται στους πάντες. Η αναζήτηση συντρόφου είναι application που βασίζεται σε έναν αλγόριθμο, ο οποίος συγκρίνει προσωπικά δεδομένα. Ο έρωτας αντικαθίσταται εύκολα από την εκτόνωση σε πορνογραφικές σελίδες με υλικό για όλα τα φετίχ.

Η σύνδεση της ανάπτυξης της τεχνολογίας με την προαναφερθείσα εικόνα είναι προφανής. Κι αν για τις παλαιότερες γενιές υπάρχουν μνήμες εποχών και καταστάσεων διαφορετικών, για τη γενιά των Millennials η παραπάνω περιγραφή αποτελεί τη μοναδική πραγματικότητα, μέσα στην οποία καλείται να επιβιώσει και να χαράξει το αύριο. Όπως είναι φυσικό, όμως, οι γρήγοροι ρυθμοί της καθημερινότητας παρασέρνουν στο διάβα τους τα πάντα. Δεν υπάρχει χρόνος για να ρίξει κανείς δεύτερη ματιά σε κάτι, για να το εμπεδώσει, για να το νιώσει. Τα πάντα είναι μετρήσιμα, σε χρήμα, σε λεπτά της ώρας, σε likes, σε followers, σε πελάτες, σε οπαδούς, σε πιστούς. Τίποτα πια δεν προκαλεί εντύπωση, κι αν προκαλέσει - όντας συνήθως επιτηδευμένα προκλητικό – απομυθοποιείται σε χρόνο dt.

Αν η πολιτική είναι η “συντονισμένη δράση ατόμων ή κοινωνικών ομάδων με σκοπό να πετύχουν στόχους που αφορούν το κοινωνικό σύνολο”, η πολιτική που ασκείται από τον σύγχρονο ιδιώτη, μη-πολίτη, έχει να κάνει άμεσα με τον τρόπο ζωής του και τους ρυθμούς του. Δεν υπάρχει χρόνος για μελέτη, για φιλοσοφία, για ανάπτυξη πολιτικών ιδεών, για κατανόηση, για επιχειρηματολογία, για ζύμωση, για συλλογικά εγχειρήματα. Δεν υπάρχουν βιβλία που επηρεάζουν, εμπνευσμένες ομιλίες, εποικοδομητικές συζητήσεις, διαδικασίες οργάνωσης, πνευματική καλλιέργεια, ενδυνάμωση ομαδικών δεσμών. Αυτό που υπάρχει, σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση, είναι αγανάκτηση, πόλωση και απαίτηση για γρήγορα αποτελέσματα – πολλές φορές με επίκληση στην εμφάνιση ενός μεσσία/ηγέτη από το πουθενά. Υπάρχουν επίσης viral videos, memes, γκουγκλάρισμα, τσιτάτα, αποφθέγματα, άναρθρες κραυγές, reports, blocks, Milo, franchise από το εξωτερικό, ανοργάνωτες σπασμωδικές συσπειρώσεις, ημιμάθεια και λογική “γιατί, αυτός καλύτερος είναι”;

Επιστρέφοντας στην αναφορά για την υποκειμενική διάσταση του χρόνου, μπορούμε βάσιμα να υποστηρίξουμε ότι ο σύγχρονος τρόπος ζωής μάς έχει οδηγήσει σε μία ημιμόνιμη ονειρική κατάσταση όπου τα πάντα κυλούν τόσο γρήγορα και επαναλαμβανόμενα, ώστε η μνήμη μας έχει εκπαιδευτεί να τα απορρίπτει ως ανάξια, οδηγώντας μας έτσι σε μία αίσθηση συστολής του χρόνου. Επιπροσθέτως, η ανάπτυξη των τηλεπικοινωνιών και ο καταιγισμός των πληροφοριών δίνουν το χαρακτηριστικό της πυκνότητας, γεγονότων και αποφάσεων, στο χρονικό διάστημα που φαίνεται να τρέχει. Επέρχεται, λοιπόν, φυσιολογικά ο αποπροσανατολισμός του σύγχρονου ανθρώπου, ο οποίος, μέσα σε ένα περιβάλλον όπου ο χρόνος τρέχει αδυσώπητα, απαιτεί αποτελέσματα εδώ και τώρα.

Ποια είναι η τοποθέτησή μας για την “fast food” πολιτική; Έχουμε τη δύναμη να την αντιμετωπίσουμε και να την ανατρέψουμε ή αποτελεί το αναπόφευκτο μέλλον και οφείλουμε, εάν πραγματικά σκοπεύουμε να κάνουμε τη διαφορά, να προσαρμοστούμε στις επιταγές της; Εν τέλει, πώς αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο που μας δίνεται; Είναι με το μέρος μας ή κυλά εναντίον μας;

Το μόνο σίγουρο είναι πως ο πλανήτης δεν πρόκειται να σταματήσει για να κατέβουμε. Το μέλλον, όποια μορφή κι αν έχει, θα έρθει με εμάς ή χωρίς εμάς κι η τεχνολογία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται για να δίνει λύσεις και να δημιουργεί καινούρια προβλήματα. Οπότε, δεν χρειάζεται να τρέφουμε αυταπάτες, ούτε να στρεφόμαστε σε πρωτογονιστικές γραφικότητες ως δήθεν εναλλακτικούς τρόπους αντίδρασης. Από την άλλη πλευρά, όμως, εάν προσπαθήσουμε να αντιμετωπίσουμε αυτή τη λαίλαπα της “πολιτικής στα γρήγορα” με τους δικούς της όρους και ρυθμούς, είναι βέβαιο ότι στην πορεία θα χάσουμε την ουσία της δικής μας κοσμοθεωρίας.

Καταφεύγοντας στην πλατωνική κοσμογονία, όπως συνοψίζεται στον Τίμαιο, ο χρόνος για εμάς είναι η “κινητή εικόνα της αιωνιότητας”. Όσο κι αν τον αντιλαμβανόμαστε να κυλάει γρηγορότερα ή πιο αργά, ο ίδιος ο χρόνος είναι αιώνιος, “γεννήθηκε μαζί με τον ουρανό και αφού γεννήθηκαν μαζί, θα διαλυθούν μαζί, αν βέβαια χρειαστεί ποτέ να διαλυθούν”. Ως εκ τούτου, ο υποκειμενικός χρόνος δεν είναι στην πραγματικότητα τίποτε άλλο παρά μία επίμονη ψευδαίσθηση, ιδιαίτερα σημαντική για τον μικρόκοσμο της καθημερινότητάς μας, αλλά μηδαμινή για τον κοσμικό χώρο και χρόνο.

Αν, λοιπόν, υπάρχει ένας τρόπος για να αντιμετωπίσουμε την “πολιτική στα γρήγορα” χωρίς να αλλοτριωθούμε, αλλά και χωρίς να καταφύγουμε σε έναν αναχωρητικό και αυτιστικό ελιτισμό, αυτός περνάει μέσα από τη σύνθεση των αρχαϊκών αξιών και της εξέλιξης, μέσα από τον συμβιβασμό του Έβολα με τον Μαρινέττι, μέσα από την σύνδεση της επιστήμης, της τεχνολογίας και του παραδοσιακού κοινοτισμού. Αυτός είναι ο δικός μας αρχαιοφουτουρισμός.

του Χρήστου Καρανικόπουλου

Από την παρουσίαση των εκδόσεων "Νέα Γενεά" (φωτογραφίες και video)


Το Σάββατο, 25 Νοεμβρίου, πραγματοποιήθηκε στην Εστία Θεσσαλονίκης, από τον Αλέξανδρο Καρρά, η παρουσίαση της εκδοτικής του προσπάθειας, "Νέα Γενεά", η οποία ξεκίνησε με πέντε ιδιαίτερα ενδιαφέροντες τίτλους, ιστορικού και ιδεολογικού περιεχομένου. Εκτενή αποσπάσματα της παρουσίασης και της συζήτησης που ακολούθησε μπορείτε να ακούσετε στο video που ακολουθεί. Από την πλευρά μας, θέλουμε να ευχαριστήσουμε τον Αλέξανδρο για την εμπεριστατωμένη παρουσίαση, καθώς και για τη δωρεά των βιβλίων των εκδόσεων "Νέα Γενεά" για τη δανειστική μας βιβλιοθήκη. Πιστεύουμε πως η συγκεκριμένη προσπάθεια, από τα πρώτα της δείγματα γραφής, κρίνεται αξιόλογη και αξιέπαινη και αξίζει τη στήριξή μας. 

Ταυτότητα

Αρχείο

Δημοφιλείς Αναρτήσεις

-Ελεύθερη αναδημοσίευση κειμένων - Ομάδα Ιδεάπολις - επικοινωνία: ideapolisgr@yahoo.gr - Πάτα στις ρίζες σου γερά και κοίτα ψηλά -